Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2021

Μετάνοια: πορεία από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωση (Αρχιμ. Αθανάσιος Αναστασίου, Προηγούμενος Ι.Μ. Μεγάλου Μετεώρου)

 Στοιχεία συνάντησης της εξομολόγησης με την προσωποκεντρική θεωρία |  Πεμπτουσία

Ἀναφερθήκαμε στο προηγούμενο κείμενό μας στήν ἐπιτακτική ἀνάγκη τῆς βαθειᾶς, ὑπαρξιακῶς βιουμένης μετανοίας σέ αὐτή τήν τόσο κρίσιμη περίοδο πού διανύουμε.

Μετάνοια εἶναι τό «κλειδί», τό «φάρμακο» ἐκεῖνο διά τοῦ ὁποίου ἐπέρχεται ἡ ἐξυγίανση, ἡ κάθαρση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τά πάθη καί ἡ ἐπαναφορά τοῦ νοῦ του πρός τόν Θεό. Μετά-νοῶ, σημαίνει, ἀναστροφή τοῦ νοῦ μας ἀπό τήν ἀποστασία πρός τήν πηγή τῆς ζωῆς, τόν Θεό. Σημαίνει τήν πορεία τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τό κατ’ εἰκόνα στό καθ’ ὁμοίωση.

Στό σημεῖο αὐτό -καί πρίν προχωρήσουμε στήν ἀνάπτυξη τῆς ἔννοιας τῆς μετανοίας- εἶναι, θεωροῦμε, ἀπαραίτητο νά ἀναφερθοῦμε καί νά περιγράψουμε συνοπτικά τό πῶς δημιούργησε ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο, μέ ποιά χαρακτηριστικά καί μέ ποιό σκοπό. Ποιά εἶναι τά ἰδιαίτερα χαρίσματα πού τοῦ προσέδωσε; Τί εἶναι ἡ ψυχή, τί εἶναι ὁ νοῦς, τί εἶναι ἡ λογική, τί εἶναι τό αὐτεξούσιο, πῶς ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει τήν κτιστή δημιουργία καί πῶς γνωρίζει τόν Θεό.

Ὅπως πολύ εὔστοχα παρατηρεῖ ὁ μακαριστός Γέροντας Γεώργιος Καψάνης, «ἐδόθησαν ἀπὸ τὸν Θεὸ τὰ χαρίσματα τοῦ “κατ᾿ εἰκόνα” στὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ φθάσει πολὺ ὑψηλά, νὰ πετύχει μὲ αὐτὰ τὴν ὁμοίωσή του μὲ τὸ Θεὸ καὶ Πλάστη του, νὰ ἔχει μία ὄχι ἐξωτερική, ἠθικὴ σχέση μαζί Του, ἀλλὰ μία προσωπικὴ ἕνωση μὲ τὸν Δημιουργό του».

»Εἶναι ἴσως πολὺ τολμηρὸ -συνεχίζει ὁ φωτισμένος Γέροντας- ἀκόμη καὶ νὰ λέμε καὶ νὰ σκεπτόμαστε, ὅτι σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι νὰ γίνουμε θεοὶ κατὰ Χάριν. Ὅμως ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δὲν μᾶς τὸ ἀπέκρυψαν. Ὑπάρχει δυστυχῶς ἄγνοια στοὺς ἀνθρώπους ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ σὲ πολλοὺς μέσα στὴν Ἐκκλησία. Διότι νομίζουν ὅτι σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι, στὴν καλύτερη περίπτωση, ἁπλῶς ἡ ἠθικὴ βελτίωσή μας, τὸ νὰ γίνουμε καλύτεροι ἄνθρωποι. Ἐνῶ ἀπό τὸ Εὐαγγέλιο, ἀπὸ τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρες, μᾶς παραδίδεται ὅτι σκοπὸς τῆς ζωῆς μας δὲν εἶναι αὐτό. Τὸ νὰ γίνει δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος μόνο καλύτερος ἀπ᾿ ὅ,τι εἶναι, ἠθικώτερος, δικαιότερος, ἐγκρατέστερος, προσεκτικότερος. Ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ γίνουν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁ μεγάλος σκοπός, ὁ τελικὸς σκοπός, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Πλάστης καὶ Δημιουργός μας ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο. Ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ σκοπός; Ἡ θέωσις. Τὸ νὰ ἑνωθεῖ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸν Θεό, ὄχι μὲ ἕνα ἐξωτερικὸ ἢ συναισθηματικὸ τρόπο, ἀλλὰ ὀντολογικά, πραγματικά»[1].

