Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεγάλη Εβδομάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεγάλη Εβδομάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 30 Απριλίου 2021

Η εις Άδου Κάθοδος μέσα από κείμενα της Καινής Διαθήκης (2ο μισό του 1ου αιώνα)



Σταματήσαμε σ’ αυτό το τόσο σημαντικό κεφάλαιο της Χριστιανικής πίστεως, δηλαδή στην κάθοδο της θεανθρώπινης ψυχής του Κυρίου μας Ιησού Χριστού στον Άδη, για δύο κυρίως λόγους:
Ο πρώτος, είναι ότι το αδιαμφισβήτητο ιστορικό αυτό γεγονός, που περιγράφεται με σαφήνεια από τις Άγιες Γραφές, αλλά και από ολόκληρη τη Χριστιανική γραμματεία, λατρεία και τέχνη, σε όλους τους αιώνες, αποστομώνει αυτούς που κακόδοξα ισχυρίζονται ότι η ανθρώπινη ψυχή είναι ανύπαρκτη ως αόρατο συστατικό του ανθρώπου, και ότι ο Άδης είναι απλώς ο τάφος του.
Η κάθοδος της ψυχής του Χριστού στον Άδη, αποδεικνύει σαφώς και τελεσιδίκως, ότι και αόρατη ψυχή υπάρχει, μια και κατέβηκε μ’ αυτήν στον Άδη, και φυσικά Άδης, ως τόπος συγκέντρωσης των ασωμάτων ψυχών των κεκοιμημένων.
Σ’ αυτόν λοιπόν τον Άδη, κατέβηκε η ψυχή του Χριστού, αλλά δεν εγκατελείφθη εκεί, όπως μαρτυρεί η Αγία Γραφή σε πολλά σημεία.
Ο δεύτερος λόγος που εξετάζουμε τόσο αναλυτικά αυτό το γεγονός, είναι ότι αποτελεί βασικό στοιχείο της πίστεώς μας, και σημείο καμπής στην ιστορία του ανθρώπου. Μέχρι τότε, ο Άδης ήταν το σκοτεινό βασίλειο του θανάτου, το δεσμωτήριο των ψυχών που εγκατέλειπαν κατά τον θάνατο το σώμα, και αλυσοδένονταν με τα δεσμά του σκότους και της σιωπής. Όλοι οι άνθρωποι, ακολουθώντας το δρόμο του πεπτωκότος Αδάμ, οδηγούντο δέσμιοι δια του θανάτου στον Άδη, χωρίς καμία δυνατότητα επιστροφής. Όμως ο Χριστός, κατέλυσε με την κάθοδό του στον Άδη, το κράτος του διαβόλου και το βασίλειό του: «Επεί ουν τα παιδία κεκοινώνηκε σαρκώς και αίματος, και αυτός παραπλησίως μετέσχεν των αυτών, ίνα δια του θανάτου καταργήσει τον το κράτος έχοντα του θανάτου, τουτέστιν τον διάβολο, και απαλλάξει τούτους, όσοι φόβω θανάτου δια παντός του ζην ένοχοι ήσαν δουλείας. Επειδή, (γράφει ο Απόστολος στην προς Εβραίους επιστολή), τα παιδία, (δηλαδή οι άνθρωποι), έγιναν μέτοχοι σαρκός και αίματος, και αυτός, (δηλαδή ο Χριστός), έλαβε από τα ίδια, (δηλαδή σάρκα και αίμα), ούτως ώστε με τον θάνατό του, να καταργήσει αυτόν που είχε το κράτος του θανάτου, (δηλαδή τον διάβολο), και να απαλλάξει τους ανθρώπους, (που για όλη τους τη ζωή ήτανυποκείμενοι δουλείας, εξ αιτίας του φόβου του θανάτου) (Εβραίους 2/β: 14,15).
Ο Χριστός λοιπόν, κατεβαίνει στον Άδη ως νικητής και όχι ως ηττημένος από τον διάβολο, ως ελεύθερος και όχι ως δεσμώτης. «Εν νεκροίς ελεύθερος», (ελεύθερος μεταξύ των νεκρών), (Ψαλμός πζ: 5 κατά τους Εβδομήκοντα), κρατώντας τον σταυρό σαν «τρόπαιο νίκης» εναντίον των σκοτεινών δαιμόνων, (Κολοσσαείς 2/β: 14,15), και όχι σαν φονικό όργανο και μέσον επωνείδιστου ατιμωτικού θανάτου. Κατέβηκε στον Άδη όχι ως δούλος, αλλά ως Κύριος και Εξουσιαστής. Γι’ αυτό και «έχει και τα κλειδιά του» (Αποκάλυψις 1/α: 18). Με την κάθοδό του στον Άδη, με την παρουσία του φωτός στο χώρο του σκότους, το σκότος υποχώρησε. «Το φως εν τη σκοτία φαίνει. Και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν» (Ιωάννης 1/α: 5).
Όπως και στη γη των ζώντων, «ο λαός ο καθήμενος εν σκότει, φως είδε μέγα, και τοις καθημένοις εν χώρα και σκιά θανάτου, φως ανέτειλεν αυτοίς». (Ματθαίος 4/δ: 16).
Και όπως το κήρυγμα του Χριστού στη γη των ζώντων, διήρεσε τους ανθρώπους, και άλλοι μεν τον εδέχθησαν, και μετεφέρθησαν δια της πίστεως, στη βασιλεία του Υιού του Θεού, και άλλοι πάλι τον απέρριψαν και διάλεξαν το βαθύτερο σκοτάδι, «διότι ήταν πονηρά τα έργα τους» (Ιωάννου 3/γ: 19). Έτσι και στον Άδη, η παρουσία του Κυρίου με ασώματη ψυχή, και το κήρυγμά του προς τις ασώματες ψυχές, επέφερε διαίρεση, και κατάλυση του Άδου, μια και οι ψυχές των πιστευσάντων, μετεφέρθησαν και αυτές στη βασιλεία του Χριστού, ενώ όσες έμειναν βυθίστηκαν σε βαθύτερο σκοτάδι και σε μεγαλύτερα βάσανα.
Ο Χριστός λοιπόν, «το φως το αληθινόν, ό φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον», (Ιωάννης 1/α: 9), με την παρουσία του όχι μόνο στα επίγεια, αλλά και στα καταχθόνια, ερύσατο τους πιστεύσαντας και εδώ και εκεί, εκ της εξουσίας του σκότους, «και μετέστησεν εις την βασιλεία του» (Κολοσσαείς 1/α: 13).
Αυτή βεβαίως η ενανθρώπιση και παρουσία του Υιού και Λόγου του Θεού, όχι μόνο στη γη των ζώντων, αλλά και στον Άδη, σ’ αυτό το δεσμωτήριο των ψυχών των απ’ αιώνος κεκοιμημένων, και η ταυτόχρονη κατάλυσή του, αποτελεί ένα συγκλονιστικό γεγονός στην ιστορία του ανθρώπου. Είναι λοιπόν φυσικό και επόμενο, αυτό το γεγονός να τονίζεται και να προβάλλεται ιδιαιτέρως, στη ζωή της Εκκλησίας.
Μέχρι τώρα, το έχουμε διαπιστώσει όχι μόνο από τα κείμενα των Αγίων Γραφών, όπου άλλοτε συνεσκιασμένα και μυστικά, και άλλοτε πάλι με κρυστάλλινη σαφήνεια προβάλλεται το γεγονός αυτό, αλλά και από άλλα κείμενα και λόγους των Χριστιανών διδασκάλων των πρώτων αιώνων.

