Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψυχωφελή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψυχωφελή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2022

Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2021

Γιάννης ο Βλογημένος

Μπορεί να είναι καρτούν 1 άτομο 
"Κάθε χρόνο ο Άγιος Βασίλης τις παραμονές της Πρωτοχρονιάς γυρίζει από χώρα σε χώρα κι από χωριό σε χωριό, και χτυπά τις πόρτες για να δει ποιος θα τον δεχτεί με καθαρή καρδιά. Μια χρονιά λοιπόν, πήρε το ραβδί του και τράβηξε. Ήτανε σαν καλόγερος ασκητής, ντυμένος με κάτι μπαλωμένα παλιόρασα, με χοντροπάπουτσα στα ποδάρια του και μ’ ένα ταγάρι περασμένο στον ώμο του. Γι αυτό τον παίρνανε για διακονιάρη και δεν τ’ ανοίγανε την πόρτα. Ο Άγιος Βασίλης έφευγε λυπημένος, γιατί έβλεπε την απονιά των ανθρώπων και συλλογιζότανε τους φτωχούς που διακονεύουνε, επειδής έχουνε ανάγκη, μ’ όλο που αυτός ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από κανέναν, κι ούτε πεινούσε, ούτε κρύωνε.
Αφού βολόδειρε(1) από δω κι από κει, κι αφού πέρασε από χώρες πολλές κι από χιλιάδες χωριά και πολιτείες, έφταξε στα ελληνικά τα μέρη, πού ’ναι φτωχός κόσμος. Απ’ όλα τα χωριά πρόκρινε τα πιο φτωχά, και τράβηξε κατά κει, ανάμεσα στα ξερά βουνά που βρισκόντανε κάτι καλύβια, πεινασμένη λεμπεσουριά(2).
Περπατούσε νύχτα κι ο χιονιάς βογκούσε, η πλάση ήτανε πολύ άγρια. Ψυχή ζωντανή δεν ακουγότανε, εξόν από κανένα τσακάλι που γάβγιζε.
Γιάννης ο Ευλογημένος - Σχολιασμός - Απαρχή 
Αφού περπάτηξε κάμποσο, βρέθηκε σ’ ένα απάγκιο που έκοβε ο αγέρας από ’να μικρό βουνό, κι είδε ένα μαντρί κολλημένο στα βράχια. Άνοιξε την αυλόπορτα που ήτανε κανωμένη από άγρια ρουπάκια(3) και μπήκε στη μάντρα. Τα σκυλιά ξυπνήσανε και πιάσανε και γαβγίζανε. Πέσανε απάνω του να τον σκίσουνε˙ μα, σαν πήγανε κοντά του, σκύψανε τα κεφάλια τους και σερνόντανε στα ποδάρια του, γλείφανε τα χοντροπάπουτσά του, γρούζανε φοβισμένα και κουνούσανε παρακαλεστικά τις ουρές τους.
Ο Άγιος σίμωσε στο καλύβι του τσομπάνου και χτύπησε την πόρτα με το ραβδί του και φώναξε:
«Ελεήστε με, χριστιανοί, για τις ψυχές των αποθαμένων σας! Κι ο Χριστός μας διακόνεψε σαν ήρθε σε τούτον τον κόσμο!».
Η πόρτα άνοιξε και βγήκε ένας τσομπάνης, παλικάρι ως εικοσιπέντε χρονώ, με μαύρα γένια˙ και δίχως να δει καλά καλά ποιος χτυπούσε την πόρτα, είπε στο γέροντα:
«Πέρασε μέσα στ’ αρχοντικό μας να ζεσταθείς! Καλή μέρα και καλή χρονιά!».
Γιάννης ο Βλογημένος! (του Φώτη Κόντογλου) | Διακόνημα 
Αυτός ο τσομπάνης ήτανε ο Γιάννης ο Μπάικας, που τον λέγανε Γιάννη Βλογημένον, άνθρωπος αθώος σαν τα πρόβατα που βόσκαγε, αγράμματος ολότελα.
Μέσα στην καλύβα έφεγγε με λιγοστό φως ένα λυχνάρι. Ο Γιάννης, σαν είδε στο φως πως ο μουσαφίρης ήτανε γέροντας καλόγερος, πήρε το χέρι του και τ’ ανασπάστηκε και τό ’βαλε απάνω στο κεφάλι του. Ύστερα φώναξε και τη γυναίκα του, ως είκοσι χρονώ κοπελούδα, που κουνούσε το μωρό τους μέσα στην κούνια. Κι εκείνη πήγε ταπεινά και φίλησε το χέρι του γέροντα, κι είπε:
«Κόπιασε, παππού, να ξεκουραστείς».
Ο Άγιος Βασίλης στάθηκε στην πόρτα και βλόγησε το καλύβι κι είπε:
«Βλογημένοι νά ’σαστε, τέκνα μου, κι όλο το σπιτικό σας! Τα πρόβατά σας να πληθαίνουν ως του Ιώβ μετά την πληγήν και ως του Αβραάμ και ως του Λάβαν! Η ειρήνη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού να είναι μαζί σας!».
Ο Γιάννης έβαλε ξύλα στο τζάκι και ξελόχισε(4) η φωτιά. Ο Άγιος απίθωσε σε μια γωνιά το ταγάρι του, ύστερα έβγαλε το μπαλωμένο το ράσο του κι απόμεινε με το ζωστικό του. Τον βάλανε κι έκατσε κοντά στη φωτιά, κι η γυναίκα τού ’βαλε και μια μαξιλάρα ν’ ακουμπήσει.
Ο Άγιος Βασίλης γύρισε κι είδε γύρω του και ξανάπε μέσα στο στόμα του:
«Βλογημένο νά ’ναι τούτο το καλύβι!».
Ο Γιάννης μπαινόβγαινε, για να φέρει τό ’να και τ’ άλλο. Η γυναίκα του μαγείρευε. Ο Γιάννης ξανάριξε ξύλα στη φωτιά.
Μονομιάς φεγγοβόλησε το καλύβι με μιαν αλλιώτικη λάμψη και εφάνηκε σαν παλάτι. Τα δοκάρια σαν νά ’τανε μαλαμοκαπνισμένα, κι οι πυτιές(5) που ήτανε κρεμασμένες σαν να γινήκανε χρυσά καντήλια, και τα τυροβόλια κι οι καρδάρες και τ’ άλλα τα σύνεργα που τυροκομούσε ο Γιάννης, λες κι ήτανε διαμαντοκολλημένα. Και τα ξύλα που καιγόντανε στη φωτιά ευωδιάζανε σαν μοσκολίβανο και δεν τρίζανε, όπως τρίζανε τα ξύλα της φωτιάς, παρά ψέλνανε σαν τους αγγέλους πού ’ναι στον Παράδεισο.
Ο Γιάννης ήτανε καλός άνθρωπος, όπως τον έφτιαξε ο Θεός.
Φτωχός ήτανε, είχε λιγοστά πρόβατα, μα πλούσια καρδιά : «Τη πτωχεία τα πλούσια!». Ήτανε αυτός καλός, μα είχε και καλή γυναίκα. Κι όποιος τύχαινε να χτυπήσει την πόρτα τους, έτρωγε κι έπινε και κοιμότανε. Κι αν ήτανε και πικραμένος, έβρισκε παρηγοριά. Γι αυτό κι ο Άγιος Βασίλης κόνεψε στο καλύβι τους, ξημερώνοντας Πρωτοχρονιά, παραμονή της χάρης του, κι έδωσε την ευλογία του.
Κείνη τη νύχτα τον περιμένανε όλες οι πολιτείες και τα χωριά της οικουμένης, αρχόντοι, δεσποτάδες κι επίσημοι ανθρώποι, πλην εκείνος δεν πήγε σε κανέναν τέτοιον άνθρωπο, παρά πήγε στο μαντρί του Γιάννη του Βλογημένου.
Σαν βολέψανε τα πρόβατα, μπήκε μέσα ο Γιάννης και λέγει στο γέροντα:
«Γέροντα, μεγάλη χαρά έχω απόψε που ήρθες, ν’ ακούσουμε κι εμείς κανένα γράμμα, γιατί δεν έχουμε εκκλησία κοντά μας, μήτε καν ρημοκλήσι. Εγώ αγαπώ πολύ τα γράμματα της θρησκείας μας, κι ας μην τα καταλαβαίνω, γιατί είμαι ξύλο απελέκητο. Μια φορά μας ήρθε ένας γέροντας Αγιονορίτης και μας άφησε τούτη την αγιωτική φυλλάδα, κι αν λάχει να περάσει κανένας γραμματιζούμενος καμιά φορά, τον βάζω και τη διαβάζει. Εγώ όλα όλα τα γράμματα που ξέρω είναι τρία λόγια που τά ’λεγε ένας γραμματιζούμενος, που έβγαζε λόγο στο χωριό, δυό ώρες από δω, κι από τις πολλές φορές που τά ’λεγε, τυπωθήκανε στη θύμησή μου. Αυτός ο γραμματικός έλεγε και ξανάλεγε : “Σκώνιτι ου μήτηρ του κι τουν ανισπάζιτι κι του λέγ’ : Τέκνου μου! Τέκνου μου!”. Αυτά τα γράμματα ξέρω…».
Ήτανε μεσάνυχτα. Ο αγέρας βογγούσε. Ο Άγιος Βασίλης σηκώθηκε απάνου και στάθηκε γυρισμένος κατά την ανατολή κι έκανε το σταυρό του τρεις φορές. Ύστερα έσκυψε και πήρε από το ταγάρι του μια φυλλάδα κι είπε:
«Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε, νυν και αει και εις τους αιώνας των αιώνων!».
Ο Γιάννης πήγε και στάθηκε από πίσω του και σταύρωσε τα χέρια του. Η γυναίκα του βύζαξε το μωρό και πήγε κι εκείνη και στάθηκε κοντά στον άντρα της.
Κι ο γέροντας είπε το «Θεός Κύριος» και τ’ απολυτίκιο της Περιτομής «Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες», χωρίς να πει και το δικό του τ’ απολυτίκιο, που λέγει : «Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος σου». Έψελνε γλυκά και ταπεινά, κι ο Γιάννης κι η Γιάνναινα τον ακούγανε με κατάνυξη και κάνανε το σταυρό τους. Κι είπε ο Άγιος Βασίλης τον όρθρο και τον κανόνα της εορτής «Δεύτε λαοί, άσωμεν», χωρίς να πει το δικό του κανόνα «Σου την φωνήν έδει παρείναι, Βασίλειε». Κι ύστερα είπε όλη τη λειτουργία κι έκανε απόλυση.
Καθίσανε στο τραπέζι και φάγανε, ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας, ο Γιάννης ο Βλογημένος, η γυναίκα του κι ο μπάρμπα - Μάρκος ο Βουβός, που τον είχε συμμαζέψει ο Γιάννης και τον βοηθούσε.
Και, σαν αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπιτα και την έβαλε απάνω στο σοφρά. Κι ο Άγιος Βασίλης πήρε το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπιτα κι είπε:
«Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος!».
Κι έκοψε το πρώτο το κομμάτι κι είπε: «του Χριστού», έκοψε το δεύτερο κι είπε: «της Παναγίας», κι ύστερα έκοψε το τρίτο και δεν είπε: «του Αγίου Βασιλείου», αλλά είπε: «του νοικοκύρη του Γιάννη του Βλογημένου!».
Πετάγεται ο Γιάννης και του λέγει:
«Γέροντα, ξέχασες τον Αι-Βασίλη!».
Του λέγει ο Άγιος:
«Αλήθεια, τον ξέχασα!».
Κι έκοψε ένα κομμάτι κι είπε:
«Του δούλου του Θεού Βασιλείου!».
Ύστερα έκοψε πολλά κομμάτια, και σε κάθε ένα που έκοβε έλεγε: «της νοικοκυράς», «του μωρού», «του δούλου του Θεού Μάρκου του μογιλάλου(6)», «του σπιτιού», «των ζωντανών», «των φτωχών».
Λέγει πάλι ο Γιάννης στον Άγιο:
«Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιοσύνη σου;».
Του λέγει ο Άγιος:
«Έκοψα, ευλογημένε!».
Μα ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα, ο καλότυχος!
Έστρωσε η γυναίκα, για να κοιμηθούνε. Σηκωθήκανε να κάνουνε την προσευχή τους. Ο Άγιος Βασίλης άνοιξε τις απαλάμες του κι είπε την δική του την ευχή, που τη λέγει ο παπάς στη λειτουργία:
«Κύριος ο Θεός μου, οίδα ότι ουκ ειμι άξιος, ουδέ ικανός, ίνα υπό την στέγην εισέλθης του οίκου της ψυχής μου…».
 