Εἶναι εὐτύχημα καί εὐλογία ἐξαίρετη τοῦ Θεοῦ ὅτι στά χρόνια μας ἔχουμε πλειάδα θεουμένων ὁσίων (ὅσιοι Πορφύριος, Παΐσιος, Δανιήλ, Ἐφραίμ, Ἱερώνυμος οἱ ἁγιορεῖτες, Ἰάκωβος ὁ ἐν Εὐβοίᾳ, Ἰωσήφ καί Σοφρώνιος οἱ ἡσυχαστές, Καλλίνικος Ἐπίσκοπος Ἐδέσσης, Ἀμφιλόχιος ὁ ἐν Πάτμῳ κ.ἄ.)

Τό Βιβλίο τῆς Γενέσεως, στό πρῶτο κεφάλαιο, μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ὁ Θεός δημιούργησε τόν ἄνθρωπο «κατ’ εἰκόνα» καί «καθ’ ὁμοίωσιν» δική Του, δίδοντάς του ἰ­δι­αί­τε­ρα χα­ρί­σμα­τα καί ἱ­κα­νό­τη­τες καί κα­θι­στών­τας τον κο­ρω­νί­δα καί βα­σι­λέ­α τῆς κτί­σε­ως.

«Καί εἶ­πεν ὁ Θε­ός· ποι­ή­σω­μεν ἄν­θρω­πον κα­τ’ εἰ­κό­να ἡ­με­τέ­ραν καί κα­θ’ ὁ­μοί­ω­σιν… καί ἐ­ποί­η­σεν ὁ Θε­ός τόν ἄν­θρω­πον, κα­τ’ εἰ­κό­να Θε­οῦ ἐ­ποί­η­σεν αὐ­τόν, ἄρ­σεν καί θῆ­λυ ἐ­ποί­η­σεν αὐ­τούς…»­[2]. «Καί ἔ­πλα­σεν ὁ Θε­ός τόν ἄν­θρω­πον, χοῦν ἀ­πό τῆς γῆς. Καί ἐ­νε­φύ­ση­σεν εἰς τό πρό­σω­πον αὐ­τοῦ πνο­ήν ζω­ῆς, καί ἐ­γέ­νε­το ὁ ἄν­θρω­πος εἰς ψυ­χήν ζῶ­σαν»[3].

Βλέπουμε, λοιπόν, ὅτι ἀπό τήν πρώτη στιγμή τῆς δημιουργίας του ἀπό τόν Θεό, ὁ ἄνθρωπος λαμβάνει τά βασικά του γνωρίσματα, λαμβάνει τήν ἰδιαίτερη ταυτότητά του, πού εἶναι τό «κατ’ εἰκόνα», καθώς καί τόν τελικό προορισμό του, πού εἶναι τό «καθ’ ὁμοίωσιν», ἡ θέωσή του, δηλαδή.

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ἀναλύοντας αὐτά τά κύ­ρια γνω­ρί­σμα­τα τοῦ ἀν­θρώ­που ἀναφέρουν ὅτι «τὸ μὲν γὰρ “κατ᾿ εἰκόνα” τὸ νοερὸν δηλοῖ καὶ αὐτεξούσιον»[4].

Τό νοερόν τῆς ψυχῆς περιλαμβάνει δύο δυνάμεις τῆς ψυχῆς, τόν νοῦ καί τήν λογική. Ὁ νοῦς εἶναι ἡ θεωρητική ἐνέργεια τῆς ψυχῆς. Μέ τόν νοῦ ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει τόν Θεό, ἀποκτᾶ τήν ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ. Ὁ λόγος (ἡ λογική) εἶναι ἡ πρακτική ἐνέργεια τῆς ψυχῆς. Μέ τήν λογική ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει τήν φύση καί τήν κτιστή δημιουργία.

