Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2020

Η Μετάσταση της Θεοτόκου κατά την πατερική διδασκαλία και παράδοση της Εκκλησίας


 Η πατερική διδασκαλία κάνει λόγο πρώτα για Κοίμηση της Θεοτόκου, δηλαδή για πραγματικό θάνατο (χωρισμό ψυχής και σώματος) και στη συνέχεια για μετάσταση της Θεοτόκου, δηλαδή ανάσταση (ένωση ψυχής και σώματος) και ανάληψή της κοντά στον Υιόν της. Σύμφωνα με την Ιερά Παράδοση, αφότου ετάφη το Πάναγνο σώμα της Θεοτόκου, μετά από τρεις ημέρες, όταν οι Απόστολοι άνοιξαν το μνήμα για να προσκυνήσει ο απόστολος Θωμάς, διεπίστωσαν ότι το Πανάγιο σκήνωμα της μετέστη εν Χριστώ, δηλαδή είχε αναληφθεί στους ουρανούς εν σώματι. Βέβαια, η εν σώματι μετάσταση της συνέβη εν Χριστώ, όχι όμως με το γήινο και φθαρτό σώμα, αλλά με το εν Χριστώ μεταμορφωμένο και αφθαρτοποιημένο σώμα, το οποίο με την ανάσταση του ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός «αθανατοποίησε». Ένα τέτοιο σώμα όλοι οι φθαρτοί άνθρωποι θα λάβουν κατά την τελική και μεγάλη κρίση της ενδόξου δευτέρας παρουσίας του Χριστού.

Ο Κύριος ανέστη εκ νεκρών και ανελήφθη εις τους ουρανούς με το αναστημένο σώμα Του. Αυτό αναλογικά γίνεται και στη περίπτωση της Θεοτόκου. Έχουμε δηλαδή την ανάσταση του σώματος της, και την ανάληψη της στους ουρανούς. Υπάρχει όμως μία βασική διαφορά, και τούτο γιατί ο Χριστός ανέστησε ο Ίδιος το σώμα Του, ως Θεός, ενώ η ανάσταση της Θεοτόκου έγινε με τη δύναμη και ενέργεια του Υιού της, του Χριστού.

Η Θεοτόκος, ως θνητός άνθρωπος γεύεται τον φυσικό θάνατο, όπως κάθε ανθρώπινη κτιστή ύπαρξη. Δεν εξαιρείται του «κοινού κλήρου» της ανθρωπότητας, της φθαρτής και πεπερασμένης ανθρώπινης φύσεως, που είναι ο θάνατος. Και πρώτη εκ του ανθρωπίνου γένους, δια του θανάτου καθώς και της ενσώματης στους ουρανούς μεταστάσεώς της, προμνηστεύεται την αιώνια ζωή. Και ενώ για όλους τους θνητούς και φθαρτούς ανθρώπους, η απόλυτη αφθαρσία θα συμβεί κατά την ημέρα της κοινής αναστάσεως στα έσχατα, κατά την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, η Θεοτόκος μετέστη στην Βασιλεία του Θεού αφθαρτοποιημένη.

Η ανάσταση του σώματος της Θεοτόκου και η ανάληψη της στους ουρανούς εξηγείται θεολογικώς από το γεγονός ότι ο Λόγος του Θεού ένωσε την θεία φύση με την ανθρώπινη φύση της υπόσταση Του, θέωσε την ανθρώπινο φύση και κατά συνέπεια η Θεοτόκος είναι η πρώτη που γεύθηκε τους καρπούς της ενώσεως θείας και ανθρωπίνης φύσεως, στην υπόσταση του Λόγου.

Εφόσον, όπως σημειώνουν οι Πατέρες της Εκκλησίας το Σώμα του Χριστού που προσλήφθηκε από τη Θεοτόκο αναστήθηκε, ήταν επόμενο και το σώμα της Παναγίας να αναστηθεί και να αναληφθεί. Η Εκκλησία λοιπόν χρησιμοποιεί μεν τον όρο Ανάσταση για την περίπτωση του Χριστού και τον όρο Μετάσταση για την περίπτωση της Παναγίας, αλλά η Παναγία είναι ο μοναδικός άνθρωπος που ζει ήδη πρώτος την κοινή ανάσταση όλων των ανθρώπων μετά την κρίση.