Ο ΚΑΛΟΤΥΧΟΣ..Ο ΓΙΑΝΝΗΣ Ο ΒΛΟΓΗΜΕΝΟΣ.. | true love 
Σαν τελείωσε την ευχή κι ετοιμαζόντανε να πλαγιάσουνε, του λέγει ο Γιάννης :
«Εσύ, γέροντα, που ξέρεις τα γράμματα, πες μας σε ποιά παλάτια άραγες πήγε απόψε ο Αι-Βασίλης; Οι αρχόντοι κι οι βασιλιάδες τί αμαρτίες μπορεί νά ’χουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστεν αμαρτωλοί και κακορίζικοι, επειδής η φτώχεια μας κάνει να κολαζόμαστε!».
Ο Άγιος Βασίλης δάκρυσε. Σηκώθηκε πάλι απάνω, άπλωσε τις απαλάμες του και ξαναείπε την ευχή αλλιώτικα:
«Κύριε ο Θεός μου, οίδας ότι ο δούλος Ιωάννης ο απλούς εστιν άξιος και ικανός, ίνα υπό την στέγην αυτού εισέλθης, ότι νήπιος υπάρχει, και των τοιούτων εστίν η βασιλεία των ουρανών…».
Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο καλότυχος, ο Γιάννης ο Βλογημένος".

Λεξιλόγιο:
1. Βολοδέρνω - βασανίζομαι γυρνώντας από δω κι από κει
2. Λεμπεσουριά - φτωχολογιά
3. Ρουπάκι - αγριοβελανιδιά
4. Ξελοχίζω - ζωηρεύω τη φωτιά
5. Πυτιά (η) - μαγιά απ’ την οποία γίνεται το τυρί
6. Μογιλάλος - βουβός

 

ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ ΣΤΟ ΝΕΟ ΕΤΟΣ

 



Το τέλος κάθε χρονιάς μας οδηγεί ένα βήμα περισσότερο πιο κοντά στο θάνατο.

Τι κι αν οι άνθρωποι προσπαθούν με ευχολόγια και και φρούδες ελπίδες να ξορκίσουν τον πόνο, τη θλίψη, τη φθορά από τη ζωή τους.

Τι κι αν οι άνθρωποι στρέφονται σε ψυχολογικές "αποδράσεις" για να καλύψουν το φόβο, τη μοναξιά και την απελπισία από τις ψυχές τους.

Καμιά ευχή, καμιά προσδοκία, καμιά ανθρώπινη προσπάθεια, ούτε ασφαλώς, και η αλλαγή του τελευταίου ψηφίου ενός έτους, μπορούν να σταματήσουν τον ποταμό της ζωής από την πορεία του στη "νεκρά θάλασσα". Κανείς δεν μπορεί από μόνος του να ξεφύγει από το παράλογο και το τραγικό της εδώ βιωτής και οπωσδήποτε το θάνατο.

Το ζούμε, άλλωστε για άλλη μια φορά:
ούτε τα χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια δε φώτισαν τα "σκοτάδια" μας, ούτε τα εδέσματα και τα γλυκίσματα δε μετατράπηκαν στη χαρά που περιμέναμε, αλλά ίσως σε κάποια παραπάνω κιλά, ούτε η νέα χρονιά -όπως και όλες οι προηγούμενες- θα φέρει κάτι νέο στη ζωή μας.

Μοναδική ελπίδα η συνειδητοποίηση της ματαιότητας, η απελπισία από τα έργα των χειρών μας και η στροφή μας στα αληθινά Χριστούγεννα.

Μόνο με την είσοδο του Θείου Βρέφους στο χωρόχρονο μας, όχι μόνο ημερολογιακά κι αφηρημένα, αλλά προσωπικά, βιωματικά και καθημερινά, μπορεί ο νέος χρόνος αλλά και η ζωή μας να αποκτήσουν νόημα, περιεχόμενο και ελπίδα.

Μόνο με το Χριστό ο χρόνος μπορεί να γίνει καινός, το παράλογο και το τραγικό της ζωής να αντικατασταθούν με τη σχέση προσφοράς, αγάπης και θυσίας που νικάνε κάθε μαυρίλα, κάθε απελπισία και κάθε σκοτάδι.

Με το Χριστό και μόνο με το Χριστό και την πρόσληψη της ανθρώπινης φύσεως με τη θεϊκή, ο ρους του χρόνου δεν οδεύει πια προς τη φθορά και το θάνατο, αλλά προς την Ζωή και την Ανάσταση.

Έρχεται μέσα στο Χρόνο ο Χριστός, όχι για να γίνει μέρος και κομμάτι της ζωής μας, αλλά για να γίνει σχέση Ζωής και Σωτηρίας μας, να μας ανακαινίσει και να εγκεντρίσει το χρονικό με το αιώνιο.

Λίγο πριν την είσοδό μας σε μια νέα χρονιά, ας μη μείνουμε στο να περιμένουμε μιαν αυτόματη και "μαγική" αλλαγή της ζωής μας και των καταστάσεων που τη συνοδεύουν.

Ας χρησιμοποιήσουμε το χρόνο που μας δωρίζει ο Θεός για να συναντηθούμε μεταξύ μας και μαζί Του.

Για να γίνει η προσδοκία μας αλλά και οι καθημερινές επιλογές μας, ο τρόπος που φανερώνεται η Βασιλεία του Θεού, όχι σε μια μελλοντική μεταθανάτια κατάσταση, αλλά στο αέναο παρόν της Ευχαριστιακής Λειτουργίας, στο σύνδεσμο Πίστεως και Αγάπης με τον παντοτινά ερχόμενο Κύριο.

ΚΑΛΗ ΚΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΧΡΟΝΙΑ ΣΥΝ ΘΕΩ!

Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2021

Άγιος Παΐσιος: -Χριστούγεννα και να κοιμηθούμε! Εύχομαι η καρδιά σας να γίνη Αγία Φάτνη και το Πανάγιο Βρέφος της Βηθλεέμ να σας δώση όλες τις ευλογίες Του

 






«Ο Χριστός με τη μεγάλη Του αγάπη και με την μεγάλη Του αγαλλίαση που σκορπάει στις ψυχές των πιστών με όλες τις άγιες γιορτές Του, μας ανασταίνει αληθινά αφού μας ανεβάζει ψηλά πνευματικά. Αρκεί να συμμετέχουμε και να έχουμε όρεξη πνευματική να τις πανηγυρίζουμε πνευματικά. τότε τις γλεντάμε πνευματικά και μεθάμε πνευματικά από το παραδεισένιο κρασί που μας φέρνουν οι Άγιοι και μας κερνούν.

Τις γιορτές για να τις ζήσουμε, πρέπει να έχουμε τον νου μας στις άγιες ημέρες και όχι στις δουλειές που έχουμε να κάνουμε για τις άγιες ημέρες. Να σκεφτόμαστε τα γεγονότα της κάθε αγίας ημέρας και να λέμε την ευχή δοξολογώντας τον Θεό. Έτσι θα γιορτάζουμε με πολύ ευλάβεια κάθε γιορτή.

Να μελετάει και να ζει τα θεία γεγονότα συνέχεια. Όταν κανείς μελετάει τα γεγονότα της κάθε γιορτής, φυσιολογικά θα συγκινηθεί και με ιδιαίτερη ευλάβεια θα προσευχηθεί. Έπειτα στις Ακολουθίες ο νους να είναι στα γεγονότα που γιορτάζουμε και με ευλάβεια να παρακολουθούμε τα τροπάρια που ψέλνονται. Όταν ο νους είναι στα θεία νοήματα, ζει τα γεγονότα ο άνθρωπος, και έτσι αλλοιώνεται.

-Γέροντα, μετά την Αγρυπνία των Χριστουγέννων δεν κοιμόμαστε;

-Χριστούγεννα και να κοιμηθούμε! Η μητέρα μου έλεγε: «Απόψε μόνον οι Εβραίοι κοιμούνται». Βλέπεις, την νύχτα που γεννήθηκε ο Χριστός οι άρχοντες κοιμόνταν βαθιά, και οι ποιμένες «αγραυλούσαν». Φύλαγαν τα πρόβατα την νύχτα παίζοντας την φλογέρα. Κατάλαβες; Οι ποιμένες πού αγρυπνούσαν είδαν τον Χριστό.

-Πώς ήταν Γέροντα, το σπήλαιο;

-Ήταν μία σπηλιά μέσα σε έναν βράχο και είχε μία φάτνη, τίποτε άλλο δεν είχε. Εκεί πήγαινε κανένας φτωχός και άφηνε τα ζώα του. Η Παναγία με τον Ιωσήφ, επειδή όλα τα χάνια ήταν γεμάτα και δεν είχαν πού να μείνουν, κατέληξαν σε αυτό το σπήλαιο. Εκεί ήταν το γαϊδουράκι και το βοϊδάκι, που με τα χνώτα τους ζέσταναν τον Χριστό! «Ἔγνω βοῦς τον κτησάμενον και όνος την φάτνην του κυρίου αὐτοῦ», δεν λέει ο Προφήτης Ησαΐας;

-Σε ένα τροπάριο, Γέροντα, λέει ότι η Υπεραγία Θεοτόκος βλέποντας τον νεογέννητο Χριστό, «χαίρουσα ὁμοῦ καὶ δακρύουσα» ἀναρωτιόταν:… «Ἐπιδώσω σοι μαζόν, τῷ τὰ σύμπαντα τρέφοντι, ἢ υμνήσω σε, ὡς Υἱὸν καὶ Θεόν μου; ποίαν εὕρω ἐπὶ σοί προσηγορίαν;»

-Αυτά είναι τα μυστήρια του Θεού, η πολύ μεγάλη συγκατάβαση του Θεού, την οποία δεν μπορούμε εμείς να συλλάβουμε!