Ὅπως παρατηρεῖ ὁ Καθηγητής κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης «ὁ νοῦς καί ἡ λογική, ἐπειδή συνδέονται πολύ στενά μέ τήν ἐλευθερία (αὐτεξούσιο) τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ δίνουν τήν δυνατότητα νά τρέπεται μέ τήν θέλησή του τόσο στό καλό ὅσο καί στό κακό. Μόνον, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχει τήν γνώμη του ἀπαλλαγμένη ἀπό κάθε εἴδους ἀνάγκη, παρατηρεῖ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, μπορεῖ νά διατηρεῖται στήν κατά φύση ζωή καί νά προσεγγίζει τόν Θεό ἤ νά ἐκτρέπεται ἀπό τήν κοινωνία μαζί Του καί νά κατευθύνεται πρός τόν θάνατο.

Δημιουργώντας ὁ Θεός ἐλεύθερο (αὐτεξούσιο) τόν ἄνθρωπο στέρησε τήν δυνατότητα καί στόν διάβολο νά ἀσκεῖ βία πάνω στόν ἄνθρωπο. Ἔτσι μόνο μέ τήν πειθώ ἤ τόν δόλο [ὄχι ἀναγκαστικά] μπορεῖ ὁ πονηρός διάβολος νά ἐπηρεάσει τήν θέληση τοῦ ἀνθρώπου καί νά τόν κάνει κοινωνό τῆς ἀποστασίας του»[5].

Θά πρέπει στό σημεῖο αὐτό νά σημειώσουμε ὅτι τό κα­τ’ εἰ­κό­να Θε­οῦ σημαίνει κατ’ εἰκόνα τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου καί μάλιστα τοῦ σαρκωμένου Λόγου τοῦ Θεοῦ. Στήν πραγματικότητα, δηλαδή, ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος κατ’ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ὁ Ἰησοῦς Χριστός «ἐστιν εἰκών τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου»[6], ὅπως μᾶς βεβαιώνει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος.

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας δίνουν ἰδιαίτερη ἔμφαση στό γεγονός ὅτι τό περιεχόμενο καί ἡ ὁδός τῆς θεώσεως εἶναι ἡ ἕνωση μέ τόν Χριστό, ἐπειδή ἀκριβῶς ἡ ἕνωση μέ τό Ἀρχέτυπο εἶναι ἐκείνη πού ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο στήν ὁλοκλήρωσή του. Τό Ἀρχέτυπο, λοιπόν, τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ Χριστός καί κατά συνέπεια ὁ προορισμός του εἶναι νά ὑψωθεῖ ὡς τό Ἀρχέτυπο, νά μιμηθεῖ, δηλαδή, τίς ἀρετές καί τήν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ· νά φθάσει, δηλαδή, ὁ ἄνθρωπος, μέ τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, στήν χριστοποίησή του. Χριστοποίηση εἶναι ἡ χαρισματική μεταβολή (ἐμπλουτισμός) τοῦ κατ’εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου στό καθ’ ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ, δηλαδή τοῦ Χριστοῦ, πού σημαίνει πρακτικά μετοχή στήν ἁγιο-τριαδική ζωή.

Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἀναφερόμενος στό «καθ’ ὁμοίωση» ἀναφέρει ὅτι αὐτό λέγεται «γιά τόν λόγο τῆς ἀρετῆς [πού ἔχει τήν δυνατότητα νά ἀποκτήσει] καί γι’ αὐτές τίς θεομίμητες καί θεώνυμες, [πού ἔχουν τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ] πράξεις. Δηλαδή σχετικά μέ τήν φιλάνθρωπη διάθεση πρός τούς συνανθρώπους του· καί μέ τό ὅτι οἰκτείρει καί ἐλεεῖ καί ἀγαπᾶ τούς συνδούλους [του] καί [τούς] δείχνει κάθε εὐσπλαγχνία καί συμπάθεια»[7].