2. Η μαρτυρία του αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου (50 – 113 μ.Χ.)
Όπως αναφέραμε και στην αρχή, ευελπιστούμε στη διάρκεια της σημερινής εκπομπής, να συμπληρώσουμε αυτόν τον κατάλογο και με άλλα αξιολογώτατα κείμενα, όχι μόνο των πρώτων αιώνων, αλλά μάλλον των πρώτων δεκαετιών της ύπαρξης της Χριστιανικής Εκκλησίας.
Θα αρχίσουμε με ένα πρωτοχριστιανικό κείμενο του 100 περίπου μ.Χ,, το οποίο αναφέρεται έμμεσα στο γεγονός της καθόδου του Χριστού στον Άδη, αλλά και στους προφήτες που τον περίμεναν εκεί, και στο κήρυγμά του, και στην ένωσή τους μαζί του, μέσω της πίστεως.
Ο συγγραφέας αναφέρει το γεγονός αυτό περιστασιακά, όπως άλλωστε και ο Απόστολος Πέτρος στις επιστολές του, θεωρώντας το ως κάτι το πολύ γνωστό και δεδομένο, γι’ αυτό άλλωστε και δεν το αναπτύσσει εκτενώς και με λεπτομέρεια, όπως θα έκανε, αν επρόκειτο για κάτι καινούργιο ή άγνωστο. Το κείμενο που θα διαβάσουμε, είναι από την προς Φιλαδελφείς επιστολή του αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου, επισκόπου Αντιοχείας. Ο άγιος Ιγνάτιος έζησε περίπου στην περίοδο από το 50 μ.Χ. ως το 113 μ.Χ., οπότε και μαρτύρησε στη Ρώμη επί αυτοκράτορος Τραϊανού, αφού πρώτα τον οδήγησαν εκεί δέσμιο και με πεζοπορία για παραδειγματισμό, οι Ρωμαίοι Λεγεωνάριοι που τον φρουρούσαν. Τόσο πολύ είχε προκαλέσει τον θαυμασμό για το Χριστιανικό του ήθος και την πίστη του, που συγκίνησε όχι μόνο τα Χριστιανικά πλήθη στο πέρασμά του, αλλά και αυτούς ακόμα τους ειδωλολάτρες, όπως για παράδειγμα τον περίφημο Λουκιανό, ο οποίος μάλιστα έγραψε και το διήγημα με τίτλο: «Περί της Περεγρίνου τελευτής», έχοντας σαν πρότυπο την μαρτυρική περιπέτεια του αγίου Ιγνατίου. Είναι πράγματι θλιβερό και αφόρητο, να υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να αποκαλούνται Χριστιανοί, οι οποίοι όχι μόνο έχουν άγνοια αυτών των φωτοφόρων στύλων της πίστεως, που με την ένθεη και άγια ζωή τους ακολούθησαν τον αγαπημένο τους Κύριο Ιησού μέχρι και αυτό το μαρτύριο, αλλά δυστυχώς τους κατασυκοφαντούν κιόλας, και ελαφρά τη καρδία τους καταδικάζουν ως αιρετικούς.
Ας διαβάσουμε λοιπόν, μετά απ’ αυτή τη σύντομη εισαγωγή, τον δεύτερο στίχο του 5ου κεφαλαίου της προς Φιλαδελφείς Επιστολής του αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου, η οποία γράφτηκε από την Τρωάδα της Μικράς Ασίας, σε μια μικρή στάση του ταξιδιού του αγίου, προς το μαρτύριο στη Ρώμη:
«Και τους προφήτας δε αγαπώμεν, δια το και αυτούς εις το Ευαγγέλιον κατηγγελκέναι, και εις αυτόν ελπίζει, και αυτόν αναμένει, εν ω και πιστεύσαντες εσώθησαν, εν ενότητι Ιησού Χριστού όντες, αξιαγάπητοι και αξιοθαύμαστοι άγιοι, υπό Ιησού Χριστού μεμαρτυρημένοι και συνηριθμημένοι εν τω Ευαγγελίω της κοινής ελπίδος».
Δηλαδή, σε απλούστερη γλώσσα, λέει τα εξής:
«Και τους προφήτες να αγαπάμε, διότι και αυτοί το Ευαγγέλιο προμήνυσαν, και αυτόν, (δηλαδή τον Χριστόν ανέμεναν, στον οποίο και αφού πίστεψαν σώθηκαν, μπαίνοντας στην ενότητα του Ιησού Χριστού, αξιαγάπητοι και αξιοθαύμαστοι άγιοι, μαρτυρημένοι από τον Ιησού Χριστό, και συναριθμημένοι στο Ευαγγέλιο της κοινής ελπίδας».
Οι ερμηνευτές της επιστολής, (Έλληνες και ξένοι), στηριζόμενοι και στα συμφραζόμενα, αλλά και στη γενικότερη τοποθέτηση του συγγραφέα, αποδίδουν τα λόγια του χωρίου αυτού στην ελπίδα και αναμονή των προφητών, όχι μόνο κατά την επίγεια ζωή τους, αλλά και στον Άδη, όπου και συνετελέσθη η πίστις και η σωτηρία τους. Διότι λέγει ο άγιος Ιγνάτιος, ότι οι προφήτες έλπιζαν στον Χριστό, και αυτόν ανέμεναν. Πού τον ανέμεναν; Στον Άδη, όπως είναι φανερό από την προς Μαγνησιείς επιστολή του ιδίου συγγραφέα, κεφάλαιο 9ο και στίχο 2, όπου διαβάζουμε:
«Πώς ημείς, δυνησώμεθα ζήσαι χωρίς αυτού; (δηλαδή του Ιησού Χριστού), ού (του οποίου) και οι προφήται, μαθηταί όντες τω Πνεύματι, ως διδάσκαλον αυτόν προσεδώκον; και δια τούτο, ον δικαίως ανέμενον, παρ’ ον ήγειρεν αυτούς εν νεκρών».
Δηλαδή τους λέει: «Πώς εμείς θα μπορέσουμε να ζήσουμε χωρίς τον Ιησού Χριστό, τον οποίο και οι προφήτες, όντας πνευματικοί μαθητές του τον προσδοκούσαν; Και γι’ αυτό, Αυτόν τον οποίο δίκαια ανέμεναν, όταν ήλθε, τους ήγειρε εκ νεκρών».
Εδώ ο άγιος Ιγνάτιος λέγει σαφώς τα εξής: Οι προφήτες προσδοκούσαν τον Ιησού Χριστό σαν διδάσκαλο. Προφανώς δεν τον προσδοκούσαν να τον δουν στην επίγεια ζωή τους, διότι πολλοί από αυτούς, είχαν προφητεύσει ότι θα ερχόταν εκατονταετίες αργότερα. Τον προσδοκούσαν λοιπόν ως διδάσκαλο στον Άδη.
Και αυτό γίνεται ακόμα πιο ξεκάθαρο, από τα επόμενα, όπου λέγει, ότι «Δικαίως τον ανέμεναν, διότι όταν ήλθε, τους ήγειρε εκ νεκρών». Δηλαδή, ως ασώματες ψυχές, δίκαια τον περίμεναν, διότι όταν ήλθε, τους ανέστησε. Πού ήλθε ο Χριστός, και τον είδαν και τον συνάντησαν οι προφήτες; Προφανώς όχι στη γη, αλλά στον Άδη. Και μάλιστα η εμφάνισή του και η παρουσία του εκεί, είχε σαν άμεσο αποτέλεσμα και την ανάστασή τους.
Αυτό λοιπόν μας φανερώνει πιο συνοπτικά, και στο προηγούμενο χωρίο που διαβάσαμε, όπου μας λέγει, ότι οι προφήτες, ήλπιζαν και ανέμεναν τον Χριστό, και όταν ήλθε στον Άδη όπου ευρίσκοντο, τους εκήρυξε ως διδάσκαλος, πίστεψαν σε αυτόν, και σώθηκαν, ή ισοδύναμα «αναστήθηκαν», μια και ενώθηκαν δια της πίστεως με τον Χριστό, που είναι η ζωή και η ανάσταση των ανθρώπων. Ας λάβουν λοιπόν αυτά σοβαρά υπ’ όψιν, όσοι κακόδοξα αλλά και από άγνοια λέγουν, ότι τα περί ψυχής και περί καθόδου τους Χριστού στον Άδη, είναι αιρετικές διδασκαλίες που ξεφύτρωσαν περί το 300 μ.Χ. Ας επανεξετάσουν τα πράγματα, διότι ακόμα και η ιστορία την οποία βεβαίως αγνοούν, τους διαψεύδει παταγωδώς! Η αλήθεια είναι ότι η διδασκαλία περί ψυχής και περί καθόδου του Χριστού στον Άδη, είναι ανέκαθεν άρρηκτα συνδεδεμένη με την αυθεντική, και ανόθευτη Χριστιανική πίστη, ενώ κάθε τι αντίθετο αντίθετα προς αυτήν, έχει τις ρίζες του στην αίρεση και στην πλάνη.

3. Η μαρτυρία του Ιουστίνου του Μάρτυρος (110 – 165 μ.Χ.)
Ας προχωρήσουμε όμως, σε έναν άλλο πρωτοχριστιανικό συγγραφέα και απολογητή, που έζησε στην περίοδο μεταξύ 110 - 165 μ.Χ. Είναι ο Ιουστίνος ο Φιλόσοφος και Μάρτυς, ο οποίος εμαρτύρησε το 165 μ.Χ., επί Μάρκου Αυριλίου. Από τα πολλά συγγράμματα του Ιουστίνου σώζονται μόνο τρία, εκ των οποίων το ένα επιγράφεται: «Διάλογος προς Τρύφωνα», και περιέχει την συζήτηση σε μια συνάντηση μεταξύ του Ιουστίνου και του Εβραίου Νομοδιδασκάλου Ταρφών, περί το 135 μ.Χ.
Στον διάλογο αυτό, ο Ιουστίνος, προσπαθεί να πείσει με επιχειρήματα τον Εβραίο Τρύφωνα για τον Χριστιανισμό, και κυρίως να του αποδείξει τη θεότητα του Χριστού, και πώς αυτή προκύπτει μέσα από τα ίδια τους τα κείμενα, δηλαδή την Παλαιά Διαθήκη. Μάλιστα κατηγορεί τους συμπατριώτες του Τρύφωνα Εβραίους, ότι ελογόκριναν την Παλαιά Διαθήκη, και αφήρεσαν χωρία της, τα οποία ήταν σαφή και αποκαλυπτικά για τον Κύριο Ιησού Χριστό.
Μεταξύ λοιπόν άλλων, λέγει στο κεφάλαιο 72, παράγραφο 4, το εξής καταπληκτικό:
«Από των λόγων του αυτού Ιερεμίου, ομοίως ταύτα περιέκοψαν: «Εμνήσθη δε Κύριος ο Θεός από Ισραήλ των νεκρών αυτού, των κεκοιμημένων εις γην χώματος, και κατέβη προς αυτούς, ευηγγελίσασθαι αυτούς, το σωτήριον αυτού». Εδώ ο Ιουστίνος, αφού προηγουμένως έχει ξεκινήσει να εκθέτει στον Τρύφωνα κάποια χωρία από τον Ιερεμία, που οι Εβραίοι διδάσκαλοι είχαν περικόψει, του αναφέρει και το εξής: «Εμνήσθη Κύριος ο Θεός από Ισραήλ των νεκρών αυτού, (δηλαδή αυτών που είχαν κοιμηθεί και είχα ταφεί στο χώμα), και κατέβη προς αυτούς, για να τους κηρύξει το Ευαγγέλιο της σωτηρίας». Και αυτό βεβαίως είναι που αναφέρει και ο Απόστολος Πέτρος, λέγοντας ότι «και τοις εν φυλακή πνεύμασι, πορευθείς εκήρυξεν» (Α΄ Πέτρου 3/γ: 19), και «ο Χριστός και νεκροίς ευηγγελίσθη» (Α΄ Πέτρου 4/δ: 6).
Παρατηρούμε λοιπόν, ότι η πίστη στην κάθοδο του Χριστού στον Άδη, το κήρυγμα στους απ’ αιώνος νεκρούς που βρίσκονται εκεί, και η απελευθέρωση όσων βρίσκονταν δέσμιοι και πίστευσαν στον Χριστό, και τον εδέχθησαν σαν τον Κύριο και Λυτρωτή και Σωτήρα, ήταν κοινός τόπος ανάμεσα στους πιστούς της πρωτοχριστιανικής εποχής. Και αυτό ακριβώς είναι που ο Ιουστίνος με σαφήνεια εκθέτει στον Εβραίο νομοδιδάσκαλο Τρύφωνα, προσκομμίζοντας μάλιστα και μαρτυρίες από τον προφήτη για να το υποστηρίξει.