-Γέροντα, πώς θα μπορέσουμε να ζήσουμε το γεγονός της Γεννήσεως, ότι δηλαδή ο Χριστός «Σήμερον γεννάται εκ Παρθένου»;

-Για να ζήσουμε αυτά τα θεία γεγονότα, πρέπει ο νους να είναι στα θεία νοήματα. Τότε αλλοιώνεται ὁ άνθρωπος. «Μέγα και παράδοξον θαύμα τετέλεσται σήμερον», ψάλλουμε. Άμα ο νους μας είναι εκεί, στο «παράδοξον», τότε θα ζήσουμε και το μεγάλο μυστήριο της Γεννήσεως του Χριστού.

Εγώ θα εύχομαι η καρδιά σας να γίνη Αγία Φάτνη και το Πανάγιο Βρέφος της Βηθλεέμ να σας δώση όλες τις ευλογίες Του.

Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2021

Ποιοι, πότε και πόσο να θεολογούν (Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος)

 Άγιος Γρηγόριος Θεολόγος: Ποίοι, πότε και πόσο να θεολογούν - Ορθοδοξία  News Agency

 

Τὶς πρωινὲς ὧρες βγῆκε ἀπὸ τὸ κελλί του. Φώναξε δυὸ διάκους καὶ τοὺς μίλησε. Ἔπρεπε νὰ εἰδοποιήσουνε παντοῦ. Τὸ ἀπόγευμα ἐκεῖνο θὰ κήρυττε, φυσικὰ στὴν Ἀναστασία. Οἱ διάκοι φύγανε ἀμέσως. Ἀπὸ στόμα σὲ στόμα ἡ Πόλη ἔμαθε. Τὸ ἀπόγευμα οἱ ὀρθόδοξοι μαζεύτηκαν. Μαζὶ καὶ μερικοὶ κακόδοξοι, ἀρειανοί, πνευματομάχοι καὶ ἀπολιναριστές.

Γέμισε ἡ Ἀναστασία, πλημμύρισε ὁ γυναικωνίτης, ἔξω ἀπὸ τὸ ναὸ κι ἄλλος κόσμος.

Καμμιὰ φορὰ ἦρθε καὶ ὁ Γρηγόριος. Μικρόσωμος σκελετωμένος, λίγο κυρτός, μὲ τὰ μάτια χαιρετοῦσε τοὺς πιστούς, τοῦ κάνανε διάδρομο νὰ περάσει. Μπῆκε στὸ ἱερὸ Βῆμα. Γονάτισε στὴν ἁγία Τράπεζα κι ἔμεινε ἀκίνητος γιὰ λίγα λεπτά. Σηκώθηκε, τράβηξε τὸ βῆλο τῆς Ὡραίας Πύλης καὶ βγῆκε. Στάθηκε στὸ μεγάλο σκαλοπάτι, κοίταξε μὲ ἀγάπη τὸ ἐκκλησίασμα, ἔδωσε τόνο αὐστηρὸ στὴ φωνὴ καὶ ἄρχισε:

Ἀρκετά, τὸ κακὸ ἔχει πολὺ προχωρήσει. Πολλοὶ μιλᾶνε γιὰ τὰ θεία χωρὶς περίσκεψη. Ἐνδιαφέρονται μόνο γιὰ ὡραῖες φράσεις, νὰ ἐντυπωσιάζουν οἱ λόγοι τους… καὶ νὰ χειροκροτοῦνται. Ἡδονίζονται μὲ τὶς λογομαχίες, εἶναι χειρότεροι κι ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους σοφιστές.

Πιὸ κάτω ἔγινε πιὸ αὐστηρὸς καί, κοιτάζοντας ὅλους στὰ μάτια, συνέχισε:

Μάθατε ὅλοι νὰ μιλᾶτε γιὰ ὅλα, κι ἂς ἔχετε βουνὸ τὴν ἀμάθεια. Τὸ θράσος εἶναι μεγάλο. Διδάσκετε χωρὶς νὰ γνωρίζετε καὶ τὸ μυστήριο τῆς ἀλήθειας πέφτει χαμηλά, πέφτει στὰ μάτια τοῦ κόσμου…

Οἱ πιὸ τολμηροὶ κινήθηκαν νὰ τὸν διακόψουν. Συνηθιζόταν στὴν ἐποχὴ ἐκείνη νὰ διακόπτουνε τὸν ὁμιλητή, νὰ τοῦ φέρνουν ἀντιρρήσεις ἢ νὰ τοῦ ζητοῦν ἐξηγήσεις. Ἤσαν ἐκεῖ καὶ «κατάσκοποι», νὰ παίρνουν λόγια κι ἐπιχειρήματα, νὰ τὰ πηγαίνουν στοὺς ἀντιπάλους τοῦ Γρηγορίου καὶ μάλιστα στὸν Εὐνόμιο, ποὺ ζοῦσε τότε στὴ Χαλκηδόνα ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Πόλη.

Kάντε ὑπομονὴ καὶ μὴ μὲ διακόπτετε, εἶπε ἀποφασιστικά. Θὰ σᾶς τὸ πῶ μία καὶ καλῆ. Δὲν εἶναι τοῦ καθενὸς νὰ θεολογεῖ, νὰ φιλοσοφεῖ γιὰ τὸ Θεό. Τὸ ἔργο τοῦτο ἀνήκει μόνο σ’ αὐτοὺς ποὺ εἶναι δοκιμασμένοι, ποὺ ἔχουνε ζήσει τὰ θεία πράγματα, ποὺ ἔχουνε καθαρίσει τὴν ψυχή τους ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ἢ τουλάχιστον ἀγωνίζονται συνεχῶς γιὰ τὴν ψυχική τους καθαρότητα. Εἶναι φοβερὰ ἐπικίνδυνο νὰ πλησιάζει κανεὶς τὸν καθαρὸ Θεό, χωρὶς κι ὁ ἴδιος νὰ εἶναι καθαρός. Ὅπως ὅταν πέσουνε οἱ καυτερὲς ἀκτίνες τοῦ ἥλιου σὲ μάτι ἄρρωστο, τὸ μάτι τότε θ’ ἀρρωστήσει περισσότερο. Προσοχή, λοιπόν, μὴν ἐπιχειρεῖτε νὰ θεολογεῖτε χωρὶς προϋποθέσεις. Καὶ ἡ κάθαρση πρώτη προϋπόθεση.

Τὸ ἐνδιαφέρον τῶν ἀκροατῶν ἄναψε. Πολλοὶ θυμώσανε. Καὶ ὁ Γρηγόριος συνέχισε μὲ τὴ δεύτερη προϋπόθεση.

Νὰ θεολογοῦν ἐκεῖνοι ποὺ ἀπαλλαχτήκανε ἀπὸ τὶς καθημερινὲς ἐπίμοχθες ἐργασίες. Ὅσο κανεὶς ἀφιερώνεται ἀποκλειστικὰ στὸ ἔργο τῆς θεολογίας, τόσο περισσότερο πετυχαίνει ὡς θεολόγος. Εἶναι νὰ λυπᾶται κανείς, ὅταν βλέπει κάποιους ἀπὸ τὴ μία μέρα στὴν ἄλλη νὰ γίνονται θεολόγοι… πέφτουνε τὸ βράδυ νὰ κοιμηθοῦνε τεχνίτες καὶ ξυπνοῦνε σοφοί, αὐτοχειροτόνητοι θεολόγοι.

Μὲ τὰ λόγια τοῦτα, ὅλοι κατάλαβαν, ὅτι ἡ συντριπτικὴ πλειοψηφία τῶν πιστῶν δὲν πρέπει νὰ θεολογοῦν. Καὶ προχώρησε ὁ κήρυκας στὴν τρίτη προϋπόθεση:

Καὶ νὰ μὴ γίνεται ἡ θεολογία σὲ ὁποιουσδήποτε καὶ σὲ ὁποιαδήποτε ὥρα. Ὄχι μετὰ τὶς διασκεδάσεις καὶ τὰ θέατρα, τὰ φαγοπότια καὶ τὸν ἱππόδρομο. Γιὰ νὰ ἀκούσει κανεὶς γιὰ τὴν ἀλήθεια, χρειάζεται πνευματικὴ προετοιμασία καὶ μάλιστα πολλή.

Ἔχει κι ἄλλη μία προϋπόθεση νὰ τοὺς τονίσει:

Ἀκόμα, πρέπει νὰ προσέχουμε καὶ τὰ θέματα τῆς θεολογίας καὶ τὸ βάθος της. Οὔτε γιὰ ὅλα πρέπει νὰ θεολογοῦμε, οὔτε νὰ προχωρᾶμε ἀδιάκριτα σ’ ὅλο τὸ βάθος. Μόνο ἀνάλογα μὲ τὶς πνευματικές μας δυνάμεις καὶ ἀνάλογα μὲ τὴ δεκτικότητα τῶν ἀκροατῶν, μὲ τὴν δύναμή τους νὰ μᾶς καταλάβουν.

Μικροψίθυροι γίνανε στὸ ἀκροατήριο, καὶ ἕνα σωρὸ ἐρωτήσεις ἔβλεπε στὰ μάτια τους ὁ Γρηγόριος.

Δηλαδή, πάτερ, δὲ θ’ ἀσχολούμαστε μὲ τὸ Θεό;

Ἀντίθετα, φίλε μου, τοῦ ἁπαντὰ ὁ Γρηγόριος, ν’ ἀσχολεῖσαι καὶ μὲ τὸ παραπάνω. Ἂν μπορεῖς, ἔχε τὸ Θεὸ στὸ νοῦ σου πιὸ συχνὰ κι ἀπ’ ὅσο ἀναπνέεις. Μπορεῖς; Δὲ σὲ συμβουλεύω, ὅμως, νὰ θεολογεῖς χωρὶς τὶς ἀναγκαῖες προϋποθέσεις.

Βαριὲς οἱ ἀπαιτήσεις τοῦ Γρηγορίου. Ἀλλιῶς εἴχανε μάθει οἱ πιστοί. Νιώθανε τανάλια νὰ σφίγγει τὸ λαιμό τους. Καὶ τοὺς ἔδωσε μία διέξοδο, ν’ ἀναπνεύσουν, γιατί τοὺς ἦρθε ἀπότομα:

Ἀκοῦστε, ἀδελφοί. Καταλαβαίνω. Πολλοὶ ἔχετε μεγάλη φιλοτιμία νὰ θεολογεῖτε, μὰ δὲν ἔχετε ὅσο πρέπει τὶς προϋποθέσεις. Γι’ αὐτό σᾶς λέω καὶ τοῦτο: Μπορεῖτε, ἂν θέλετε, νὰ φιλοσοφεῖτε καὶ νὰ θεολογεῖτε γιὰ πολλά, ὅπως γιὰ τὸν κόσμο καὶ τὴ φύση, γιὰ τὴν ψυχή, γιὰ τὴν ἀνάσταση, γιὰ τὴν κρίση, γιὰ τὰ πάθη τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτά, ἐὰν πεῖτε κάτι σωστό, θά’ ναι χρήσιμο. Ἂν πάλι κάνετε λάθος, δὲ θά’ ναι ἐπικίνδυνο γιὰ τὴ σωτηρία. Ὁ λόγος, ὅμως, ὁ ἀπευθείας γιὰ τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα καὶ τὴ θεία οἰκονομία εἶναι ἡ καθαυτὸ θεολογία, γι’ αὐτὴν χρειάζονται οἱ δύσκολες προϋποθέσεις. Καὶ θὰ τὰ πῶ τώρα πιὸ καθαρά: χρειάζεται νά’ χει κανεὶς τὴ θεία ἔλλαμψη, ὅποιος τὴν ἔχει ἂς προχωρήσει…

Καμμιὰ φορὰ τελείωσε ἡ ὁμιλία. Καὶ οἱ συζητήσεις ἀρχίσανε ἀμέσως. Πῶς, γιατί, μὲ τί τρόπο…; Ἔλεγε ὁ καθένας τὸ δικό του. Ὁ Γρηγόριος ἀπὸ τὸ Ἱερὸ Βῆμα τὰ ἔβλεπε, τὰ καταλάβαινε, ἀλλὰ δὲν ἔκρινε ὅτι τὸ βράδυ ἐκεῖνο ἔπρεπε νὰ συνεχίσει. Ἄλλωστε, ἤτανε φοβερὰ κουρασμένος.