Η μετάσταση της Θεοτόκου ως ένα γεγονός αναμφισβήτητο, που διασώθηκε από την ιερά Παράδοση, έχει ενσωματωθεί στην διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας και δεν έχει σχέση με τις ευσεβιστικές δοξασίες των Δυτικών περί ασπόρου συλλήψεως και άνευ θανάτου ζωής της Θεοτόκου. Η Εκκλησία μας, καθοδηγούμενη από το Άγιο Πνεύμα εις πάσαν την αλήθειαν (Ιω.16,13), ουδέποτε κατέφυγε σε υποθέσεις, και ευσεβείς παραδόσεις, για να ορίσει τα δόγματά της, τα οποία δεν είναι θεωρητικά σχήματα και ιδεολογήματα, αλλά μέσα σωτηρίας. Αποδέχθηκε τις παραδόσεις που αν και αμάρτυρες στα επίσημα κείμενά της Εκκλησίας, δεν ήταν αντίθετες με τα δόγματά της, ως βοηθητικά μέσα για την πνευματική προκοπή των πιστών.

Αυτό έκαμε και σχετικά με την ευσεβή παράδοση της εις ουρανούς μεταστάσεως της Θεοτόκου, μετά την κοίμησή της και την ταφή της, η οποία δεν έρχεται σε αντίθεση με τη δογματική διδασκαλία της σωτηρίας του ανθρώπου. Αντιθέτως μάλιστα θεώρησε το γεγονός της ενσώματης μετάστασης της Θεοτόκου στους ουρανούς, ως ένα πρώιμο εσχατολογικό γεγονός, το οποίο θα συμβεί κατά την ανάσταση των νεκρών σε όλους τους πιστούς.

Η Τιμιωτέρα των Χερουβίμ και ενδοξοτέρα των Σεραφείμ, της οποίας καθαγιάστηκε το πάναγνο σώμα της, από τη θεία κυοφορία της, αξιώθηκε να μην υποστεί φθορά και να δοξασθεί ευθείς αμέσως μετά την κοίμησή της και όχι στο τέλος του κόσμου. Η μετάσταση της Θεοτόκου είναι μοναδική και ανεπανάληπτη κατάσταση, την οποία ο Χριστός χάρισε στην Παναγία Μητέρα Του. Είναι μια ανάστασις προ της κοινής Αναστάσεως.

Η Παναγία Θεοτόκος μετά την κοίμησή Της καθίσταται η Μητέρα της νέας κτίσεως, της Εκκλησίας του Χριστού. Επειδή Αυτή είχε την κεντρική θέση στην οικονομία της σωτηρίας, αφού από Αυτήν σαρκώθηκε ο Κύριος που είναι η κεφαλή της Εκκλησίας, έχει τώρα στην επουράνιο Εκκλησία όλο το πλήρωμα της Χάριτος και δόξας και παρρησίας. Έγινε η ευεργέτιδα πάσης της φύσεως και κτίσεως, γι’ αυτό προσκυνείται από όλη την κτίση ως Κυρία και Δέσποινα και Βασίλισσα και Θεομήτορα.

Η Κεχαριτωμένη Θεοτόκος, η Μητέρα του Θεού και όλων των χριστιανών, διακόνησε καίρια το μυστήριο της του Θεού Λόγου σαρκώσεως και της των ανθρώπων θεώσεως και έγινε πρόξενος απείρων θροδωρήτων αγαθών προς τον ανθρωπότητα. Έτσι λοιπόν η Θεοτόκος που είχε βαστάσει μέσα της τον Κύριο της δόξης, υψώθη προς Αυτόν και ως λογική ολκάς, αφού επεραίωσε τον πλούν του βίου, μεθωρμίσθη προς τον πανεύδιον λιμένα αυτής, ομού και κυβερνήτην του παντός, δηλαδή προς τον αναστάντα Κύριο, ο οποίος έσωσε και εζωογόνησε το ανθρώπινο γένος από τον κατακλυσμό της ασεβείας και της αμαρτίας.