4. Η μαρτυρία του Ειρηναίου (140 – 202 μ.Χ.)
Ας προχωρήσουμε όμως, σε μια ανάλογη μαρτυρία, προερχόμενη από την ίδια περίπου περίοδο: Τη διαβάζουμε στο 5οβιβλίο του Ειρηναίου, κεφάλαιο 31. Πριν όμως προχωρήσουμε στην ανάγνωση της περικοπής που μας ενδιαφέρει, σημειώνουμε ο Ειρηναίος έζησε από το 140 μ.Χ. ως το 202 περίπου, ήταν από τη Μικρά Ασία, μαθητής του Επισκόπου Σμύρνης Πολυκάρπου, και αργότερα πήγε στη Γαλλία, όπου και έγινε Επίσκοπος στη Χριστιανική κοινότητα της Λυών, διαδεχθείς τον Επίσκοπο Ποθηνό, όταν ο τελευταίος μαζί με πολλούς άλλους από το ποίμνιό του, υπέστησαν μαρτυρικό θάνατο για την πίστη.
Ο Επίσκοπος Ειρηναίος λοιπόν, αναφέρει τα εξής: «Τώρα όμως, ο Χριστός, έμεινε τρεις ημέρες εκεί όπου ήσαν οι νεκροί, όπως λέει γι’ αυτόν ο προφήτης, «Εμνήσθη Κύριος Άγιος, των νεκρών αυτού, των προκεκοιμημένων εις γην χώματος, και κατέβη προς αυτούς, ρύσασθαι αυτούς, και σώσαι αυτούς». Και ο ίδιος ο Κύριος, λέγει: «Ώσπερ ην Ιωνάς εν τη κοιλία του κήτους, τρεις ημέρας και τρεις νύκτας, ούτως έσται και ο Υιός του Ανθρώπου εν τη καρδία της γης» (Ματθαίος 12/ιβ: 40). Αλλά και ο Απόστολος λέγει, «Το δε ανέβη, τι εστίν, ειμή ότι και κατέβη κατώτερα μέρη της γης;» (Εφεσίους 4/δ: 9). Αυτό είπε και ο Δαυίδ προφητεύοντας για τον Χριστό: «Ερύσω, (ελύτρωσες) την ψυχήν μου, εξ Άδου κατωτάτου» (Ψαλμός 85: 13).»
Και στα λόγια του Επισκόπου Ειρηναίου είναι ξεκάθαρη και τεκμηριωμένη με αγιογραφικά χωρία, η κοινή πίστη των πρώτων Χριστιανών στην κάθοδο του Χριστού στον Άδη, και η λύτρωση των μέχρι τότε δεσμίων νεκρών, όσων βεβαίως επίστευσαν στον Χριστό ως Λυτρωτή και Σωτήρα.
Πιστεύουμε πως το χωρίο που μόλις διαβάσαμε, είναι πολύ κατανοητό και σαφές, και νομίζουμε ότι δεν χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση και σχολιασμό.

5. Η μαρτυρία του Κλήμη του Αλεξανδρέως (150 – 215 μ.Χ.)
Ας εκμεταλλευθούμε λοιπόν το χρόνο της εκπομπής, για να διαβάσουμε και κάποια ακόμα πρωτοχριστιανικά κείμενα, που σχετίζονται με το θέμα μας. Το επόμενο απόσπασμα, προέρχεται από το 2ο κεφάλαιο Στρωματαίων, κεφάλαιο 9ο. Οι Στρωματείς, είναι έργο του Κλήμεντος του Αλεξανδρέως. Ο Κλήμης έζησε από το 150 μ.Χ., μέχρι το 215, και παρά το επώνυμό του «Αλεξανδρεύς», ήταν Αθηναίος. Έζησε όμως και δίδαξε στην Αλεξάνδρεια, για το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του.
Οι Στρωματείς, αποτελούν το 3ο έργο μιας Τριλογίας, που σκοπό είχε κατ’ αρχήν να προτρέψει, έπειτα να παιδαγωγήσει, και τέλος να διδάξει τον Χριστιανισμό, κυρίως στους Εθνικούς. Γι’ αυτό και τα δύο πρώτα έργα, ονομάζονται: «Προτρεπτικός», και το δεύτερο «Παιδαγωγός».
Το απόσπασμα λοιπόν που ακολουθεί, προέρχεται από το 3ο έργο της Τριλογίας, τους Στρωματείς, όπου αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής:
«Ο Ποιμήν γνωρίζει ανθρώπους, τόσο από τα έθνη, όσο και από τους Ιουδαίους, οι οποίοι έζησαν, όχι μόνο πριν από την παρουσία του Κυρίου, αλλά και πριν από τον Νόμο, όπως ο Άβελ, ο Νώε και άλλοι δίκαιοι, οι οποίοι ευαρέστησαν τον Θεό. Λέει λοιπόν, ότι οι Απόστολοι και διδάσκαλοι που κήρυξαν το όνομα του Υιού του Θεού, όταν κοιμήθηκαν ότι κήρυξαν σ’ αυτούς, που είχαν πριν από αυτούς μεταβεί στον Άδη. Έπειτα προσθέτει, (εννοεί οι Ποιμήν): Αυτοί τους έδωσαν την σφραγίδα του κηρύγματος. Κατέβηκαν λοιπόν μαζί τους στο νερό, και πάλι ανέβηκαν, αλλά αυτοί οι Απόστολοι κατέβηκαν πνευματικά ζωντανοί, και πάλι ζωντανοί ανέβηκαν. Εκείνοι όμως που είχαν κοιμηθεί προηγουμένως, κατέβηκαν πνευματικά νεκροί, και ανέβηκαν πνευματικά ζωντανοί.
Δια του έργου των Αποστόλων λοιπόν, ζωοποιήθηκαν, και γνώρισαν το όνομα του Υιού του Θεού. Έτσι, ανέβηκαν μαζί τους, και βρήκαν τη θέση τους στην οικοδομή του πύργου, και μολονότι δεν είχαν πελεκηθεί, συνοικοδομήθηκαν στον Οίκο του Θεού. Γιατί εν δικαιοσύνη εκοιμήθησαν και σε μεγάλη αγνότητα. Μόνο τη σφραγίδα τούτη δεν είχαν. Γιατί όταν τα Έθνη που δεν έχουν νόμο, εκ φύσεως πράττουν τα του νόμου, αυτοί μολονότι δεν έχουν νόμο, είναι νόμος στους εαυτούς τους, κατά τον Απόστολο» (Ρωμαίους 2/β: 14).
Πόσο ανάγλυφα και παραστατικά, ο Κλήμης Αλεξανδρείας, παραθέτοντας μάλιστα και από τον Ποιμένα του Ερμά, (πρωτοχριστιανικό κείμενο του 90 – 140 μ. Χ.), μας περιγράφει το κήρυγμα των Αποστόλων, όχι μόνο στους ζωντανούς, αλλά και στους νεκρούς στον Άδη! Μας πληροφορεί μάλιστα, ότι ενώ οι Απόστολοι κατέβηκαν κατέβηκαν ζώντες πνευματικά στον Άδη, και φυσικά ανέβηκαν επίσης ζώντες, όσοι ήσαν δίκαιοι και θεοσεβείς, και προ του νόμου, και κατά τον νόμον, και Ιουδαίοι και Εθνικοί, αν και κατέβηκαν πνευματικά νεκροί, εν τούτοις, αφού άκουσαν τους Αποστόλους, και απεδέχθησαν το κήρυγμα πιστεύοντας στον Χριστό, δέχθηκαν και εκείνοι την σφραγίδα της σωτηρίας, και απελευθερώθηκα από τα δεσμά του Άδου και του θανάτου και ανέβηκαν ζωντανοί από αυτόν.

6. Σύντομη επεξήγηση περί πνευματικής αναστάσεως, και ορατού σημείου της
Αλλά μερικοί θα ρωτήσουν: «Και πού πήγαν; Πού είναι σήμερα;» Όπως θα εξηγήσουμε και σε επόμενη εκπομπή αναλυτικότερα, αυτό που συνέβη, δεν είναι η τελική ανάσταση, δηλαδή η ανάσταση των σωμάτων, αλλά η πρώτη ανάστασις, που αφορά την ψυχή του ανθρώπου, η οποία όταν ενωθεί με τη ζωή του Χριστού, λυτρώνεται από τον θάνατο της αμαρτίας, και ανίσταται πνευματικά.
Μάλιστα για την πιστοποίηση αυτού του συγκλονιστικού, και μεγαλειώδους και μαζικού αλλά αόρατου και μυστικού γεγονότος, ο Κύριος έδωσε σαν ορατό σημείο, τη μαζική ανάσταση πολλών από τους κεκοιμημένους δικαίους, όταν Εκείνος κατέβηκε στον Άδη και ανέστησε τις ψυχές των νεκρών, όπως περιγράφει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος: «Και τα μνημεία ανεώχθησαν, και πολλά σώματα των κεκοιμημένων αγίων ηγέρθησαν. Και εξελθόντες εκ των μνημείων, μετά την έγερσιν αυτού εισήλθον εις την αγίαν πόλιν και ενεφανίσθησαν πολλοίς» (Ματθαίος 27/κζ: 52, 53).
Όλοι αυτοί λοιπόν που ευρίσκοντο στον Άδη, και απεδέχθησαν το κήρυγμα του Ευαγγελίου της σωτηρίας, και πίστευσαν στον Χριστό, αυτοί και συναριθμήθηκαν και συνενώθηκαν στο οικοδόμημα του σώματος του Χριστού, στη θριαμβεύουσα Εκκλησία.
Είναι φυσικό και επόμενο, η γνήσια και αληθής Χριστιανική διδασκαλία να ξεκαθαρίζει, και να δίνει απλές και λογικές απαντήσεις στα ζητήματα της δικαιοσύνης του Θεού, όπως για παράδειγμα στην προκειμένη περίπτωση, ξεκαθαρίζει το φλέγον και δυσεπίλυτο ζήτημα, του: τι γίνεται με τους δικαίους της Παλαιάς Διαθήκης, και ποια είναι η σχέση τους με τον Χριστό, και την Χριστιανική Εκκλησία, ή ακόμη χειρότερα, τι γίνεται με όλους αυτούς τους δικαίους και καλούς ανθρώπους που δεν γνώρισαν τον Χριστό ή τον δρόμο του, αλλά έζησαν αγνοώντας την αποκαλυμμένη αλήθεια και πίστη.
Αυτά βεβαίως τα ερωτηματικά, αποτελούν γόρδιους δεσμούς και θεολογικά αδιέξοδα, σε όσους κακόδοξα αρνούνται την ύπαρξη αοράτου νοεράς ψυχής, και αρνούνται επίσης την κάθοδο του Χριστού στον Άδη.