Πρὶν ἀποσυρθεῖ στὸ κελλί του, ὅρισε τὴν ὥρα καὶ τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ συνέχιζε γιὰ τὸ ἴδιο θέμα.

Ἤτανε πάλι ἐν’ ἀπόγευμα, πρὶν δύσει ὁ ἥλιος. Μελιχρὴ ἀτμόσφαιρα, ὅλο θαλπωρή, ὁ Βόσπορος ἔστελνε λίγη ὑγρασία. Περνοῦσε ἀπὸ τὴν ἀκρόπολη τοῦ Βύζα, τῶν ἀρχαίων μεγαρέων, προχωροῦσε στ’ ἀνάκτορα καὶ τὸν ἱππόδρομο, τρύπωνε στὶς κιονοστοιχίες τοῦ φόρου (ἀγορᾶς) τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, κι ἐλεύθερος ἔμπαινε στὴ φυτεμένη αὐλὴ τοῦ Ἀβλαβίου. Ἐκεῖ καὶ ἡ Ἀναστασία, πάλι γεμάτη, μέσα κι ἔξω. Τώρα ἔπρεπε ὁ Γρηγόριος νὰ δώσει ἕνα σωρὸ ἐξηγήσεις γιὰ τὰ προηγούμενα. Ἔπρεπε νὰ συνεχίσει τὸ λόγο του περὶ θεολογίας. Ἔπειτα νὰ προχωρήσει στὴν Τριαδολογία, ποὶα εἶναι ἡ σχέση τῶν προσώπων τῆς ἁγίας Τριάδας, δηλαδὴ τοῦ Πατέρα, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Εἶχε προετοιμαστεῖ, τὰ εἶχε σχεδιάσει καλά.

Ἔκανε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, γονάτισε δίπλα στὴν ἁγία Τράπεζα, προσευχήθηκε λίγη ὥρα. Σηκώθηκε ἀργὰ καὶ βγῆκε στὴν Ὡραία πύλη. Γιὰ νὰ ὑπενθυμίσει —ἂν καὶ δὲ χρειαζότανε— συνόψισε μὲ λίγα λόγια τὴν προηγούμενη ὁμιλία καὶ τόνισε τὸ ρόλο τῆς ἁγίας Τριάδας. Τοὺς εἶπε ὅτι στὴ θεολογία ὁ Πατέρας εὐδοκεῖ, ὁ Υἱὸς συνεργεῖ καὶ τὸ Πνεῦμα ἐμπνέει. Ὅλα τελικὰ εἶναι θεία ἔλλαμψη. Τὰ τελευταία τοῦτα λόγια τοῦ φέρανε σύγχυση. Ἔχασε τὸν εἱρμό, τὸ σχέδιο ποὺ εἶχε ἑτοιμάσει. Χωρὶς νὰ καταλάβει πῶς, καρδιὰ καὶ νοῦς γατζώθηκαν σὲ ὅ,τι ὁ ἴδιος τὶς μέρες ἐκεῖνες εἶχε ζήσει. Τὶς νύχτες ποὺ προσευχότανε καὶ ζητοῦσε νὰ τοῦ δείξει ὁ Θεὸς τὴν ἀλήθεια καὶ πῶς νὰ μιλάει γι’ αὐτήν. Ἤσανε βιώματα συγκλονιστικά. Ἐμπειρίες ποὺ δὲν τὶς ἀντέχει ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ἔπαθε ὅ,τι καὶ ὁ Παῦλος, ποὺ «ἡρπάγη εἰς τρίτον οὐρανόν» καὶ εἶδε ἀλήθειες ἄρρητες.

Πίεσε ὁ Γρηγόριος τὸν ἑαυτὸ του ν’ ἀφήσει τὶς ἐμπειρίες του καὶ νὰ προχωρήσει. Μάταια. Τρόμαξε, ὅταν ἔνιωσε ὅτι δὲν τὸ μπορεῖ. Στὸ ξάστερο μέτωπό του γυάλισαν σταγόνες ἱδρώτα. Οὔτε μπρὸς μποροῦσε, οὔτε πίσω. Παραδόθηκε στὸ βάθος του. Ἔσκυψε τὸ κεφάλι ἀριστερά, στὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἄφησε τὸ ποτάμι ποὺ τὸν πλημμύριζε νὰ κυλήσει, ἔτσι ὅπως ἐρχόταν, ἄτακτα ἀλλὰ μὲ νερὸ καθαρὸ καὶ ἅγιο:

Ἀγωνιζόμουν, ἀδελφοί. Ἀσκήτευα καὶ προσευχόμουν. Ἔκλαιγα καὶ ζητοῦσα τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ ζήσω τὴν ἀλήθεια, νὰ γνωρίσω βαθύτερα τὴ θεότητα γιὰ νὰ διδάσκω τὰ ὀρθά. Βίαζα τὸν ἑαυτό μου ν’ ἀνέβω ψηλὰ στὸ βουνὸ τῆς θεολογίας, νὰ εἰσχωρήσω στὸ πυκνὸ σύννεφο τῆς ἀλήθειας. Τὸ ποθοῦσα ἀφάνταστα… μὰ βουνὸ ἡ ἀλήθεια!

Ὅμως ἐγὼ ἤλπιζα, γιατί ἀγαποῦσα. Ἔτρεμα κι ἀγωνιοῦσα, γιατί γνώριζα τὴ μικρότητά μου κι ἔνιωθα τὴ μεγαλωσύνη τοῦ Θεοῦ. Κι ἔξαφνα ἔγινε, ἀδελφοί μου, ἔπαθα τὸ γλυκὺ καὶ φοβερό. Ἐνῶ ζητοῦσα κι ἀγωνιοῦσα, βρέθηκα μέσα στὸ σύννεφο, ναί, στὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ… ὑπῆρχα ἐκεῖ μὲ τὸ Θεό, ζοῦσα μ’ αὐτόν, δὲν ἔνιωθα ὕλη καὶ πράματα κοσμικά, μέσα μου ἔβλεπα καὶ ζοῦσα, μὲ νοῦ καὶ καρδιά, ὅ,τι μπορεῖ κανεὶς νὰ ζήσει ἀπὸ τὴ θεότητα. Δὲ λέω πὼς εἶδα τὴ θεία φύση, ποὺ μένει ἀπρόσιτη καὶ ἄγνωστη. Ὄχι… αὐτὴν μόνο ὁ Πατέρας, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα τὴν βλέπουνε. Εἶδα τὴ «δεύτερη φύση», τὴ μεγαλειότητα τοῦ Θεοῦ, τὴ θεία δηλαδὴ ἐνέργεια, τὴ λάμψη τῆς θείας φύσης, τὴν ἀκτινοβολία της, ποὺ φτάνει στὸν ἄνθρωπο, ἐὰν αὐτὸς ἀγαπᾶ, ἐὰν ἀγωνίζεται νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὰ πάθη. Κι ὅλα τὴν ὥρα τούτη εἶναι ἄφατη μακαριότητα… χωρὶς ὅρια ἡ ἀπόλαυση. Βρίσκεσαι, ἀδελφέ, σὲ ὕψος δυσθεώρητο ἐκεῖ πάνω… ἡ θεωρία τοῦ Θεοῦ ἀτέλειωτη καὶ τὸ κάλλος τῆς ἀτέλειωτο. Κι ὅλ’ αὐτά, φίλοι μου, εἶναι λίγα. Μηδαμινὰ σὲ σύγκριση μὲ ὅσα δὲ βλέπει ὁ ἄνθρωπος στὴν κατάσταση τούτη, θά’ λεγα ὅτι βλέπει μόνο μικρὸ ἀπαύγασμα, ἑνὸς παμμέγιστου φωτός.

Ὅμως ἀλλοίμονο σὲ κεῖνον, ποὺ θέλησε ν’ ἀνέβει ἐκεῖ χωρὶς κάθαρση, χωρὶς προετοιμασία. Πέφτει, κατρακυλὰ κάτω καὶ χάνεται. Γιὰ ν’ ἀντικρύσει κανεὶς ἐκεῖ τὴν περίλαμπρη θεότητα, πρέπει να’ χεῖ καλὰ καθαρίσει τὰ πνευματικὰ του μάτια, διαφορετικὰ τυφλώνεται, χάνει κι αὐτὸ ποὺ ἔχει, τὸ φυσικό του φῶς, Ἔτσι ἀλλιῶς, ἐκεῖ δὲ φτάνει ὁ ἀνέτοιμος. Μόνο οἱ πολὺ ἀγωνιστές. Κι αὐτοὶ πάλι, ὄχι μόνοι τους, ἀλλὰ μὲ τὴ χάρη τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔρχεται σέ μᾶς ἀπὸ τότε ποὺ ἐνανθρώπησε ὁ θεῖος Λόγος. Μόνο ἔτσι ἀπολαμβάνουμε τὴ θεία μακαριότητα, μετὰ τὴν ἐνανθρώπηση ζοῦμε σὲ ἄλλο βαθμὸ τὶς θεῖες ἐνέργειες…

Σὲ λίγο ἀνέκοψε τὸ λόγο του. Τὸ ἀκροατήριο τοῦ εἶχε παραδοθεῖ. Δὲν περίμενε τέτοιο ποταμὸ προσωπικῶν ἐμπειριῶν, θεοπτικῶν βιωμάτων. Ἀκόμα καὶ οἱ κακόδοξοι, ποὺ ἤσανε παρόντες, νιώθανε κάτι ἀπὸ τὶς θεῖες ἐμπειρίες τοῦ ἱεροῦ ἄνδρα νὰ τοὺς ἀγγίζει. Δὲν ἔπρεπε, ὅμως, νὰ προχωρήσει ἄλλο. Θὰ ἤτανε ἀσύνετο. Καὶ προσπάθησε μὲ τρόπο νὰ περάσει στὸ σχέδιο ποὺ ἀρχικὰ ἑτοίμασε: Τί γνωρίζουμε, τί δὲ γνωρίζουμε ἀπὸ τὸ Θεό, πῶς ἐκφράζεται ἡ γνώση αὐτὴ καὶ τὰ σχετικά. Ἡ ἀνακοπὴ τοῦ λόγου ἔκανε νὰ συνέλθουνε λίγο ἀπὸ τὴν ἔκπληξη καὶ οἱ ἀκροατές. Οἱ πιὸ ζωηροί, ὅσων ἡ καρδιὰ δὲν εἶχε κατανυγεῖ πολύ, θυμηθήκανε ἀπορίες κι ἐνστάσεις. Βρήκανε τὸ κουράγιο τὴν ὥρα κείνη νὰ τὶς εἰποῦν μὲ συντομία, μὲ δυὸ λέξεις:

Μποροῦμε, πάτερ, νὰ ἐκφράσουμε τὸ Θεό; Γιατί κάποιοι σοφοὶ λένε πὼς ὄχι…

-Ὁ Πλάτωνας, τοὺς ἀπαντάει ἀμέσως, ἕνας ἀπ’ ὅσους Ἕλληνες θεολογήσανε, λέει πὼς εἶναι δύσκολο νὰ καταλάβουμε τὸ Θεὸ κι ἀδύνατο νὰ τὸν ἐκφράσουμε. Ἀλλά, ἐὰν καταλάβεις κάτι, σίγουρα θὰ βρεῖς κάποιο τρόπο νὰ τὸ ἐκφράσεις, ἔστω καὶ ἀμυδρά. Τὸ θέμα εἶναι, λοιπόν, πῶς θὰ καταλάβεις τὸ Θεό! Ἀπὸ μόνος του ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ. Ἐπεμβαίνει, ὅμως, ὁ Θεὸς καὶ μᾶς φωτίζει, φανερώνει δηλαδὴ τὸν ἑαυτό του μὲ πολλοὺς τρόπους. Δὲ φανερώνει ὅμως ποτὲ τὴν οὐσία του, αὐτὴ μένει ἀπρόσιτη, γι’ αὐτὴν ποτὲ δὲ μιλᾶμε στὴ θεολογία.

Ἕνας ἀπὸ τὸ ἀκροατήριο, μὲ φιλοσοφικὴ παιδεία, ἐπεμβαίνει καὶ ὑπενθυμίζει τοὺς νεοπλατωνικούς:

Ἡ μέθοδος τοῦ ἀποφατισμοῦ, πάτερ, μ’ αὐτὴ μποροῦμε νὰ γνωρίσουμε τὸ Θεό;

Ὄχι, ὄχι φίλοι μου. Ἐμεῖς θέλουμε νὰ ζήσουμε ἀληθινὰ τὸ Θεό μας, νὰ τὸν γνωρίσουμε γιὰ νὰ ζήσουμε! Δὲν εἶναι θέμα ζήτησης φιλοσοφικῆς. Μέθοδο ἀποφατικὴ ἔχουν οἱ νεοπλατωνικοί, ἀλλ’ αὐτοὶ δὲ ζοῦνε κεῖνο ποὺ ἐπιδιώκουνε νὰ γνωρίσουν, γιατί τελικὰ δὲ φτάνουνε σὲ αὐτό. Μὲ τὸ νὰ λὲς τί δὲν εἶναι ὁ Θεός, δὲ σημαίνει ὅτι φτάνεις στὸ Θεό. Ἐμεῖς θέλουμε τὴν ἀλήθεια ποὺ δίνει ζωή, ἄρα πρέπει νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὴν ἀλήθεια. Δὲν μᾶς ἱκανοποιεῖ νὰ ἐπισημάνουμε τί δὲν εἶναι ἀλήθεια. Γιατί αὐτὸ μόνο κάνει ὁ ἀποφατισμός. Σοῦ λέει μόνο μερικὰ πράγματα ποὺ δὲν εἶναι ὁ Θεός. Κάτι βέβαια εἶναι κι αὐτὸ, μὰ ὄχι ἐκεῖνο ποὺ ζητᾶμε. Ἂν σὲ ρωτήσει κάποιος, πόσο κάνουνε πέντε καὶ πέντε καὶ σὺ τοῦ ἀπαντήσεις ὅτι δὲν κάνουνε τρία, δὲν κάνουνε ἑπτά, δὲν κάνουνε ὀκτὼ ἢ δεκαπέντε κλπ., δὲν ἱκανοποιεῖς αὐτὸν ποὺ ἐρωτᾶ. Ἔτσι καὶ μὲ τὸν ἀποφατισμό, τὸ νὰ λέμε ὅτι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ὕλη, δὲν ἔχει ἀρχή, δὲν ἔχει τέλος, εἶναι ἄρρητος κ.λπ., δὲν ἀπαντᾶμε στὴ ζήτηση τοῦ Θεοῦ. Κι ἐμεῖς πασχίζουμε καὶ πεθαίνουμε γιὰ νὰ ἔχουμε μέσα μας τὸ Θεό, γιὰ νὰ τὸν ζοῦμε. Μὲ τὴ δική του χάρη, βέβαια, ἀλλὰ ζοῦμε κι ἔχουμε τὴν ἐμπειρία τῆς χάρης του, τῆς ἐνέργειάς του, ὄχι τῆς οὐσίας του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅλη μας ἡ θεολογία μιλάει κυρίως γιὰ τὸ πῶς ἀποκτᾶμε αὐτὴ τὴν ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, ὄχι γιὰ τὸ τί δὲν εἶναι Θεός. Γιὰ νὰ δεῖτε καὶ μόνοι σας πόσο μικρῆς σημασίας εἶναι ὁ ἀποφατισμός, ἀναλογιστεῖτε καὶ τοῦτο:

Γιὰ νὰ μπορεῖς μὲ σιγουριὰ νὰ πεῖς ὅτι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ὕλη, δὲν ἔχει ἀρχὴ κλπ., πρέπει πρώτα νά τὸν ἔχεις γνωρίσει. Ἐπομένως, οἱ ἀποφατικές ἐκφράσεις εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀποκτημένης, πλέον, βίωσης καὶ γνώσης τοῦ Θεοῦ, δέν ὀδηγοῦν οἱ ἐκφράσεις αὐτές στὴ γνώση τοῦ Θεοῦ. Χρησιμεύουν μόνο γιά τοὺς ἀρχάριους καὶ συχνά μέ αὐτές δηλώνουμε τὸ δέος μας ενώπιον τοῦ Θεοῦ. Ακόμα, τις χρησιμοποιοῦμε γιά νά δηλώσουμε, ὅτι δέν γνωρίζουμε τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία ὅμως οὐδέποτε ἀναζητᾶμε…

Τελείωσε καί τὸ λόγο του αὐτό. Εἶχε ξεκαθαρίσει δύο βασικά στοιχεία. Ποιός εἶναι ὁ θεολόγος και τί ἀκριβώς εἶναι ἡ θεολογία. Τὶ ὀφείλει νά προϋποθέτει ὁ θεολόγος καί ποιᾶ ἡ ἐσωτερική δομή τῆς θεολογίας. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι, ἀπ’ ὅσα ὑψηλά ἔλεγε ὁ Γρηγόριος οἱ πολλοί καταλάβαιναν λίγα. Μά δέν γινόταν διαφορετικά. Θά’ δινε ὁ Θεός, οἱ πολλοί νά ἀκολουθήσουν τοὺς λίγους. Πάντα έτσι γινότανε και ἔτσι γίνεται. Ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτει σταδιακὰ.

Τὸ ἐνδιαφέρον, ἰδιαίτερα τῶν μορφωμένων, ἔγινε πιὸ ἔντονο. Μαθημένοι γενικὰ στὴν προσκόλληση στὸ γράμμα τῆς γραφῆς, εἶχαν καταντήσει σὰν τοὺς Ἰουδαίους. Αὐτοὶ λατρεύανε τὸ γράμμα καὶ οὔτε κὰν ὑποπτεύονταν τὸ πνεῦμα τῆς Γραφῆς. Τώρα ὁ Γρηγόριος δοκιμάζει νὰ τοὺς ἀνοίξει τὰ μάτια, νὰ δοῦνε καθαρὰ τὴν πορεία τῆς θείας οἰκονομίας καὶ ἰδιαίτερα τὴ δράση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος:

Δυὸ ριζικὲς ἀλλαγὲς γίνονται στὸν κόσμο. Ἔπειτα ἦρθε καὶ Τρίτη. Ὅλες μοιάζουν μὲ σεισμοὺς καὶ ταρακούνησαν καὶ μεταμόρφωσαν τὸν κόσμο. Φυσικά, τοῦ Θεοῦ καὶ οἱ τρεῖς. Ποιὲς εἶναι; Οἱ δυὸ διαθῆκες καὶ ἡ δράση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπὸ τὴν πεντηκοστὴ καὶ μετά. Γιατί τὶς λέω ἀλλαγές, «μεταθέσεις» καὶ «σεισμούς»; Διότι στὴν πρώτη διδάχτηκε ὁ κόσμος γιὰ τὸν ἕνα Θεὸ καὶ ἔτσι ἄφησε τὰ εἴδωλα. Δηλαδὴ μὲ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἀφαιροῦνται τὰ εἴδωλα, εἰδωλολάτρες γίνανε Ἰουδαῖοι, λατρέψανε τὸν ἀληθινὸ Θεό. Κρατήσανε, ὅμως, τὶς θυσίες ζώων. Στὴ δεύτερη ἐνανθρώπησε ὁ Κύριος, δίδαξε γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ ὑποσχέθηκε νὰ στείλει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Αὐτὰ γίνανε στὴν Καινὴ Διαθήκη, ποὺ μὲ τὴ σειρὰ της ἀφαίρεσε κάτι, κατάργησε τὶς θυσίες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Τώρα πιὰ τὸ στάδιο τῆς θείας οἰκονομίας εἶναι τέλειο. Ὅ,τι ἔδωσε ὁ Κύριος μὲ τὴν Καινὴ Διαθήκη εἶναι ὁριστικὸ καὶ ἀμετάβλητο. Αὐτὸ ποὺ θα’ ρθεῖ μετά, μὲ τὴ δράση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δὲν θὰ ἔχει ἀφαίρεση κάποιου στοιχείου ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη, οὔτε θὰ εἶναι ἀλήθεια νέα, ἄγνωστη καὶ ἀντίθετη στὴν ἀποκάλυψη τοῦ Κυρίου. Στοὺς δυό, λοιπὸν, σεισμοὺς εἴχαμε καὶ ἀφαιρέσεις, καταργήσεις. Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη δηλαδὴ κατάργησε τὰ εἴδωλα καὶ ἡ Καινὴ Διαθήκη κατάργησε τὶς θυσίες ζώων.