Τό «κατ’ εἰκόνα», μᾶς λέει καί πάλι ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, «τό ἔχει κάθε ἄνθρωπος, διότι τά χαρίσματα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀμετάκλητα. Τό δέ “καθ’ ὁμοίωσιν” [τό ἔχουν] σπάνιοι καί μόνον οἱ ἐνάρετοι καί ἅγιοι [ἄνθρωποι], οἱ ὁποῖοι μιμοῦνται, κατά τό δυνατόν στούς ἀνθρώπους, τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ»[8]. Αὐτή θά πρέπει νά εἶναι ἡ πνευματική πορεία τοῦ κάθε ἀνθρώπου, νά μιμηθεῖ τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ καί νά φθάσει στό «καθ’ ὁμοίωση», ἐνεργοποιώντας τά χαρίσματα τοῦ «κατ’ εἰκόνα».

Ὁ φορέας τοῦ κατ’ εἰκόνα στόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ ψυχή. Ἡ ψυχή εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ καί ὡς δημιούργημα εἶναι κτιστή. Εἶναι «οὐσία γεννητὴ», ὅπως μᾶς λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης[9]. Ἡ ψυχή, λοιπόν, εἶναι κτιστή, δημιουργημένη καί ὄχι ἄκτιστη, ἀφοῦ Ἄκτιστος εἶναι μόνον ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος εἶναι ἄναρχος, ἀΐδιος, ἀπερινόητος, ἀπερίγραπτος, ἀνεξιχνίαστος, ἀθέατος, ἀνείδεος, ἄρρητος, ἀπρόσιτος, ἀνόμοιος, ἀφιλοσόφητος, ἀνέκφραστος, ἀχώρητος, καί πάντων ἐπέκεινα.

Κάθε κτιστό, κάθε δημιούργημα ἔχει ἀρχή καί τέλος. Εἰδικά, ὅμως, ἡ ψυχή, ἐνῶ ἔχει ἀρχή καί θά ἔπρεπε, ὡς κτίσμα, νά ἔχει καί τέλος, κατά θεία βούληση, ὄχι ἐκ τῆς φύσεώς της, ἀλλά ἐπειδή ἔτσι θέλησε ὁ Θεός, δέν ἔχει τέλος, εἶναι ἀθάνατη. Εἶναι, δηλαδή, ἡ ψυχή κτιστή κατά τήν φύση, ἀλλά ἀθάνατη κατά χάριν.

Ἡ ψυχή εἶναι ἐθελότρεπτη, αὐτεξούσια, ἔχει, δηλαδή, ἐλεύθερη βούληση, ἐλεύθερη προαίρεση καί ἐλεύθερη ἐπιλογή. Τό αὐ­τε­ξού­σιο εἶ­ναι ἡ δυ­να­τό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που νά ἐ­ξου­σιά­ζει τόν ἑ­αυ­τό του, νά ἐ­πι­λέ­γει ἐ­λεύ­θε­ρα καί ἀ­βί­α­στα τόν τρό­πο τῆς ζω­ῆς του καί τῆς δρα­στη­ρι­ό­τη­τάς του. Τό­σο πο­λύ, μά­λι­στα, σέ­βε­ται ὁ Θε­ός τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που, πού, ὅ­πως μᾶς ἀ­να­φέ­ρει τό πα­τε­ρι­κό λό­γιο, «ὁ ἄ­νευ σοῦ πλά­σας σε (Θε­ός) οὐ δύ­να­ται ἄ­νευ σοῦ σῶ­σαί σε»· δη­λα­δή ὁ Θε­ός, πού χω­ρίς τήν δι­κή σου συμ­με­το­χή σέ ἔ­πλα­σε, δέν μπο­ρεῖ, χω­ρίς τήν δι­κή σου συμ­με­το­χή, νά σέ σώ­σει. Τό αὐτεξούσιο εἶναι πραγματικά μοναδική καί μεγαλειώδης δωρεά τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο, ἀφοῦ τοῦ παρέχει τήν δυνατότητα καί τό δικαίωμα ἀκόμη καί νά Τόν ἀρνεῖται. Γι’ αὐτό καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας χαρακτηρίζουν τό αὐτεξούσιο καί ὡς ἰσόθεο, φυσικά κατά χάριν. «Ἰ­σό­θε­ον γὰρ ἔ­στι τὸ αὐ­τε­ξού­σιον»[10], μᾶς λέγει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης.