7. Επιπρόσθετη μαρτυρία του Κλήμη του Αλεξανδρέως (150 – 215 μ.Χ.)
Στη συνέχεια θα διαβάσουμε ένα ακόμη τμήμα του έργου «Στρωματείς», γραμμένο από τον Κλήμη Αλεξανδρείας, που έζησε από το 150 μέχρι το 215 μ.Χ.
Το τμήμα αυτό, που θα διαβάσουμε αποσπασματικά, βρίσκεται στο 6ο βιβλίο και 6ο κεφάλαιο του έργου, και αναφέρει τα εξής:
«Γι’ αυτό ακριβώς ο Κύριος εκήρυξε και στους ευρισκομένους στον Άδη. Λέει λοιπόν η Γραφή: «Λέγει ο Άδης τη απωλεία: Είδος μεν αυτού ουκ είδομεν, (την μεν όψη του δεν είδαμε), φωνήν δε αυτού ηκούσαμεν (την φωνή του όμως την ακούσαμε) » (Ιώβ 28/κη: 28).
Δεν είναι ο τόπος, (εννοεί τον Άδη), που αφού έλαβε φωνή είπε τα παραπάνω. Εδώ πρόκειται για όσους κατατάχθηκα στον Άδη, και παρέδωσαν τους εαυτούς τους στην απώλεια, αυτοί είναι που αργότερα ανταποκρίθηκαν στη Θεία δύναμη και φωνή. Δεν δηλώνουν αυτά, ότι ο Κύριος ευαγγελίσθηκε και σ’ εκείνους, οι οποίοι είχαν απωλεσθεί στον Κατακλυσμό, και ήταν σε δεσμά, καθώς και σ’ αυτούς που ήταν σαν φυλακισμένοι και φρουρούμενοι;»
Και λίγο πιο κάτω συνεχίζει:
«Έτσι και οι Απόστολοι, και αυτοί μετά από τον Κύριο, ευαγγελίσθηκαν στους ευρισκομένους στον Άδη. Διότι νομίζω πως έπρεπε, όπως εδώ έτσι και εκεί, οι άριστοι από τους μαθητές, να γίνουν μιμητές του διδασκάλου. Ώστε, εκείνος μεν, (εννοεί οι Χριστός), να επαναφέρει σε επιστροφή τους εξ Εβραίων, τούτοι εδώ δε, (δηλαδή οι Απόστολοι), να φέρουν σε επιστροφή τα έθνη.
Νομίζω πως ο Σωτήρας ενεργεί, επειδή ακριβώς έργο του είναι να σώζει. Αυτό ακριβώς έκανε. Όσους ήθελαν να πιστέψουν σ’ αυτόν δια του κηρύγματος, όπου και αν βρέθηκαν, τους ήλκυσε σε σωτηρία. Για κανέναν άλλο λόγο δεν κατέβηκε στον Άδη, παρά να κηρύξει και εκεί».
Τι άλλο θα μπορούσε κανείς να προσθέσει σ’ αυτούς τους λόγους του πρωτοχριστιανικού συγγραφέα; Με πόση σαφήνεια και σταθερότητα, δεν εκθέτει το γεγονός της καθόδου του Χριστού στον Άδη, και το κήρυγμα του Ευαγγελίου εκεί, από τον ίδιο τον Χριστό και τους Αποστόλους;
Στα λόγια και αυτού του αρχαίου συγγραφέα, δεν υπάρχει ούτε ίχνος αμφιβολίας, ή ενδοιασμού, ή απορίας, αλλά αντιθέτως περιγράφει το γεγονός αυτό σαν ένα σταθερό, και μόνιμο, και αδιαμφισβήτητο και σίγουρο θεμέλιο της Χριστιανικής πίστης, έτσι όπως είχε παραδοθεί από τους Αποστόλους. Πιστεύουμε πως είναι πλέον υπέρ-αρκετές οι πρωτοχριστιανικές μαρτυρίες που παρουσιάσαμε στο λίγο χρόνο της σημερινής εκπομπής, και που όλες συμμαρτυρούν, ότι το γεγονός της καθόδου του Χριστού στον Άδη, του κηρύγματος του Ευαγγελίου εκεί και της πνευματικής ανάστασης των ψυχών όλων των νεκρών που το απεδέχθησαν, ήταν κοινός τόπος, και όρος γενικής αποδοχής από όλους τους Χριστιανούς της αρχαίας Εκκλησίας, που ξεκινά από τους Αποστόλους, και επεκτείνεται στα αμέσως επόμενα χρόνια και εξής. Όσοι λοιπόν κακόδοξα παραδέχονται αντίθετες, ή διαφορετικές διδασκαλίες, αυτοί έρχονται σε πλήρη σύγκρουση με την ιστορικά καταγραφείσα πίστη της πρωτοχριστιανικής Εκκλησίας.
Είναι λοιπόν άμεση και επιτακτική ανάγκη για όλους αυτούς, αφ’ ενός μεν να έρθουν σε επαφή με τις γνήσιες πηγές της πίστεως, και με τους αυθεντικούς φορείς και θεματοφύλακές της, που είναι οι Πατέρες και οι άγιοι της Εκκλησίας, και αφ’ ετέρου να επανεξετάσουν τις θέσεις τους, ώστε να βρουν τις αιτίες της πτώσεώς τους στην πλάνη και να μετανοήσουν. Να ακολουθήσουν δηλαδή τη συμβουλή τού Ιωάννη, που λέγει: «Μνημόνευε ουν πόθεν πέπτωκας, και μετανόησον» (Αποκάλυψις 2/β: 5).
Είναι λοιπόν μεγάλη πλάνη, και ιστορικό σφάλμα και ψέμα, να διδάσκουν πολλές αιρετικές ομάδες, ότι δήθεν η διδασκαλία περί αόρατης ψυχής που επιβιώνει του θανάτου, είναι προϊόν της αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας, και ότι δήθεν παρεισέφρυσε στη Χριστιανική Εκκλησία, όταν αυτή έγινε δήθεν «αποστατική», περί τα μέσα του 4ου αιώνα. Αντίθετα, διαπιστώσαμε σήμερα, ότι αυτή η διδασκαλία, και η προέκτασή της, με την κάθοδο του Χριστού στον Άδη και το κήρυγμα στις ψυχές των νεκρών, ήταν ανέκαθεν βασική Χριστιανική διδασκαλία, και στην περίοδο των Αποστόλων, και στο τέλος του πρώτου αιώνα, και σε όλον τον 2ο αιώνα, και παραμένει έτσι μέχρι και σήμερα.
Επιπρόσθετα βέβαια, η μελέτη μας αυτή περί ψυχής, και περί της καθόδου του Χριστού στον Άδη, ρίχνει φως και σ’ ένα άλλο, πολύ σημαντικό, και αρκετά παρεξηγημένο από τους αιρετικούς ζήτημα, την «Πρώτη Ανάσταση», με την οποία ελπίζουμε (αν ο Κύριος επιτρέψει) να ασχοληθούμε σύντομα από αυτή την εκπομπή

Ο Μεγάλος «Ξένος» (Δος μοι τούτον τον ξένον)

  Ανάμεσα στα λιγότερο γνωστά ακούσματα της Μεγάλης Εβδομάδας είναι και το βαθυστόχαστο όσο και πολύ συγκινητικό μελοποίημα με το όνομα «Δός μοι τούτον τον ξένον» ή και «Τον Ήλιον Κρύψαντα» (από την εναρκτήρια φράση της σύνθεσης).


Το ποίημα αυτό που έχει ως θέμα την Αποκαθήλωση και την Ταφή του Αγίου Σώματος του Ιησού από τον Ιωσήφ τον από Αριμαθαίας, έχει συνθέσει και μελοποιήσει ο Γεώργιος Ακροπολίτης, λόγιος του 13ου αι. Στην ελληνορθόδοξη μεταγενέστερη εκκλησιαστική παράδοση ψάλλεται κατά την διάρκεια της Περιφοράς του Επιταφίου την Μεγάλη Παρασκευή (συνήθως στα Μοναστήρια).

Το κείμενο όμως από το οποίο ο Γεώργιος Ακροπολίτης πήρε το υλικό του είναι πολύ παλαιότερο. Πρόκειται για την συγκλονιστική Ομιλία του Επιφανίου Σαλαμίνος/Κύπρου (4ος - 5ος αι.) με τον τίτλο, «Τοῦ ἐνἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἐπιφανίου ἐπισκόπου Κύπρου λόγος εἰς τὴν θεόσωμον ταφὴν τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ εἰς τὸν Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ἀριμαθαίας…». Ο Άγιος Επιφάνιος, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, στον λόγο του αυτόν, σε ένα εκτεταμένο απόσπασμα, χρησιμοποιεί και επαναλαμβάνει με τρόπο υποβλητικό την φράση: «δος μοι τούτον τον ξένον».

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 

 Τον ήλιον κρύψαντα τας ιδίας ακτίνας/ και το καταπέτασμα του ναού διαρραγέν/ τω του Σωτήροςθανάτω, ο Ιωσήφ θεασάμενος/ προσήλθε των Πιλάτω και καθικετεύει λέγων:/ «Δός μοι τούτον τον ξένον,/ Τον εκ βρέφους ως ξένονξενωθέντα εν κόσω./ Δος μοι τούτον τον ξένον,/ ον ομόφυλοι, μισούντεςθανατούσιν ως ξένον./ Δος μοι τούτον τον ξένον,/ ον ξενίζομαι βλέπειν του θανάτου τον ξένον./ Δος μοι τούτον τον ξένον,/ όστις οίδε ξενίζειν τους πτωχούς και τους ξένους./ Δος μοι τούτον τον ξένον,/ Ον Εβραίοι τω φθόνω απεξένωσαν κόσμω./ Δος μοι τούτον τον ξένον,/ ίνα κρύψω εν τάφω, ος ως ξένος ουκ έχει την κεφαλήν πού κλίνη./ Δος μοι τούτον τον ξένον,/ ον η μήτηρ ορώσα νεκρωθέντα εβόα:/ Ω Υιέ και Θεέ μου, ει και τα σπλάχνα τριτρώσκομαι/ και καρδίαν σπαράττομαι νεκρόν σε καθορώσα/ αλλά τη σηαναστάσει θαρρούσα μεγαλύνω»./ Και τούτοις τοις λόγοις δυσωπών τον Πιλάτον/ ο ευσχήμων λαμβάνει του Σωτήρος το σώμα,/ ο και φόβω εν σινδόνι ενειλήσας και σμύρνη,/ κατέθετο εν τάφω τον παρέχοντα πάσι/ ζωήν αιώνοιν και το μέγα έλεος.

(Μετάφραση: Τον ήλιο που έκρυψε τις ίδιες του τις ακτίνες/ και το καταπέτασμα του ναού που διερράγη,/ λόγω του θανάτου του Σωτήρος,/ ο Ιωσήφ όταν (τα) είδε, προσήλθε στον Πιλάτο και θερμά ικετεύει λέγοντας:/ Δώσε μου τούτο τον ξένο, που από βρέφος σαν ξένος φιλοξενήθηκε στον κόσμο./ Δώσε μου τούτο τον ξένο, που οι ομόφυλοι από μίσος τον θανατώνουν σαν ξένο./ Δώσε μου τούτο τον ξένο, που παραξενεύομαι να βλέπω του θανάτου το (παρά)ξενο./ Δώσε μου τούτο τον ξένο, που ήξερε να φιλοξενεί τους πτωχούς και τους ξένους./ Δώσε μου τούτο τον ξένο, που οι Εβραίοι από φθόνο τον απεξένωσαν από τον κόσμο./ Δώσε μου τούτο τον ξένο, για να κρύψω σε τάφο, που σαν ξένος δεν είχε που να γείρει το κεφάλι. Δώσε μου τούτο τον ξένο, που βλέποντάς τον νεκρό η Μητέρα φώναζε: Ω, Υιέ μου και Θεέ μου, αν και στα σπλάχνα πληγώνομαι και στην καρδιά σπαράζω που σε βλέπω νεκρό, αλλά αναθαρρώντας από την ανάστασή σου, δοξάζω. Και με τούτα τα λόγια ικετεύοντας τον Πιλάτο ο άρχοντας λαμβάνει του Σωτήρος το σώμα, που και με φόβο το τύλιξε σε σεντόνι και σε σμύρνα και το έβαλε σε τάφο, αυτόν που παρέχει σε όλους ζωή αιώνια και το μεγάλο έλεος).