Οἱ πιὸ θερμόαιμοι δὲν εἶχαν ὑπομονὴ καὶ εἴπανε φωναχτὰ τὶς ἀπορίες τους:

Γιατί ὁ Θεὸς δὲν ἔκανε τὴν ἀλλαγὴ μία καὶ καλῆ; Καὶ ἀφοῦ μὲ τὴν πεντηκοστὴ δὲν ἔχουμε ἀφαιρέσεις καὶ καταργήσεις, τί ἔχουμε;

Ἀπὸ τὸ σημεῖο τοῦτο γινόταν ἀκόμα πιὸ δύσκολη ἡ θεολογία. Ὁ Γρηγόριος, παρὰ τοὺς δισταγμούς του, προχώρησε. Ἄλλοι θὰ καταλάβαιναν καὶ ἄλλοι ὄχι. Αὐτὸς ἔπρεπε νὰ δώσει λόγο, νὰ κοινοποιήσει τὴ γνώση ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα:

Έχουμε ἀπὸ τὸ Θεὸ τὴν τακτικὴ αὐτή, δηλαδὴ τὴ σταδιακὴ ἀποκάλυψη καὶ φανέρωση τῆς ἀλήθειας, γιατί ὁ ἄνθρωπος εἶναι καὶ ἀδύνατος καὶ ἐλεύθερος. Μὲ μίας δὲν μποροῦσε νὰ τὰ καταλάβει καὶ νὰ τὰ ἀφομοιώσει ὅλα. Θὰ πάθαινε πνευματικὸ κορεσμό, θὰ βαρυστομάχιαζε. Δὲν θὰ ἀφομοιῶνε, δηλαδὴ δὲν θὰ συνειδητοποιοῦσε τὴν ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια. Καὶ ὡς ἐλεύθερος πάλι, χρειαζότανε χρόνο, προετοιμασία γιὰ νὰ δεχτεῖ ἐλεύθερα, μὲ τὴ θέλησή του, ὅσα τοῦ ἀποκαλύπτονταν σταδιακά. Ὁ Θεὸς δὲν ἐξαναγκάζει.

Ἔπρεπε, ὅμως, νὰ τοὺς ἐξηγήσει καὶ τὴ διαδικασία ποὺ ἀκολουθεῖται ἀπὸ τὴν Πεντηκοστὴ καὶ μετά. Προσπάθησε ὅσο γίνεται νὰ ἁπλουστεύσει:

Είπαμε, ὅτι στὴν Παλαιὰ καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη ἔχουμε ἀφαιρέσεις, καταργήσεις. Ἐδῶ ἀντίθετα, ἔχουμε «προσθῆκες». Ἀπὸ τὴν Πεντηκοστὴ καὶ μετὰ ἡ σταδιακὴ πορεία τῆς θείας οἰκονομίας προχωρεῖ μὲ προσθῆκες, ὄχι πλέον ἀφαιρέσεις. Διότι ὅσα ἔχουμε στὴν Καινὴ εἶναι γνήσια καὶ ὁριστικά. Καὶ γιὰ νὰ καταλάβετε τὴν τακτικὴ τῶν προσθηκῶν σᾶς ἐπισημαίνω τοῦτο: Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὁ Θεὸς Πατέρας ἀποκαλύφτηκε μὲ σαφήνεια, «φανερῶς», ἐνῶ ὁ Υἱὸς ἀμυδρά, ἐλάχιστα. Ἡ Καινὴ φανέρωσε τὸν Υἱὸ καὶ μόνο «ὑπέδειξε» τὴ θεότητα τοῦ Πνεύματος. Τώρα ὅμως τὸ Πνεῦμα, ποὺ πλέον ἐνεργεῖ σέ μᾶς, δηλαδὴ στὴν Ἐκκλησία, φανερώνει σαφέστατα ὅ,τι γιὰ τὸ ἴδιο τὸ Πνεῦμα λέχθηκε στὴν Καινή, χωρὶς νὰ ἀλλάζει κάτι ἀπὸ αὐτὰ ποὺ λέχθηκαν ἐκεῖ. Βλέπετε πῶς τὸ φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδας καταυγάζει τὴν ἀνθρωπότητα σταδιακά; Μὲ τὶς προσθῆκες ἔχουμε «προόδους» καὶ «προκοπή» στὴ θεία δόξα. Αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιὰ τοὺς μαθητὲς τοῦ Κυρίου. Σταδιακὰ δεχτήκανε τὸν φωτισμὸ καὶ προοδευτικὰ καταλάβανε τὴν ἀλήθεια.

Σὲ ἄλλους τὰ λόγια τοῦτα φάνηκαν λογικὰ καὶ σὲ ὅλους περίεργα. Δὲν εἶχε καὶ ὁ Γρηγόριος αὐταπάτες. Ἀνάγκη πάσα νὰ στηρίξει ὅλα αὐτὰ στὴ Γραφή. Καὶ τὸ ἔκανε μὲ σαφήνεια μοναδική, ποὺ δὲν εἶχε ξαναγίνει στὴν Ἐκκλησία:

Μήν ἀμφιβάλλετε, ἀγαπητοί μου. Τὶς προσθῆκες, γιὰ τὶς ὁποῖες μίλησα, τὶς ὑποσχέθηκε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. Θυμηθεῖτε μόνο τί ἔλεγε στοὺς Ἀποστόλους, ὅταν πιὰ ἔφτανε ἡ ὥρα τῶν Ἁγίων παθῶν του. Καὶ τί ἀκριβῶς τοὺς ὑποσχέθηκε; Ὅτι ὅταν φύγει ἀπὸ τὴ γῆ, θὰ τοὺς στείλει τὸν Παράκλητο, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Γιατί; Γιὰ νὰ τοὺς ἐνισχύει, νὰ τοὺς παρηγορεῖ. Μὰ καὶ γιὰ ἕναν ἀκόμη λόγο, πολὺ σπουδαῖο.

Ὁ Κύριος τοὺς εἶπε, ὅτι ἔχω κι ἄλλα πολλὰ νὰ σᾶς διδάξω ἀλλὰ τώρα δὲν μπορεῖτε νὰ τὰ καταλάβετε. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ θὰ στείλω, αὐτὸ θὰ σᾶς διδάξει καὶ θὰ σᾶς φωτίσει. Καὶ θὰ σᾶς ἐξηγήσει, ὅλα ὅσα ἐγώ σᾶς εἶπα. Αὐτὸ θὰ σᾶς ὁδηγήσει σὲ ὅλη τὴν ἀλήθεια (βλέπε Ἰωάννου 14, 25-26 καὶ 12-14). Προσέξτε καλὰ τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου. Ἄφησε τοὺς Ἀποστόλους νὰ καταλάβουν ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θὰ συνεχίσει τὸ ἔργο τοῦ Κυρίου. Δὲν θὰ παρουσιάσει, ὅμως, διδασκαλία ἀντίθετη ἀπὸ τοῦ Κυρίου. Θὰ συνεχίσει στὴν ἴδια γραμμὴ θὰ διαφωτίσει ἐκεῖνα ποὺ λέγονται καὶ ἀποκαλύπτονται στὴν Καινὴ Διαθήκη.

Μία λοιπὸν ἀπὸ τὶς διδασκαλίες – ἀλήθειες, ποὺ ὁ Κύριος δὲν εἶπε – ἐπεξήγησε στοὺς Ἀποστόλους, εἶναι ἡ περὶ τῆς θεότητας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτήν μᾶς τὴ δίνει τώρα μὲ τὸ φωτισμὸ Του τὸ ἴδιο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Μπορεῖ πρόσφατα καὶ ἄλλοι νὰ φωτίστηκαν γιὰ τὴ θεότητα τοῦ Πνεύματος, μὰ ἐγὼ θὰ τὴν ὁμολογῶ πάντα καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ θυσιαστῶ γιὰ αὐτήν, διότι τὴν ἔχω κυριολεκτικὰ μὲ «ἔλλαμψιν» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτὸ μὲ ὁδήγησε κι αὐτό μοῦ φανέρωσε τὴ θεότητά του. Γι’ αὐτὸ, ἀδελφοί μου, κρατῶ τὴ διδασκαλία τούτη ὡς δῶρο θεῖο. Μ’ αὐτὴν ζῶ καὶ μ’ αὐτὴν θὰ πεθάνω δοξάζοντας καὶ προσκυνώντας τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ ἔχουν μία κοινὴ θεότητα.

Τελείωσε τὴν ὁμιλία του γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἔκανε μὲ τὸ παραπάνω τὸ καθῆκον του ὡς διδάσκαλος. Ἠρέμησε. Δυό-τρεῖς ἡμέρες περάσανε γαλήνιες. Κάτι συνέβη, ὅμως, ποὺ δὲν τὸ γνωρίζουμε. Κάποιες συζητήσεις, κάτι ἀντιρρήσεις… καὶ τὴν ἑπόμενη Κυριακὴ ἔκρινε ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθει στὸ θέμα τῆς θεολογίας. Ποιὸς πρέπει νὰ θεολογεῖ καὶ πότε νὰ θεολογεῖ (Λόγος Κ’).

Ἔτσι ξανατόνισε στὸ Ναὸ τῆς Ἀναστασίας:

Αλίμονο σὲ ὅποιον θεολογεῖ χωρὶς καθαρότητα καὶ ἄσκηση. Προσπαθῶ καὶ ἐπιθυμία μου εἶναι, νὰ γίνω μέσα μου πεντακάθαρος καθρέφτης, γιὰ νὰ καθρεφτιστεῖ ἐκεῖ ὁ Θεός, ἡ ἀλήθεια.

Κι ἐπειδὴ ἔβλεπε στὸ ἀκροατήριο κάποιον ἰδιώτη, ποὺ χωρὶς φόβο μίλαγε γιὰ ὁποιοδήποτε σημεῖο τῆς ἀλήθειας, σταμάτησε τὸ λόγο καὶ τοῦ εἶπε:

Θές κάποτε καὶ ἐσὺ νὰ γίνεις θεολόγος, φύλαγε τὶς θεῖες ἐντολές, πορέψου ἐφαρμόζοντας τὰ προστάγματα τοῦ Κυρίου. Καὶ μὴν ξεχνᾶς ποτέ, γιὰ νὰ ζήσεις τὴ θεωρία, θὰ περάσεις ἀπὸ τὴν πράξη. Πρῶτα ἡ ἄσκηση καὶ ἔπειτα ἔρχεται ἡ θεοπτία.

 

[Ὁ Πληγωμένος Ἀετὸς (Γρηγόριος ὁ Θεολόγος) – Στυλιανός Παπαδόπουλος, εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας]

 

Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2021

Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ: «Οι αποστάτες, που όλο και θ’ αυξάνονται, θα αυτοαποκαλούνται και θα παρουσιάζονται στους άλλους ως χριστιανοί»

 


«Ακόμα πιο δύσκολη θα κάνει τότε τη θεάρεστη ζωή και η γενική αποστασία. 
Οι αποστάτες, που όλο και θ’ αυξάνονται, θα αυτοαποκαλούνται και θα παρουσιάζονται στους άλλους ως χριστιανοί. 
Ωστόσο, θα καταδιώκουν τους αληθινούς χριστιανούς και θα τους επιβουλεύονται ακατάπαυστα, βάζοντας αναρίθμητα εμπόδια στην καλή τους επιθυμία να υπηρετούν τον Κύριο και να σωθούν, όπως επισημαίνει ο άγιος Τύχων του Ζαντόνσκ. (Έπιστολή 67) Θα κάνουν πολλά εναντίον των δούλων του Θεού. Θα χρησιμοποιήσουν και τη βία της εξουσίας και τη συκοφαντία και τις καλοστημένες σκευωρίες και τις πολύμορφες απάτες και τους σκληρούς διωγμούς..»

Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2021

"Κάποιοι λένε πως πρέπει να φοβόμαστε : τον πόλεμο, τους σεισμούς, τις πυρκαγιές, την ανεργία, τον καρκίνο..." ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΦΡΑΙΜ ΑΡΙΖΟΝΑΣ

 

Συνήθως φοβόμαστε αυτά που φοβούνται και οι άλλοι γύρω μας ή αυτά που μας λένε κάποιοι ειδικοί ότι πρέπει να φοβόμαστε:τον πόλεμο, τους σεισμούς, τις πυρκαγιές, την ανεργία, τον καρκίνο, το AIDS, τη νόσο των τρελών αγελάδων, και ό,τι άλλο καινούριο μπορεί να προκύψει στις μέρες μας. Φυλαγόμαστε και καλά κάνουμε.

Όμως δεν είναι σίγουρο ότι ξέρουμε καλά ποιος είναι ο πραγματικός κίνδυνος, η πραγματική απειλή γύρω μας και μέσα μας, τι είναι αυτό που χρειάζεται να στρέψουμε την προσοχή μας, γιατί η απειλή είναι άμεση, καθημερινή και η κατάληξη πραγματικά οδυνηρή.

Tον μεγάλο κίνδυνο τον κουβαλάμε επάνω μας, ο μεγάλος μας εχθρός βρίσκεται μέσα μας και λέγεται εγωισμός

Εγωισμός με όλα του τα παρακλάδια: φιλαυτία, υπερηφάνεια, έπαρση, προβολή κλπ.

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΦΡΑΙΜ ΑΡΙΖΟΝΑΣ

Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2021

‘Οσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλιβίτης – Η ζωή μέσα στήν οἰκογένεια

 
 
Ὅταν πήγαιναν γονεῖς καὶ τὸν ρωτοῦσαν γιὰ τὰ παιδιά τους ποὺ εἶχαν προβλήματα, ἐκεῖνος τοὺς παρακινοῦσε νὰ μὴν προσπαθοῦν νὰ τὰ διορθώσουν μὲ συμβουλές ή μέ ἀπειλὲς, γιατί αὐτὸ μᾶλλον ἐναντιώνει περισσότερο τὰ παιδιὰ ποὺ ἔχουν ἐσωτερικὲς δυσκολίες.
 
Ἔλεγε χαρακτηριστικά: «Ὄχι πολλὰ λόγια στὰ παιδιά. Τὰ λόγια χτυπᾶνε στ’ αὐτιά, ἐνῶ ἡ προσευχὴ πηγαίνει στὴν καρδιά. Προσευχὴ χρειάζεται, μὲ πίστη δίχως ἄγχος, ἀλλὰ καὶ καλὸ παράδειγμα…Αὐτὸ ποὺ ζεῖς, αὐτὸ καὶ ἀκτινοβολεῖς. Ἀκτινοβολεῖ ὁ Χριστὸς μέσα σου; Αὐτὸ πηγαίνει καὶ στὸ παιδί σου».
 
Ὁ Γέροντας μὲ μεγάλη λεπτότητα καὶ διάκριση ἐπισήμαινε τὴν τεράστια εὐθύνη τῶν γονέων στὴν ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν. Ἔλεγε:

«Ἡ ἀγάπη, ἡ ὁμοψυχία, ἡ καλὴ συνεννόηση τῶν γονέων εἶναι ὅ,τι πρέπει γιὰ τὰ παιδιά. Μεγάλη ἀσφάλεια καὶ σιγουριά…

 
Ὅταν τὰ παιδιὰ πληγώνονται ἀπ’ τὴν κακὴ μεταξὺ τῶν γονέων τους συμπεριφορά, χάνουν δυνάμεις καὶ διάθεση νὰ προχωρήσουν στὴν πρόοδο. Κακοκτίζονται καὶ τὸ οἰκοδόμημα τῆς ψυχῆς τους κινδυνεύει ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ νὰ γκρεμιστεῖ».
 
Συμβούλευε μάλιστα τοὺς γονεῖς: «Ὅταν τὰ παιδιὰ εἶναι τραυματισμένα καὶ πληγωμένα ἀπὸ κάποιο σοβαρὸ ζήτημα, νὰ μὴν ἐπηρεάζεσθε ποὺ ἀντιδροῦν καὶ μιλοῦν ἄσχημα.
 
Στὴν πραγματικότητα δὲν τὸ θέλουν, ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ κάνουν ἀλλιῶς στὶς δύσκολες στιγμές. Μετὰ μετανιώνουν. Ἂν ὅμως οἱ γονεῖς ἐκνευριστεῖτε καὶ θυμώσετε, γίνεσθε ἕνα μὲ τὸν πονηρὸ καὶ σᾶς παίζει ὅλους».
 
Ἡ προτροπὴ τοῦ Γέροντα ἦταν: «Γίνετε ἅγιοι καὶ δὲν θὰ ἔχετε κανένα πρόβλημα μὲ τὰ παιδιά σας. Ἡ ἁγιότητα τῶν γονέων ἀπαλλάσσει τὰ παιδιὰ ἀπ’ τὰ προβλήματα. Τὰ παιδιὰ θέλουν κοντὰ τους ἀνθρώπους ἁγίους, μὲ πολλὴ ἀγάπη, ποὺ δὲν θὰ τὰ φοβερίζουν, οὔτε θὰ περιορίζονται στὴ διδασκαλία, ἀλλὰ θὰ δίνουν ἅγιο παράδειγμα καὶ προσευχή.
 
Νὰ προσεύχεσθε οἱ γονεῖς σιωπηλὰ καὶ μὲ τὰ χέρια ψηλὰ πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ ν’ ἀγκαλιάζετε τὰ παιδιὰ σας μυστικά. Κι ὅταν κάνουν ἀταξίες, νὰ παίρνετε κάποια παιδαγωγικὰ μέτρα, ἀλλὰ νὰ μὴν τὰ πιέζετε. Κυρίως νὰ προσεύχεσθε. Ἡ ἀκτινοβολία τῆς ἁγιοσύνης καὶ ὄχι τῆς ἀνθρώπινης προσπάθειας κάνει τὰ παιδιὰ καλά» .
 
Γι’ αὐτὸ συχνὰ τόνιζε ὅτι γιὰ νὰ ἀπαλλαγοῦν τὰ παιδιὰ ἀπὸ διάφορα ἐσωτερικὰ προβλήματα, δὲν εἶναι ἀρκετὲς οἱ συμβουλές, οἱ ἐξαναγκασμοί, ἡ λογικὴ κι οἱ ἀπειλές. Μᾶλλον τότε τὰ παιδιὰ γίνονται χειρότερα.
 
Ὁ Γέροντας ἐξηγοῦσε πὼς «χωρὶς τὴν ἀγάπη, ἡ συμβουλὴ πληγώνει, ἡ ὑπόδειξη βλάπτει, ἀκόμη καὶ ἡ προσευχὴ δὲν ὠφελεῖ».
 
Ἡ διόρθωση γίνεται μόνο μὲ τὸν ἐξαγιασμὸ τῶν γονέων. Ἂν δὲν ἁγιάζονται οἱ γονεῖς, ἔλεγε, ἂν δὲν ἀγωνίζονται, κάνουν μεγάλα λάθη καὶ μεταδίδουν τὸ κακὸ ποὺ ἔχουν μέσα τους.
 
Ὅταν, ὅμως, οἱ γονεῖς ἠρεμοῦν μὲ ἅγιο τρόπο ζωῆς, τότε μποροῦν νὰ μιλήσουν μὲ ἀγάπη καὶ ψυχραιμία στὰ παιδιά τους, νὰ τὰ φιλοτιμήσουν, νὰ τοὺς ποῦν ὅτι τὰ ἐμπιστεύονται καὶ ὅτι εἶναι σίγουροι πὼς θὰ τὰ καταφέρουν καλύτερα, ὅταν προσπαθήσουν περισσότερο καὶ ζητήσουν τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ.
 
Ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ταπείνωση εἶναι γιὰ τὸν ὅσιο Γέροντα οἱ προϋποθέσεις γιὰ νὰ ἐπικοινωνήσει ἡ ψυχὴ μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον. Αὐτὲς πρέπει νὰ διέπουν καὶ τὶς σχέσεις τῶν γονέων τόσο μεταξύ τους ὅσο καὶ μὲ τὰ παιδιά τους. Ἔτσι κάθε δυσκολία μέσα στὴν οἰκογένεια, ἐσωτερικὴ ἢ ἐξωτερική, μπορεῖ νὰ ὑπερβαίνεται.
 
Συμβούλευε ὁ ὅσιος Γέροντας: «Σὲ καθετὶ ποὺ συμβαίνει, νὰ ρίχνετε τὸ βάρος στὸν ἑαυτό σας. Νὰ προσεύχεσθε μὲ ταπείνωση, νὰ μὴν αὐτοδικαιώνεσθε. Βλέπετε, γιὰ παράδειγμα ἀντιζηλία ἀπὸ ἀπέναντι; Προσευχὴ ἐσεῖς μὲ ἀγάπη, γιὰ νὰ ρίξετε ἀγάπη στὴν ἀντιζηλία. Ἀκοῦτε συκοφαντία ἐναντίον σας; Προσευχηθεῖτε!».
 
Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ «σιγὰ σιγὰ θὰ σᾶς ἐπισκέπτεται ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ. Θὰ μπαίνετε μὲς στὴ χαρά. Θ’ ἀρχίσετε νὰ ζεῖτε στὴν εἰρήνη, ὁπότε μετὰ θὰ γίνετε πιὸ δυνατοὶ μὲ τὴ θεία χάρη. Δὲν θὰ θυμώνετε, δὲν θὰ ἐκνευρίζεσθε, δὲν θὰ παρεξηγεῖτε, δὲν θὰ κατακρίνετε, θὰ τοὺς δέχεσθε ὅλους μὲ ἀγάπη».
 
Ὁ ὅσιος Γέροντας Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης μὲ τὴ ζωή, τὸ παράδειγμα καὶ τοὺς λόγους του ὁδηγοῦσε στὴ μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας μὲ ἁπαλὸ τρόπο, χωρὶς πίεση, μεταδίδοντας τὴν πνευματικὴ χαρὰ τῆς ζωῆς μὲ τὸν Χριστό.
 
Αὐτὸ τὸ μήνυμα τῆς ἐλπίδας καὶ τῆς χαρᾶς ἀκτινοβολοῦσε καὶ σὲ ὅλους ποὺ τὸν πλησίαζαν, παρακινώντας: «Νὰ ἔχετε τὴ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἡ χαρὰ ποὺ διαρκεῖ αἰώνια, ποὺ ἔχει αἰώνια εὐφροσύνη. Εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ Κυρίου μας, ποὺ δίνει τὴν ἀσφαλῆ γαλήνη, τὴ γαλήνια τερπνότητα καὶ τὴν παντερπνὴ εὐδαιμονία. Ἡ χαρὰ ἡ πασίχαρη, ποὺ ξεπερνᾶ κάθε ἄλλη χαρά».