Ἡ ψυχή δημιουργεῖται ταυτόχρονα μέ τό ἀνθρώπινο σῶμα, οὔτε πρίν οὔτε μετά τήν δημιουργία τοῦ σώματος. Δημιουργεῖται, ὅπως μᾶς διδάσκουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, «ἐξ ἄκρας συλλήψεως»[11]· μέ τήν σύλληψη, δηλαδή, τοῦ ἀνθρωπίνου ἐμβρύου ἔχουμε ταυτόχρονα, θείᾳ βουλήσει, καί τήν δημιουργία τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία φανερώνεται καί ἐκφράζεται, καθώς ἀναπτύσσεται τό ἔμβρυο καί ὁ ἄνθρωπος. Ἡ ψυχή εἶναι ἐξ ἀρχῆς ὁλοκληρωμένη, δέν μπορεῖ, ὅμως, νά ἐκδηλώσει τίς ἐνέργειές της ἐξ ἀρχῆς, λόγῳ τοῦ μή ἀνεπτυγμένου ἀνθρωπίνου σώματος. Οἱ ἐνέργειές της, δηλαδή, ἐμφανίζονται σταδιακά μέ τήν πρόοδο τῆς σωματικῆς ἀναπτύξεως. Κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Σιναΐτη, τόν συγγραφέα τῆς Κλίμακος, «κατ’ αὔξησιν γὰρ τὴν τοῦ σώματος καὶ αὕτη τὰς οἰκείας ἐνεργείας διαδείκνυσι»[12], ὅσο, δηλαδή, αὐξάνεται τὸ (ἀνθρώπινο) σῶμα, τόσο φανερώνει καὶ ἡ ψυχή τὶς ἐνέργειές της.

Τό σῶμα σύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία, δέν ἀποτελεῖ σέ καμμία περίπτωση τήν φυλακή τῆς ψυχῆς, ἀλλά κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο εἶναι ναός τοῦ ἐν ἡμῖν Ἁγίου Πνεύματος[13]. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός μᾶς λέγει ὅτι «ἡ ψυχή πάλι ἔχει συνδεθεῖ ὁλόκληρη μέ ὅλο τό σῶμα, καί ὄχι ἕνα μέρος της μ’ ἕνα μέρος του· δέν περιέχεται σ’ αὐτό ἀλλά τό περιέχει»[14]. Καί σύμφωνα μέ τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ἡ ψυχή βρίσκεται σέ κάθε σημεῖο τοῦ σώματος· συνέχει τό ἀνθρώπινο σῶμα, τό περιέχει, τό συγκροτεῖ, τό συγκρατεῖ καί τό ζωοποιεῖ[15]. Εἶναι, δηλαδή, καί μέσα σέ ὁλόκληρο τό σῶμα, ἀλλά ταυτόχρονα περιβάλλει ἐξωτερικά καί ὁλόκληρο τό σῶμα. Ἡ ψυχή εἶναι αὐτή πού μεταδίδει στά ὄργανα καί τίς αἰσθήσεις τοῦ σώματος δύναμη ζωῆς καί ἀντίληψη τῶν αἰσθητῶν πραγμάτων.[16]

Ὁ ἄνθρωπος, στήν ὁλότητά του, ἀποτελεῖται καί ἀπό ψυχή καί ἀπό σῶμα. Οὔτε ἡ ψυχή ἀπό μόνη της, οὔτε τό σῶμα ἀπό μόνο του συνιστοῦν τόν ὅλο ἄνθρωπο, ἀλλά τό συναμφότερο. Ψυχή καί σῶμα συνιστοῦν στόν ἄνθρωπο μία ἀδιάρρηκτη ψυχοσωματική ἑνότητα. Ἡ διάρρηξη αὐτῆς τῆς ψυχοσωματικῆς ἑνότητας σηματοδοτεῖ τόν βιολογικό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου.