Είμαστε περαστικοί, είμαστε εν κινήσει, σε ξένο τόπο ένεκα της αφροσύνης μας. Εδώ, στον τόπο της εξορίας μας και της οδύνης μας, χρώμενος άκραν συγκατάβασιν, μας επεσκέφθη ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο Σωτήρ του κόσμου, ο Χριστός! Ήλθεν ως ο Μεγάλος Ευεργέτης και ο κόσμος Τον εσταύρωσε! Η εποχή Του δεν τον δέχθηκε! Έμεινε λοιπόν ο Μεγάλος «Ξένος»! «Εν τω κόσμω ην …και ο κόσμος αυτόν ουκ έγνω. Εις τα ίδια ήλθε, και οι ίδιοι αυτόν ου παρέλαβον» αναφωνεί με πικρό παράπονο ο ευαγγελιστής Ιωάννης.

Όταν χάσαμε τον Κήπο της Εδέμ, τον Παράδεισο, μας πέταξαν στη γη, την κοιλάδα του κλαυθμώνος! Πρέπει, λοιπόν, να ζούμε σαν ξένοι και να πορευώμεθα προς την ουράνια Πατρίδα. «Ξένος τόκον ιδόντες, ξενωθώμεν του κόσμου»!

Ο Άγιος Επιφάνιος, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (4ος – 5ος αι.), στο λόγο του στη θεόσωμη ταφή του Κυρίου, αρχίζει και επαναλαμβάνει τη φράση: «δος μοι τούτον τον ξένον»:

Φαντάζεται τον Ιωσήφ την ώρα, που προσέρχεται προς τον Πιλάτο για να ζητήση το πανακήρατο Σώμα του Ιησού προς ενταφιασμό, και βάζει στο στόμα του τα εξής υπέροχα λόγια:

«Αλλά τι; Αίτησίν τινα οικτράν, ω κριτά, και τοις πάσι μικράν αιτούμενος προς σε παραγέγονα• δος μοι νεκρόν προς ταφήν το σώμα εκείνου, του παρά σου κατακριθέντος Ιησού του Ναζωραίου, Ιησού του πτωχού, Ιησού του αοίκου, Ιησού του γυμνού, Ιησού του ευτελούς, Ιησού του τέκτονος υιού, Ιησού του δεσμίου, Ιησού του αιθρίου, Ιησού του ξένου και επί ξένοις αγνωρίστου και ευκαταφρονήτου και επί πάσι κρεμαμένου.

Δος μοι τούτον τον ξένον, τι γαρ σε λοιπόν ωφελεί το σώμα αυτού;

Δος μοι τούτον τον ξένον, εκ μακράς γαρ ήλθε της χώρας ώδε, ίνα σώση τον ξένον.

Δος μοι τούτον τον ξένον, κατήλθε γαρ εις γην σκοτεινήν ανενέγκαι τον ξένον.

Δος μοι τούτον τον ξένον, αυτός γαρ και μόνος υπάρχει ξένος. Δος μοι τούτον τον ξένον, ούτινος την χώραν αγνοούμεν οι ξένοι. Δος μοι τούτον τον ξένον, ούτινος τον Πατέρα αγνοούμεν οι ξένοι.

Δος μοι τούτον τον ξένον, ούτινος τον τόπον και τον τόκον και τον τρόπον αγνοούμεν οι ξένοι.

Δος μοι τούτον τον ξένον, τον ξένην ζωήν και βίον ζήσαντα επί ξένης.

Δος μοι τούτον τον ξένον, τον μη έχοντα ώδε που την κεφαλήν κλίνη.

Δος μοι τούτον τον ξένον, τον ως ξένον επί ξένης άοικον και επί φάτνης τεχθέντα.

Δος μοι τούτον τον ξένον, τον εξ αυτής της φάτνης ως ξένον εξ Ηρώδου φυγόντα.

Δος μοι τούτον τον ξένον, τον εξ αυτών των σπαργάνων εν Αιγύπτω ξενωθέντα.

Δος μοι τούτον τον ξένον, τον ου πόλιν, ου κώμην, ουκ οίκον, ου μονήν, ου συγγενή, επ’ αλλοδαπής δε χώρας την οίκησιν έχοντα και τα πάντα κατέχοντα».

Περισσότερο «Ξένος» από όλους μας, από όλους τους ανθρώπους όλων των εποχών και όλων των αιώνων υπήρξε ο Χριστός μας. Το κακό είναι ότι ακόμη και σήμερα για πολλούς παραμένει ξένος και άγνωστος!

 Του Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου



Μεγάλη Παρασκευή – Τα Άγια Πάθη του Κυρίου: «Ο Ξένος»

 



Μαντζαρίδης Γεώργιος (Ὁμότιμος Καθηγητὴς Θεολογικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης)

Ἡ κτίση συμπάσχει μὲ τὸ Πάθος τοῦ Κτίστου της. Ὁ ἥλιος κρύβει τὶς ἀκτίνες του. Ἡ γῆ σείεται καὶ τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ σχίζεται στὰ δύο «ἀπὸ ἄνωθεν ἕως κάτω» (Ματθ. 27, 51). Ὁ Σωτήρας θανατώνεται.

Καὶ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας Ἰωσήφ, κρυφὸς μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, παρουσιάζεται στὸν Πιλάτο, γιὰ νὰ ζητήσει τὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ Διδασκάλου: «Δὸς μοι τοῦτον τὸν ξένον, τὸν ἐκ βρέφους ὡς ξένον ξενωθέντα, ἐβόα· δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὅν ὁμόφυλοι μισοῦντες θανατοῦσιν ὡς ξένον».

Ὁ κρυφὸς μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ ἀποκαλύπτει τὸ κρυφὸ ὄνομα τοῦ Διδασκάλου του, τὸ ὄνομα ποὺ τὸν συνόδευσε σ’ ὁλόκληρη τὴ ζωή του, ἀπὸ τὴ βρεφικὴ ἡλικία ὡς τὸ σταυρικὸ θάνατό του: Ξένος.

Ὅταν γεννήθηκε στὴ Βηθλεέμ, ἡ Μητέρα του τὸν σπαργάνωσε καὶ τὸν τοποθέτησε σ’ ἕνα παχνί, γιατί δὲν βρέθηκε τόπος στὸ πανδοχεῖο (βλ. Λουκ. 2,7)· ἦταν ξένος.

Ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου ἦρθε καὶ ἔζησε μέσα στὸν κόσμο ὡς ἀνέστιος ἄνθρωπος, ὡς «ἐκ βρέφους ξένος», ὡς ὁ κατ’ ἐξοχὴν ξένος.

Ὁ ποιητὴς τοῦ κόσμου καὶ δημιουργὸς τῶν ἀνθρώπων «εἰς τὰ ἴδια ἦλθε, καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβαν» (Ἰω. 1, 11). Ἐπισκέφθηκε τοὺς δικούς του, καὶ οἱ δικοί του δὲν τὸν δέχτηκαν. Τὸν ἀντιμετώπισαν ὡς ξένο, τὸν φθόνησαν, τὸν μίσησαν, τὸν ἐξευτέλισαν καὶ τὸν θανάτωσαν.

Εἶναι πικρὸ νὰ ξενιτεύεσαι καὶ νὰ ζεῖς κάπου ὡς ξένος. Καὶ εἶναι ἀκόμα πιὸ πικρὸ νὰ ζεῖς στὸν τόπο σου ὡς ξένος καὶ ἀνέστιος. Νὰ σὲ φθονοῦν καὶ νὰ σὲ μισοῦν θανάσιμα οἱ συμπατριῶτες σου, οἱ δικοί σου, τὰ ἴδια τὰ παιδιά σου.

Αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν ξενιτεία γνώρισε ὁ Θεὸς ποὺ ἦρθε καὶ ἔζησε ὡς ἄνθρωπος μέσα στὸν κόσμο. Αὐτὴ ἡ ξενιτεία σφράγισε ὁλόκληρη τὴν ἐπίγεια ζωὴ τοῦ Χριστοῦ. Τὴν ξενιτεία ποὺ ἀπομάκρυνε ἀπὸ κοντὰ του ἀκόμα καὶ τοὺς πιὸ στενοὺς μαθητάς του. Τὴν ἀπαράκλητη ξενιτεία.

Καὶ τώρα, μετὰ τὴ σταύρωση καὶ τὴ θανάτωσή του, ἔρχεται ὁ Ἰωσήφ, «ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας εὐσχήμων βουλευτὴς» (Μαρκ. 15, 43), καὶ ζητεῖ ἀπὸ τὸν Πιλάτο νὰ λάβει τὸ νεκρὸ σῶμα αὐτοῦ τοῦ ξένου: «Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ἵνα κρύψω ἐν τάφῳ, ὃς ὡς ξένος οὐκ ἔχει τὴν κεφαλὴν ποῦ κλῖναι».

«Αἱ ἀλωπεκὲς φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ», εἶχε πεῖ ὁ Ξένος αὐτὸς σὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς γραμματεῖς ποὺ ζήτησε νὰ τὸν ἀκολουθήσει (Ματθ. 8, 19-20- Λουκ. 9, 57-58).

Τελικὰ δόθηκε ἀπὸ τοὺς γραμματεῖς καὶ τοὺς Φαρισαίους σ’ αὐτὸν τὸν Ξένο τόπος, γιὰ νὰ γείρει τὸ κεφάλι του· τοῦ δόθηκε ὁ σταυρός. Καὶ αὐτὸς «κλίνας τὴν κεφαλὴν παρέδωκε τὸ πνεῦμα» (Ἰω. 19, 30).

Αὐτὸν τὸν Ξένο, ποὺ γνωρίζει νὰ ξενίζει «τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς ξένους», ἔλαβε ὁ Ἰωσὴφ ἀπὸ τὸν Πιλάτο, γιὰ νὰ τὸν φιλοξενήσει στὸν τάφο του. Ἔλαβε καὶ τοποθέτησε «ἐν τῷ καινῷ αὐτοῦ μνημείῳ» (Ματθ. 27, 60) «τὸν παρέχοντα πᾶσι ζωὴν αἰώνιον καὶ τὸ μέγα ἔλεος».