Μοναχῆς Θεοξένης – Καθηγουμένης τῆς Ἱ. Μονῆς Ζωοδόχου Πηγῆς – Χρυσοπηγῆς, Χανίων Κρήτης

Δημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ “Παράκληση. Περιοδικὴ Ἔκδοση Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λεμεσοῦ”, τεῦχος 69

Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2021

***Μία αληθινή ιστορία που δείχνει την απέραντη αγάπη Του Χριστού μας προς όλους εμάς τους αμαρτωλούς***

 Μπορεί να είναι εικόνα 1 άτομο


Σ΄ένα μικρό χωριουδάκι της Λέρου, πριν από 30 περίπου χρόνια έγινε το εξής θαυμαστό, που μας διέσωσε αφηγηματικά ένας Άγιος συγχωρεμένος από το 2010 ιερέας, ο παπά-Χρήστος:
’Ήτανε πρωί Σαββάτου. Έκανα θεία λειτουργία και ήμουνα έτοιμος να καταλύσω την Θεία Κοινωνία από το Άγιο Δισκοπότηρο.
Ξαφνικά μπήκε μέσα στο ιερό ένα νεαρό, γειτονόπουλο ο Κωστάκης, λαχανιασμένος, ιδρωμένος όλος αγωνία και μου είπε: «Παπά-Χρήστο μου σώσε μας.
Ο πατέρας μου νιώθει ότι πεθαίνει και θέλει να τον εξομολογήσεις, να τον κοινωνήσεις».
Με έλουσε κρύος ιδρώτας.
Ο πατέρας του παλληκαριού ήταν ο πιο δύσκολος, στριφνός, παράξενος άνθρωπος στο χωριό.
Μ΄ όλους μαλωμένος. Σ’ εκκλησιά δεν πάταγε, ούτε σε κηδείες ή γάμους ή βαφτίσεις.
Έκανα τον Σταυρό μου και θεώρησα κλήση Θεού να πάω αμέσως κοντά του με την Θεία Κοινωνία.
Το σπίτι του ήτανε 40 μέτρα, δίπλα στην εκκλησία σχεδόν.
Όταν μπήκαμε με το παλληκάρι στο σπίτι του ετοιμοθανάτου –κυρ. Γιάννη τον λέγανε- τοποθέτησα το Άγιο Δισκοπότηρο, που είχε κανά πόντο Θεία Κοινωνία πάνω στο κομοδίνο, δίπλα στο κλινάρι του κυρ-Γιάννη.Του είπα αμέσως: Μπαρμπα-Γιάννη για να σε κοινωνήσω πρέπει πρώτα να σε εξομολογήσω και να σου διαβάσω συγχώριο (συγχωρητική ευχή).Θέλεις;
-Θέλω!Βάζω πετραχήλι, μου 'πε ό,τι τον βάραινε, του διάβασα συγχώριο και ετοιμάστηκα να τον κοινωνήσω.
Πάω να πιάσω το Άγιο Δισκοπότηρο, τι να δώ;
Παντελώς άδειο, σταγόνα Θεία Κοινωνία. Μου λύθηκαν τα γόνατα. Λέω στον κυρ-Γιάννη: «πετάγομαι στο Ναό να πάρω από το Αρτοφόριο της Αγίας Τράπεζας Θεία Κοινωνία γιατί το Δισκοπότηρο δεν ξέρω πως είναι άδειο».
Αρχίζει να κλαίει με λυγμούς ο κυρ-Γιάννης και να λέει:«Για μένα το κάνει ο Χριστός παπά μου.
Ό,τι σου ξομολογήθηκα πριν ήσανε όλα ψέματα γιατί ντρεπόμουνα να πω τα αληθινά μου αμαρτήματα που’ ναι πολύ βαρύτερα.
Όμως, αν θέλεις, κάτσε να σου κάνω πραγματική, ειλικρινή εξομολόγηση».Έτσι κι έγινε.
Του διάβασα δεύτερη συγχωρητική ευχή και τον παρακάλεσα να περιμένει να πάω πίσω στο Ναό να φέρω Θεία Κοινωνία. '
'Πήγαινε'', μου απαντά ο κυρ-Γιάννης, ''σε προσμένω''.
Πάω να σηκώσω το Άγιο Δισκοπότηρο και, ακούστε θαύμα. Ένας πόντος Θεία Κοινωνία μέσα. Έκαμα τον Σταυρό μου.
Κοινώνησα αμέσως τον ετοιμοθάνατο. Έλαμψε, γαλήνεψε το προσωπάκι του, πέθανε εκεί μπροστά μου, ολοφάνερα μετανοημένος.
Δόξασα τον Χριστό μας και σκέφτηκα πόσο πάνσοφα, διακριτικά, αγαπητικά, συγχώρεσε και οικονόμησε τη σωτηρία του κυρ-Γιάννη.
Θεός συγχωρέσει τον.
Αιωνία του η μνήμη. Να μην απελπιζόμαστε για την σωτηρία μας κι ας είμαστε οι αμαρτωλότεροι άνθρωποι του κόσμου.
Καλή μετάνοια, καλό παράδεισο σε όλους μας με ειλικρινή και ταπεινή εξομολόγηση!
Από το βιβλίο: «Η ζωή διδάσκει τον Χριστό» του μοναχού Ι.

Πέμπτη 18 Νοεμβρίου 2021

Ἡ ἐξομολόγηση καὶ ὁ Ἅγιος Γέροντας π.Ἰάκωβος Τσαλίκης

 

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο: Ἕνας ἅγιος Γέροντας ὁ μακαριστὸς π.Ἰάκωβος 

Γιὰ τὸ μεγάλο θέμα τῆς ἐξομολογήσεως στὸ ὁποῖο ἀφιέρωσε πολλὰ χρόνια τῆς ζωῆς του πολλὰ θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε. Ἂς ἀναφέρουμε τὰ κυριότερα.

Ἦταν λοιπὸν στὴν ἐξομολόγηση πολὺ ἐπιεικὴς χωρὶς ὅμως καὶ νὰ παραβαίνει τοὺς Κανόνες.

Ἔλεγε: «Ἂν σὲ μία κοπέλα ποὺ ἔκανε, ἂς ποῦμε, ἔκτρωση καὶ μόλις ἐξομολογηθεῖ τὴν ἁμαρτία της ἐγὼ ὡς πνευματικὸς τῆς πῶ ὅτι εἶναι φόνισσα, ὅτι δολοφόνησε τὸ παιδί της καὶ ὅτι ἑφτὰ χρόνια δὲ θὰ κοινωνήσει καὶ κατόπιν τὴ βγάλω ἀπὸ τὸ ἐξομολογητήριο, τί συνέπειες θὰ ἔχουν ὅλα αὐτὰ γιὰ τὴν ψυχή της;

Ἐνῶ ἂν τῆς μιλήσω μὲ ἀγάπη καὶ στοργή, λέγοντάς της «Παιδί μου, δὲν εἶναι σωστὸ αὐτὸ ποὺ ἔκανες, εἶναι ἁμαρτία» καὶ δὲν τῆς βάλω ἀμέσως κανόνα, ἀλλὰ τὴ συμβουλέψω καὶ τὴν ξαναδῶ σὲ δεκαπέντε ἡμέρες ἢ ἕνα μήνα σιγὰ  σιγὰ θὰ τακτοποιηθεῖ ἡ ψυχή της.

Ὁ ἄνθρωπος δὲν πρέπει νὰ φεύγει ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία πληγωμένος ἀλλὰ θεραπευμένος. Ἐγώ, πάτερ μου, δὲ μισῶ τὸν ἄνθρωπο ἀλλὰ τὴν ἁμαρτία».

Ἦταν ἐπιεικὴς στοὺς κανόνες ποὺ ἔβαζε. Τὸ πόσο συνέπασχε μὲ τοὺς ἐξομολογούμενους ἀδελφοὺς φαίνεται ἀπὸ τοὺς παρακάτω λόγους του.

«Ἐγώ, πάτερ μου, συμπάσχω μὲ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἐξομολογεῖται. Πονάω μαζί του. Πονάω καὶ κλαίω γιὰ τὸν ἐξομολογούμενο. Παρακάλεσα τὸν Ἅγιο Δαβὶδ μετὰ τὴν ἐξομολόγηση νὰ ξεχνάω ὅσα δὲ χρειάζονται καὶ νὰ θυμᾶμαι αὐτὰ ποὺ πρέπει γιὰ νὰ προσεύχομαι. Γιατί κάνω προσευχὴ γιὰ τοὺς ἐξομολογούμενους. Καὶ ἀνησυχῶ καὶ τοὺς περιμένω νὰ ξανάρθουν».

Ἔλεγε ὁ Γέροντας:«Ὅταν ἐξομολογῶ, πάτερ μου, τοὺς Χριστιανοὺς καὶ δὲ βλέπω μετάνοια σὲ ὁρισμένους ἀπὸ αὐτοὺς δὲ διαβάζω συγχωρητικὴ εὐχὴ γιατί δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα ἐφ’ ὅσον λείπει ἡ μετάνοια».

Ὁ Γέροντας, λοιπόν, ἐνδιαφερόταν γιὰ τὸ «ἔσωθεν τοῦ ποτηριοῦ».

Ὅταν καμιὰ φορὰ χωρὶς ἐσωτερικὴ διάθεση ὑπακοῆς τοῦ λέγαμε ἕνα τυπικὸ «Νάναι εὐλογημένο», ἔλεγε ὁ Γέροντας: «Πάτερ μου, θὰ κάνεις ὑπακοὴ ἢ ἔτσι ἁπλῶς λὲς «νάναι εὐλογημένο» χωρὶς νὰ τὸ πιστεύεις;».

Γιὰ τὸ θέμα τῆς προσευχῆς ὅταν καμιὰ φορὰ τοῦ ζητούσαμε νὰ μᾶς μιλήσει γιὰ τὴν «Εὐχή» μᾶς ἔλεγε: «Πάτερ μου, ἐγὼ δὲν ξέρω. Ἐγὼ σαράντα χρόνια δὲν ἔκανα ποτὲ «Εὐχή».

Ὅμως ἐμεῖς πάντοτε καὶ στὸ ναὸ καὶ στὸ κελλί του καὶ ὅπου τὸν βλέπαμε ἀκούγαμε τὴν «Εὐχή» ἀδιάλειπτη στὸ στόμα του. Καθαρὴ καὶ κατανυκτική. «Κύριε, Ἰησοῦ, Χριστέ, ἐλέησόν με». Δὲν συμβούλευε μὲ τὰ λόγια ἀλλὰ μὲ τὴν πράξη.

Ὅταν μπαίναμε στὸ κελλί του σχεδὸν πάντα τὸν βλέπαμε μὲ τὸ πετραχήλι προσευχόμενο ἢ μὲ τὸ κομποσχοίνι ἢ κάνοντας Παράκληση.

Μᾶς ἀπαντοῦσε σὲ ὅ,τι τὸν ρωτούσαμε μὲ δυὸ λόγια καὶ ἂν ἐπιμέναμε νὰ παραμένουμε στὸ κελλί του περισσότερο, ἔλεγε: «Νά, κάθομαι, παιδί μου, ἐδῶ καὶ ξεκουράζομαι».

Ποτὲ δὲ μᾶς ἔλεγε ὅτι προσεύχεται. Μόλις βγαίναμε συνέχιζε τὴν προσευχή του. Ὅλα τὰ ἔκανε ἐν κρύπτῳ. Πάντα ἔλεγε: «τίποτα δὲν κάνω».