Μετά τόν φυσικό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ψυχή ἀναχωρώντας πρός τόν οὐρανό ἀναμένει καί ποθεῖ τήν ἐπανασύνδεσή της μέ τό σῶμα κατά τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν στήν Δευτέρα Παρουσία, μέ τό δικό της σῶμα μέ τό ὁποῖο ἔζησε στήν γῆ. Τό σῶμα, πού θά ἔχει πεθάνει, μέ ὁποιοδήποτε τρόπο καί σέ ὁποιονδήποτε τόπο, στήν γῆ, θά ἀναστηθεῖ, θά ἀναπλασθεῖ καί θά ἀνακαινιστεῖ κατά τήν μέλλουσα κρίση μέ τήν δύναμη τοῦ Χριστοῦ. «Αὐτός ὁ Κύριος ἐν κελεύσματι, ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καί ἐν σάλπιγγι Θεοῦ καταβήσεται ἀπ’ οὐρανοῦ, καί οἱ νεκροί ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται πρῶτον»[17].

Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος θά κριθεῖ ὡς ψυχοσωματική ἑνότητα, ὡς ὅλος ἄνθρωπος καί πάλι, διότι αὐτό εἶναι τό δίκαιο, καθώς ὅ,τι ἔπραξε (καλό ἤ κακό) ἡ ψυχή στήν ἐπίγεια ζωή της τό ἔπραξε μέ τό σῶμα της[18].

Τό ἀνακαινισμένο σῶμα θά εἶναι πνευματικό καί ἄφθαρτο, ὄχι ὅμως καί ἄϋλο, ἀφού ἄϋλος εἶναι μόνο ὁ Θεός. Ὡς κτιστό, θά ἔχει κάποια ὑλικότητα. Θά ἔχει τίς ἴδιες διαστάσεις. Θά εἶναι διακριτό, θά ἔχει, δηλαδή, σχῆμα ἀναγνωρίσιμο (θά ἀναγνωρίζεται, δηλαδή, ποιός εἶναι ὁ καθένας). Ἡ ψυχή, πού δέν πεθαίνει ποτέ ὀντολογικά, γιατί εἶναι κατά χάριν ἀθάνατη, θά συνδεθεῖ ξανά μέ τό δικό της ἀνακαινισμένο πλέον σῶμα καί θά ἀνασυγκροτηθεῖ, ἔτσι, καί πάλι ὁ ὅλος ἄνθρωπος. Ὅπως σημειώνει ὁ θεῖος Χρυσόστομος, «τό σῶμα ἐκεῖνο θά εἶναι τό αὐτό καί οὐκ αὐτό. Δηλαδή, θά εἶναι αὐτό τοῦτο τό σῶμα, πού ὑπῆρξεν ἐπί τῆς γῆς, ἀλλά μέ ἰδιότητες διαφορετικές»[19].

Τό ἀναστημένο καί ἀνακαινισμένο, λοιπόν, ἀνθρώπινο σῶμα θά εἶναι ἄφθαρτο καί πνευματικό καί ὄχι θνητό καί φθαρτό, ὅπως ἦταν στήν βιολογική ζωή του. Ὁ Ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος σημειώνει ὅτι οἱ νέες ἰδιότητες τοῦ ἀναστημένου μας σώματος θά εἶναι ἀθανασία, ἀφθαρσία καί ἀτρεψία. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν θὰ ἀρρωσταίνει, δὲν θὰ πονᾶ, δὲν θὰ γερνᾶ. Οὔτε θὰ ἔχουμε καὶ τὰ λεγόμενα «ἀδιάβλητα» πάθη, ὅπως ὅτι πεινᾶμε, διψᾶμε, κουραζόμαστε κ.λπ.[20].