«Ὅσοι δὲ ἔλαβον αὐτόν, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι τοῖς πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ» (Ἰω. 1, 12).

Ὁ Ἰωσήφ ποὺ ἔλαβε καὶ φιλοξένησε στὸν τάφο του τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ ὅλοι, ὅσοι τὸν δέχονται καὶ πιστεύουν στὸ ὄνομά του, παίρνουν τὴν ἐξουσία νὰ γίνουν παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, θεοὶ κατὰ χάριν. Ἀποκτοῦν «ζωὴν αἰώνιον καὶ τὸ μέγα ἔλεος».

«Ἐὰν μὴ ὁ κόκκος τοῦ σίτου πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς μόνος μένει· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ, πολὺν καρπὸν φέρει» (Ἰω. 12, 24).

Ὁ σίτος ποὺ ἔπεσε στὴ γῆ καὶ πέθανε, «ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβὰς» προσφέρθηκε «ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς» (Ἰω. 6, 35-41) καὶ ἔφερε πολὺν καρπόν. Καρποφόρησε ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων, ποὺ ἀποξενώθηκαν ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ ἔζησαν μέσα στὸν κόσμο ὡς φῶτα τοῦ κόσμου.

Πολλοὶ θανατώνουν τὸν κόσμο, γιὰ νὰ ζήσουν οἱ ἴδιοι. Ὁ Χριστὸς παραδόθηκε ἑκούσια στὸν θάνατο, γιὰ νὰ ζήσει ὁ κόσμος.

Πέμπτη 29 Απριλίου 2021

Επιτάφιος θρήνος

 


Ὁ εὐσχήμων Ἰωσήφ,
ἀπὸ τοῦ ξύλου καθελών,
τὸ ἄχραντόν σου Σῶμα,
σινδόνι καθαρᾷ εἱλήσας καὶ ἀρώμασιν,
ἐν μνήματι καινῷ κηδεύσας ἀπέθετο.

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.

Ὅτε κατῆλθες πρὸς τὸν θάνατον,
ἡ ζωὴ ἡ ἀθάνατος,
τότε τὸν ᾅδην ἐνέκρωσας,
τῇ ἀστραπῇ τῆς Θεότητος·
ὅτε δὲ καὶ τοὺς τεθνεῶτας
ἐκ τῶν καταχθονίων ἀνέστησας,
πᾶσαι αἱ Δυνάμεις τῶν ἐπουρανίων ἐκραύγαζον·
Ζωοδότα Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν,
δόξα σοι.

Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ταῖς μυροφόροις γυναιξί,
παρὰ τὸ μνῆμα ἐπιστάς,
ὁ Ἄγγελος ἐβόα·
Τὰ μύρα τοῖς θνητοῖς ὑπάρχει ἁρμόδια,
Χριστὸς δὲ διαφθορᾶς ἐδείχθη ἀλλότριος.

You are missing some Flash content that should appear here! Perhaps your browser cannot display it, or maybe it did not initialize correctly.

ΣΤΑΣΙΣ ΠΡΩΤΗ Ἦχος πλ. α’.

Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ,
κατετέθης Χριστέ,
καὶ Ἀγγέλων στρατιαὶ ἐξεπλήττοντο
συγκατάβασιν δοξάζουσαι τὴν σήν.

Ἡ ζωὴ πῶς θνῄσκεις;
πῶς καὶ τάφῳ οἰκεῖς;
τοῦ θανάτου τὸ βασίλειον λύεις δέ,
καὶ τοῦ ᾅδου τοὺς νεκροὺς ἐξανιστᾶς.

Μεγαλύνομέν σε,
Ἰησοῦ Βασιλεῦ,
καὶ τιμῶμεν τὴν Ταφὴν καὶ τὰ Πάθη σου,
δι' ὧν ἔσωσας ἡμᾶς ἐκ τῆς φθορᾶς.

Μέτρα γῆς ὁ στήσας,
ἐν σμικρῷ κατοικεῖς,
Ἰησοῦ παμβασιλεῦ τάφῳ σήμερον,
ἐκ μνημάτων τοὺς θανόντας ἀνιστῶν.

Ἰησοῦ Χριστέ μου,
Βασιλεῦ τοῦ παντός,
τί ζητῶν τοῖς ἐν τῷ ᾅδῃ ἐλήλυθας;
ἢ τὸ γένος ἀπολῦσαι τῶν βροτῶν.

Ὁ Δεσπότης πάντων,
καθορᾶται νεκρός,
καὶ ἐν μνήματι καινῷ κατατίθεται,
ὁ κενώσας τὰ μνημεῖα τῶν νεκρῶν.

Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ
κατετέθης Χριστέ,
καὶ θανάτῳ σου τὸν θάνατον ὤλεσας,
καὶ ἐπήγασας τῷ κόσμῳ, τὴν ζωήν.

Μετὰ τῶν κακούργων,
ὡς κακοῦργος Χριστέ,
ἐλογίσθης δικαιῶν ἡμᾶς ἅπαντας,
κακουργίας τοῦ ἀρχαίου πτερνιστοῦ.

Ὁ ὡραῖος κάλλει,
παρὰ πάντας βροτούς,
ὡς ἀνείδεος νεκρὸς καταφαίνεται,
ὁ τὴν φύσιν ὠραΐσας τοῦ παντός.

ᾅδης πῶς ὑποίσει,
Σῶτερ παρουσίαν τὴν σήν,
καὶ μὴ θᾶττον συνθλασθείη σκοτούμενος,
ἀστραπῆς φωτός σου αἴγλη ἐκτυφλωθείς;

Ἰησοῦ γλυκύ μοι,
καὶ σωτήριον φῶς,
τάφῳ πῶς ἐν σκοτεινῷ κατακέκρυψαι;
ὢ ἀφάτου, καὶ ἀρρήτου ἀνοχῆς!

Ἀπορεῖ καὶ φύσις,
νοερὰ καὶ πληθύς,
ἡ ἀσώματος Χριστὲ τὸ μυστήριον,
τῆς ἀφράστου καὶ ἀρρήτου σου ταφῇς.

Ἡ Ζωὴ θανάτῳ,
θαῦμα! Πῶς ὁμιλεῖ;
Πῶς θανάτῳ καταργεῖται ὁ θάνατος;
ἐκ θανόντος πῶς πηγάζει δὲ ζωή;

Ὢ θαυμάτων ξένων!
ὢ πραγμάτων καινῶν!
Ὁ πνοῆς μοι χορηγὸς ἄπνους φέρεται,
κηδευόμενος χερσὶ τοῦ Ἰωσήφ.

Καὶ ἐν ταφῶ ἔδυς,
καὶ τῶν κόλπων, Χριστέ,
τῶν πατρῴων οὐδαμῶς ἀπεφοίτησας·
τοῦτο ξένον καὶ παράδοξον ὁμοῦ.

Ἀληθὴς καὶ πόλου,
καὶ τῆς γῆς Βασιλεύς,
εἰ καὶ τάφῳ σμικροτάτῳ συγκέκλεισαι,
ἐπεγνώσθης πάσῃ κτίσει Ἰησοῦ.

Σοῦ τεθέντος τάφῳ,
πλαστουργέτα Χριστέ,
τὰ τοῦ ᾅδου ἐσαλεύθη θεμέλια,
καὶ μνημεῖα ἠνεῴχθη τῶν βροτῶν.

Ὁ τὴν γῆν κατέχων,
τῇ δρακὶ νεκρωθείς,
σαρκικῶς ὑπὸ τῆς γῆς νῦν συνέχεται,
τοὺς νεκροὺς λυτρῶν τῆς ᾅδου συνοχῆς.

Ἐκ φθορᾶς ἀνέβη,
ἡ ζωή μου Σωτήρ,
σοῦ θᾳνόντος καὶ νεκροῖς προσφοιτήσαντος,
καὶ συνθλάσαντος τοῦ ᾅδου τοὺς μοχλούς.

Ὡς φωτὸς λυχνία,
νῦν ἡ σὰρξ τοῦ Θεοῦ,
ὑπὸ γῆν ὡς ὑπὸ μόδιον κρύπτεται,
καὶ διώκει τὸν ἐν ᾅδῃ σκοτασμόν.

Νοερῶν συντρέχει,
στρατιῶν ἡ πληθύς,
Ἰωσὴφ καὶ Νικοδήμῳ συστεῖλαί σε,
τὸν ἀχώρητον ἐν μνήματι σμικρῶ.

Νεκρωθεὶς βουλήσει,
καὶ τεθεὶς ὑπὸ γῆν,
ζωοβρύτα Ἰησοῦ μου ἐζώωσας,
νεκρωθέντα παραβάσει με πικρᾷ.

Ἠλλοιοῦτο πᾶσα,
κτίσις πάθει τῷ σῷ·
πάντα γάρ σοι, Λόγε συνέπασχον,
συνοχέα σε γινώσκοντα παντός.

Τῆς ζωῆς τὴν πέτραν
ἐν κοιλίᾳ λαβών,
ᾅδης ὁ παμφάγος ἐξήμεσεν,
ἐξ αἰῶνος οὕς κατέπιε νεκρούς.

Ἐν καινῷ μνημείῳ,
κατετέθης Χριστέ,
καὶ τὴν φύσιν τῶν βροτῶν ἀνεκαίνισας,
ἀναστὰς θεοπρεπῶς ἐκ τῶν νεκρῶν.

Ἐπὶ γῆς κατῆλθες,
ἵνα σώσῃς Ἀδάμ·
καὶ ἐν γῇ μὴ εὑρηκὼς τοῦτον Δέσποτα,
μέχρις ᾅδου κατελήλυθας ζητῶν.

Συγκλονεῖται φόβῳ,
πᾶσα Λόγε ἡ γῆ,
καὶ φωσφόρος τὰς ἀκτῖνας ἀπέκρυψε,
τοῦ μεγίστου γῇ κρυβέντος σου φωτός.

Ὡς βροτὸς μὲν θνῄσκεις,
ἐκουσίως Σωτήρ,
ὡς Θεὸς δὲ τοὺς θνητοὺς ἐξανέστησας,
ἐκ μνημάτων καὶ βυθοῦ ἁμαρτιῶν.

Δακρυῤῥόους θρήνους,
ἐπί σε ἡ Ἁγνή,
μητρικῶς ὦ Ἰησοῦ ἐπιῤῥαίνουσα, ἀνεβόα·
πῶς κηδεύσω σε Υἱέ;

Ὥσπερ σίτου κόκκος,
ὑποδὺς κόλπους γῆς,
τὸν πολύχουν ἀποδέδωκας ἄσταχυν,
ἀναστήσας τοὺς βροτοὺς τοὺς ἐξ, Ἀδάμ.

Ὑπὸ γῆν ἐκρύβης,
ὥσπερ ἥλιος νῦν,
καὶ νυκτὶ τῇ τοῦ θανάτου κεκάλυψαι·
ἀλλ' ἀνάτειλον φαιδρότερον Σωτήρ.

Ὡς ἡλίου δίσκον,
ἡ σελήνη Σωτήρ, ἀποκρύπτει,
καί σε τάφος νῦν ἔκρυψεν,
ἐκλιπόντα τοῦ θανάτου σαρκικῶς.

Ἡ ζωὴ θανάτου,
γευσαμένη Χριστός,
ἐκ θανάτου τοὺς βροτοὺς ἠλευθέρωσε,
καὶ τοῖς πᾶσι νῦν δωρεῖται τὴν ζωήν.

Νεκρωθέντα πάλαι,
τὸν Ἀδὰμ φθονερῶς,
ἐπανάγεις πρὸς ζωὴν τῇ νεκρώσει σου,
νέος Σῶτερ ἐν σαρκὶ φανεὶς Ἀδὰμ.

Νοεραί σε τάξεις,
ἠπλωμένον νεκρόν,
καθορῶσαι δι' ἡμᾶς ἐξεπλήττοντο,
καλυπτόμεναι ταῖς πτέρυξι Σωτήρ.

Καθελών σε Λόγε,
ἀπὸ ξύλου νεκρόν,
ἐν μνημείῳ Ἰωσὴφ νῦν κατέθετο·
ἀλλ' ἀνάστα σῴζων πάντας ὡς Θεός.

Τῶν Ἀγγέλων Σῶτερ,
χαρμονὴ πεφυκώς,
νῦν καὶ λύπης τούτοις γέγονας αἴτιος,
καθορώμενος σαρκὶ ἄπνους νεκρός.

Ὑψωθεὶς ἐν ξύλῳ,
καὶ τοὺς ζῶντας βροτούς, συνυψοῖς·
ὑπὸ τὴν γῆν δὲ γενόμενος,
τοὺς κειμένους δ' ὑπ' αὐτὴν ἐξανιστᾶς.

Ὥσπερ λέων Σῶτερ,
ἀφυπνώσας σαρκί,
ὡς τις σκύμνος ὁ νεκρὸς ἐξανίστασαι,
ἀποθέμενος τὸ γῆρας τῆς σαρκός.

Τὴν πλευρὰν ἐνύγης,
ὁ πλευρὰν εἰληφὼς,
τοῦ Ἀδὰμ ἐξ ἧς τὴν Εὔαν διέπλασας,
καὶ ἐξέβλυσας κρουνοὺς καθαρτικούς.

Ἐν κρυπτῷ μὲν πάλαι,
θύεται ὁ ἀμνός·
σὺ δ' ὑπαίθριος τυθείς, ἀνεξίκακε,
πᾶσαν κτίσιν ἀπεκάθηρας Σωτήρ.

Τὶς ἐξείποι τρόπον,
φρικτὸν ὄντως καινόν;
ὁ δεσπόζων γὰρ τῆς Κτίσεως σήμερον,
πάθος δέχεται, καὶ θνῄσκει δι' ἡμᾶς.

Ὁ ζωῆς ταμίας,
πῶς ὁρᾶται νεκρός;
ἐκπληττόμενοι οἱ Ἄγγελοι ἔκραζον·
πως δ' ἐν μνήματι συγκλείεται Θεός;

Λογχονύκτου Σῶτερ,
ἐκ πλευρᾶς σου ζωήν,
τῇ ζωῇ τῇ ἐκ ζωῆς ἐξωσάσῃ με,
ἐπιστάζεις καὶ ζωοῖς με σὺν αὐτῇ.

Ἁπλωθεὶς ἐν ξύλῳ,
συνηγάγω βροτούς·
τὴν πλευράν σου δὲ νυγεὶς τὴν ζωήῤῥητον,
πᾶσιν ἄφεσιν πηγάζεις Ἰησοῦ.

Ὁ εὐσχήμων Σῶτερ,
σχηματίζει φρικτῶς,
καὶ κηδεύει ὡς νεκρὸν εὐσχημόνως σε,
καὶ θαμβεῖται σου τὸ σχῆμα τὸ φρικτόν.

Ὑπὸ γῆν βουλήσει,
κατελθὼν ὡς θνητός,
ἐπανάγεις ἀπὸ γῆς πρὸς οὐράνια,
τοὺς ἐκεῖθεν πεπτωκότας Ἰησοῦ.

Κἄν νεκρὸς ὡράθης,
ἀλλὰ ζῶν ὡς Θεός,
ἐπανάγεις ἀπὸ γῆς πρὸς οὐράνια,
τοὺς ἐκεῖθεν πεπτωκότας Ἰησοῦ.

Κἄν νεκρὸς ὡράθης,
ἀλλὰ ζῶν ὡς Θεός,
νεκρωθέντας τοὺς βροτοὺς ἀνεζώωσας,
τὸν ἐμὸν ἀπονεκρώσας νεκρωτήν.

Ὢ χαρᾶς ἐκείνης!
ὢ πολλῆς ἡδονῆς!
ἧσπερ τοὺς ἐν ᾅδῃ πεπλήρωκας,
ἐν πυθμέσι φῶς ἀστράψας ζοφεροῖς.

Προσκυνῶ τὸ Πάθος,
ἀνυμνῶ τὴν Ταφήν,
μεγαλύνω σου τὸ κράτος Φιλάνθρωπε,
δι' ὧν λέλυμαι παθῶν φθοροποιῶν.

Κατά σου ῥομφαῖα,
ἐστιλβοῦτο Χριστέ,
καὶ ῥομφαῖα ἰσχυροῦ μὲν ἀμβλύνεται,
καὶ ῥομφαῖα δὲ τροποῦται τῆς Ἐδέμ.

Ἡ Ἀμνὰς τὸν Ἄρνα,
βλέπουσα ἐν σφαγῇ,
ταῖς αἰκίσι βαλλομένη ἠλάλαζε,
συγκινοῦσα καὶ τὸ ποίμνιον βοᾶν.

Κἄν ἐνθάπτη τάφῳ,
κἄν εἰς Ἅδου μολῇς,
ἀλλὰ Σῶτερ καὶ τοὺς τάφους ἐκένωσας,
καὶ τὸν ᾅδην ἀπεγύμνωσας, Χριστέ.

Ἐκουσίως Σῶτερ,
κατελθὼν ὑπὸ γῆν,
νεκρωθέντας τοὺς βροτοὺς ἀνεζώωσας,
καὶ ἀνήγαγες ἐν δόξῃ πατρικῇ.

Τῆς Τριάδος ὁ εἷς,
ἐν σαρκὶ δι' ἡμᾶς,
ἐπονείδιστον ὑπέμεινε θάνατον·
φρίττει ἥλιος, καὶ τρέμει δὲ ἡ γῆ.

Ὡς πικρᾶς ἐκ κρήνης,
τῆς Ἰούδα φυλῆς,
οἱ ἀπόγονοι ἐν λάκκῳ κατέθεντο,
τὸν τροφέα μανναδότην Ἰησοῦν.

Ὁ Κριτὴς ὡς κριτὸς,
πρὸ Πιλάτου κριτοῦ,
καὶ παρίστατο καὶ θάνατον ἄδικον,
κατεκρίθη διὰ ξύλου σταυρικοῦ.

Ἀλαζὼν Ἰσραήλ,
μιαιφόνε λαέ,
τι παθὼν τὸν Βαραββὰν ἠλευθέρωσας;
τὸν Σωτῆρα δὲ παρέδωκας Σταυρῷ;

Ὁ χειρί σου πλάσας,
τὸν Ἀδὰμ ἐκ τῆς γῆς,
δι' αὐτὸν τῇ φύσει γέγονας ἄνθρωπος,
καὶ ἐσταύρωσαι βουλήματι τῷ σῷ.

Ὑπακούσας Λόγε,
τῷ ἰδίῳ Πατρί,
μέχρις ᾅδου τοῦ δεινοῦ καταβέβηκας,
καὶ ἀνέστησας τὸ γένος τῶν βροτῶν.

Οἴμοι φῶς τοῦ Κόσμου!
οἴμοι φῶς τὸ ἐμόν!
Ἰησοῦ μου ποθεινότατε ἔκραζεν,
ἡ Παρθένος θρηνῳδοῦσα γοερῶς.

Φθονουργέ, φονουργέ,
καὶ ἀλάστορ λαέ,
κἄν σινδόνας καὶ αὐτὸ τὸ σουδάριον, αἰσχύνθητι,
ἀναστάντος τοῦ Χριστοῦ.

Δεῦρο δὴ μιαρέ,
φονευτὰ μαθητά,
καὶ τὸν τρόπον τῆς κακίας σου δεῖξόν μοι,
δι' ὃν γέγονας προδότης τοῦ Χριστοῦ.

Ὡς φιλάνθρωπός τις,
ὑποκρίνῃ μωρὲ
καὶ τυφλὲ πανωλεθρότατε ἄσπονδε,
ὁ τὸ μύρον πεπρακὼς διὰ τιμῆς.

Οὐρανίου μύρου,
ποίαν ἔσχες τιμήν;
τοῦ τιμίου τι ἐδέξω ἀντάξιον;
λύσσαν εὗρες καταρώτατε σατάν.

Εἰ φιλόπτωχος εἶ,
καὶ τὸ μύρον λυπῇ,
κενουμένου εἰς ψυχῆς ἱλαστήριον,
πῶς χρυσῷ ἀπεμπολεῖς τὸν Φωταυγῆ;

Ὦ Θεὲ καὶ Λόγε,
ὢ χαρὰ ἡ ἐμή,
πῶς ἐνέγκω σου ταφὴν τὴν τριήμερον
νῦν σπαράττομαι τὰ σπλάγχνα μητρικῶς.

Τίς μοι δώσει ὕδωρ,
καὶ δακρύων πηγάς,
ἡ Θεόνυμφος Παρθένος ἐκραύγαζεν,
ἵνα κλαύσω τὸν γλυκύν μου Ἰησοῦν;

Ὦ βουνοὶ καὶ νάπαι,
καὶ ἀνθρώπων πληθύς,
κλαύσατε καὶ πάντα θρηνήσατε,
σὺν ἐμοὶ τῇ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν Μητρί.

Πότε ἴδω Σῶτερ,
σε τὸ ἄχρονον φῶς,
τὴν χαρὰν καὶ ἡδονὴν τῆς καρδίας μου;
ἡ Παρθένος ἀνεβόα γοερῶς.

Κἄν ὡς πέτρα Σῶτερ,
ἡ ἀκρότομος σὺ,
κατεδέξω τὴν τομήν, ἀλλ' ἐπήγασας,
ζῶν τὸ ῥεῖθρον ὡς πηγὴ ὤν τῆς ζωῆς.