Στό ἑπόμενο θέμα μας θά δοῦμε τήν διαίρεση τῆς ψυχῆς, τά μέρη καί τίς δυνάμεις της καί ἰδιαίτερα τήν λογική καί τόν νοῦ, τόν ὁποῖο οἱ Πατέρες ἀποκαλοῦν τό «ἡγεμονικόν τῆς ψυχῆς»[21] καί μέ τόν ὁποῖο γνωρίζουμε τόν Θεό.

 

____________________________________

[1] Ἀρχιμ. Γεωργίου, Καθηγουμένου Ἱ. Μ. Ὁσ. Γρηγορίου, Ἡ θέωσις ὡς σκοπὸς τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, Ἱ. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος 2000, σελ. 14-15

[2] Γέν. 1, 26-27

[3] Γέν. 2, 7

[4] Ἁγ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ΕΠΕ 1, σελ. 210

[5] Ὁμιλία, πού ἔγινε στούς φοιτητές τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, Holy Cross, τῆς Βοστώνης, Η.Π.Α., τό ἐαρινό ἑξάμηνο τοῦ 2005

[6] Κολ. α’ 15

[7] Ἁγ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Λόγος Ψυχοφελής καί θαυμάσιος, Φιλοκαλία, ἔκδ. Ἱ.Μ. Κοιμήσεως Θεοτόκου Μπούρα, 2013, τόμ. Δ, σελ. 100

[8] Ἁγ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, ὅ.π.

[9] Ἁγ. Γρηγορίου Νύσσης, Περί ψυχῆς καί ἀναστάσεως ὁ λόγος, PG 46, 29B, ΕΠΕ 1, σ. 228

[10] Ἁγίου Γρη­γο­ρίου Νύσ­σης, Εἰς τοὺς κοι­μη­θέν­τας, G.N.O. IX.1, σ. 54.1-10, ΕΠΕ 10, Πατερικές ἐκδ. «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς», Θεσ/νίκη 1990, σελ. 182-183.

[11] Ἁγίου Ἰωάννη Δαμασκηνού, Ἔκδοσις Ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, PG 94:1088

[12] Ἁγ. Ἰωάννου Σιναΐτου: Κλῖμαξ, σελ. 136, σημ. 2.

[13] Κορ. Α΄, 7,19 «Ἤ οὐκ οἴδατε ὅτι τό σῶμα ὑμῶν ναός τοῦ ἐν ὑμῖν Ἁγίου Πνεύματός ἐστιν, οὗ ἔχετε ἀπό Θεοῦ καί οὐκ ἐστέ ἑαυτῶν»;

[14] Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, «Ἡ δὲ ψυχὴ συνδέδεται τῷ σώματι ὅλη ὅλῳ καὶ οὐ μέρος μέρει καὶ οὐ περιέχεται ὑπ᾿ αὐτοῦ, ἀλλὰ περιέχει αὐτό». ΕΠΕ 1, σ. 128

[15] Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, ΕΠΕ 9, 562, PG151, 260Α.

[16] Ἁγ. Γρηγορίου Νύσσης, Λόγος περί ψυχῆς καί ἀναστάσεως, PG 46, 29B, ΕΠΕ 1, σ. 228

[17] Α’ Θεσ. δ’, 16

[18] Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ΕΠΕ 1, σ. 560

[19] Ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς τήν Α΄Κορινθίους Ὁμιλία ΜΑ΄, PG 61, 357, 4- 6

[20] Ἅγιος Συμεὼν Ὁ Νέος Θεολόγος, ὁ βίος τοῦ Ἁγίου, ἀπὸ τὸν Νικήτα Στηθάτο, κριτικὴ ἔκδοση τοῦ Ἀρχιμ Συμεὼν Κοῦτσα, Ἐκδόσεις ΑΚΡΙΤΑΣ, σέλ. 189-193.

[21] Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, «Ἡγεμονικὸν μὲν γὰρ ψυχῆς τε καὶ σαρκὸς νοῦς». ΕΠΕ 1, σ. 308