Ὡς ἐκ κρήνης μιᾶς,
τὸν διπλοῦν ποταμόν,
τῆς πλευρᾶς σου προχεούσης ἀρδόμενοι,
τὴν ἀθάνατον καρπούμεθα ζωήν.

Θέλων ὤφθης Λόγε,
ἐν τῷ τάφῳ νεκρός, ἀλλὰ ζῇς,
καὶ τοὺς βροτοὺς ὡς προείρηκας,
ἀναστάσει σου Σωτήρ μου ἐγερεῖς.

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.

Ἀνυμνοῦμεν Λόγε σε τὸν πάντων Θεόν,
σὺν Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ σου Πνεύματι,
καὶ δοξάζομεν τὴν θείαν σου Ταφήν.

Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Μακαρίζομέν σε,
Θεοτόκε ἁγνή,
καὶ τιμῶμεν τὴν Ταφὴν τὴν τριήμερον,
τοῦ Υἱοῦ σου καὶ Θεοῦ ἡμῶν πιστῶς.

Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ,
κατετέθης Χριστέ,
καὶ Ἀγγέλων στρατιαὶ ἐξεπλήττοντο,
συγκατάβασιν δοξάζουσαι τὴν σήν.

ΣΤΑΣΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ Ἦχος πλ. α’.

Ἄξιόν ἐστι,
μεγαλύνειν σε τὸν Ζωοδότην,
τὸν ἐν τῷ Σταυρῷ τὰς χεῖρας ἐκτείναντα,
καὶ συντρίψαντα τὸ κράτος τοῦ ἐχθροῦ.

Ἄξιόν ἐστι,
μεγαλύνειν σε τὸν πάντων Κτίστην·
τοῖς σοῖς γὰρ παθήμασιν ἔχομεν,
τὴν ἀπάθειαν ῥυσθέντες τῆς φθορᾶς.

Ἔφριξεν ἡ γῆ,
καὶ ὁ ἥλιος Σῶτερ ἐκρύβη,
σοῦ τοῦ ἀνεσπέρου φωτὸς Χριστέ,
ἐν τῷ τάφῳ δύντος νῦν σωματικῶς.

Ὕπνωσας, Χριστέ,
τὸν φυσίζωον ὕπνον ἐν τάφῳ,
καὶ βαρέως ὕπνου ἐξήγειρας,
τοῦ τῆς ἁμαρτίας, τὸ τῶν ἀνθρώπων γένος.

Μόνη γυναικῶν,
χωρὶς πόνων ἔτεκόν σε Τέκνον,
πόνους δὲ νῦν φέρω πάθει τῷ σῷ,
ἀφορήτους, ἀνεβόα ἡ Σεμνή.

Ἄνω σε Σωτήρ,
ἀχωρίστως τῷ Πατρὶ συνόντα,
κάτω δὲ νεκρὸν ἠπλωμένον γῆ,
καθορῶντα φρίττει νῦν τὰ Σεραφίμ.

Ρήγνυται ναοῦ,
καταπέτασμα τῇ σῇ Σταυρώσει,
κρύπτουσι φωστῆρες Λόγε τὸ φῶς,
σου κρυβέντος τοῦ ἡλίου ὑπὸ γῆν.

Γῆς ὁ καταρχάς,
μόνῳ νεύματι πήξας τὸν γῦρον,
ἄπνους ὡς βροτὸς καθυπέδυ γῆν·
τῷ θεάματι δε φρῖξον οὐρανέ.

Ἔδυς ὑπὸ γῆν
ὁ τὸν ἄνθρωπον χειρί σου πλάσας,
ἴν' ἐξαναστήσῃς τοῦ πτώματος,
τῶν βροτῶν τὰ στίφη, πανσθενεστάτῳ κράτει.

Θρῆνον ἱερόν,
δεῦτε ᾄσωμεν Χριστῷ θανόντι,
ὡς αἱ Μυροφόροι γυναῖκες πρίν,
ἵν' ἀκούσωμεν τὸ Χαῖρε σὺν αὐταῖς.

Μύρον ἀληθῶς,
σὺ ἀκένωτον ὑπάρχεις Λόγε·
ὅθεν σοι καὶ μύρα προσέφερον,
Μυροφόροι σοι τῷ ζῶντι, ὡς νεκρῷ.

ᾍδου μὲν ταφείς,
τὰ βασίλεια Χριστὲ συντρίβεις,
θάνατον θανάτῳ δὲ θανατοῖς,
καὶ φθορᾶς λυτροῦσαι τοὺς γηγενεῖς.

Ρεῖθρα τῆς ζωῆς,
ἡ προχέουσα Θεοῦ σοφία,
τάφον ὑπεισδῦσα ζωοποιεῖ,
τοὺς ἐν τοῖς ἀδύτοις ᾅδου μυχοῖς.

Ἵνα τὴν βροτῶν,
καινουργήσω συντριβεῖσαν φύσιν,
πέπληγμαι θανάτῳ θέλων σαρκί.
Μῆτερ οὖν μὴ κόπτου τοῖς ὀδυρμοῖς.

Ἔδυς ὑπὸ γῆν,
ὁ φωσφόρος τῆς δικαιοσύνης
καὶ νεκροὺς ὥσπερ ἐξ ὕπνου ἐξήγειρας,
ἐκδιώξας ἅπαν, τὸ ἐν τῷ ᾅδῃ σκότος.

Κόκκος διφυὴς,
ὁ φυσίζωος ἐν γῆς λαγόσι,
σπείρεται σὺν δάκρυσι σήμερον,
ἀλλ' ἀναβλαστήσας, Κόσμον χαροποιήσει.

Ἔπτηξεν Ἀδάμ,
Θεοῦ βαίνοντος ἐν Παραδείσῳ,
χαίρει δὲ πρὸς ᾅδην φοιτήσαντος,
πεπτωκὸς τὸ πρώην, καὶ νῦν ἐξεγερθείς.

Σπένδει σοι χοὰς,
ἡ τεκοῦσά σε Χριστὲ δακρύων,
σαρκικῶς κατατεθέντι ἐν μνήματι,
ἐκβοῶσα, Τέκνον, ἀνάστα ὡς προέφης.

Τάφῳ Ἰωσήφ,
εὐλαβῶς σε τῷ καινῷ συγκρύπτων,
ὕμνους ἐξοδίους θεοπρεπεῖς,
τοῖς συμμίκτοις θρήνοις μέλπει σοι Σωτήρ.

Ἥλοις σε Σταυρῷ,
πεπαρμένον ἡ σὴ Μήτηρ Λόγε,
βλέψασα τοῖς ἥλοις λύπης πικρᾶς,
βέβληται καὶ βέλεσι τὴν ψυχήν.

Σὲ τὸν τοῦ παντός γλυκασμὸν
ἡ Μήτηρ καθορῶσα,
πόμα ποτιζόμενον τὸ πικρόν,
βρέχει δάκρυσι τὰς ὄψεις γοερῶς.

Τέτρωμαι δεινῶς,
καὶ σπαράττομαι τὰ σπλάγχνα Λόγε,
βλέπουσα σφαγήν σου τὴν ἄδικον,
ἡ Παρθένος ἀνεβόα ἐν κλαυθμῷ.

Ὄμμα τὸ γλυκύ,
καὶ τὰ χείλη σου πῶς μύσω Λόγε;
πῶς νεκροπρεπῶς δὲ κηδεύσω σε;
Μετὰ φρίκης ἀνεβόα Ἰωσήφ.

Ὕμνους Ἰωσήφ,
καὶ Νικόδημος ἐπιταφίους,
ᾄδουσι Χριστῷ νεκρωθέντι νῦν·
σὺν αὐτοῖς δὲ μελωδεῖ τὰ Σεραφίμ.

Δύνεις ὑπὸ γῆν,
Σῶτερ Ἥλιε δικαιοσύνης·
ὅθεν ἡ τεκοῦσα Σελήνη σε,
ταῖς λύπαις ἐκλείπει, σῆς θέας στερουμένη.

Ἔφριξεν ὁρῶν, Σῶτερ,
ᾅδης σε τὸν ζωοδότην,
πλοῦτον τὸν ἐκείνου σκυλεύοντα,
καὶ τοὺς ἀπ' αἰῶνος, νεκροὺς ἐξανιστῶντα.

Ἥλιος φαιδρόν,
ἀπαστράπτει μετὰ νύκτα Λόγε·
καὶ σῦ δ' ἀναστὰς ἐξαστράψειας,
μετὰ θάνατον φαιδρῶς ὡς ἐκ παστοῦ.

Γῆ σε πλαστουργέ,
ὑπὸ κόλπους δεξαμένη τρόμῳ,
συσχεθεῖσα Σῶτερ τινάσσεται,
ἀφυπνώσασα νεκροὺς τῷ τιναγμῷ.

Μύροις σε Χριστέ,
ὁ Νικόδημος καὶ ὁ Εὐσχήμων,
νῦν καινοπρεπῶς περιστείλαντες, ἀνεβόων·
φρῖξον, ἅπασα ἡ γῆ.

Ἔδυς Φωτουργέ,
καὶ συνέδυ σοι τὸ φῶς ἡλίου·
τρόμω δὲ ἡ κτίσις συνέχεται,
πάντων σε κηρύττουσα Ποιητήν.

Λίθος λαξευτὸς
τὸν ἀκρόγωνον καλύπτει λίθον·
ἄνθρωπος θνητὸς δ' ὡς θνητὸν Θεόν,
κρύπτει νῦν τῷ τάφῳ· φρῖξον ἡ γῆ!

Ἴδε Μαθητήν,
ὃν ἠγάπησας καὶ σὴν Μητέρα,
Τέκνον, καὶ φθογγὴν δὸς γλυκύτατον,
ἀνεβόα θρηνῳδοῦσα ἡ Ἁγνή.

Σὺ ὡς ὤν ζωῆς,
χορηγὸς Λόγε τοὺς Ἰουδαίους,
ἐν Σταυρῷ ταθεὶς οὐκ ἐνέκρωσας,
ἀλλ' ἀνέστησας καὶ τούτων τοὺς νεκρούς.

Κάλλος Λόγε πρίν,
οὐδὲ εἶδος ἐν τῷ πάσχειν ἔσχες,
ἀλλ' ἐξαναστὰς ὑπερέλαμψας,
καλλωπίσας τοὺς βροτοὺς θείαις αὐγαῖς.

Ἔδυς τῇ σαρκί,
ὁ ἀνέσπερος εἰς γῆν φωσφόρος·
καὶ μὴ φέρων βλέπειν ὁ ἥλιος,
ἐσκοτίσθη μεσημβρίας ἐν ἀκμῇ.

Ἥλιος ὁμοῦ,
καὶ σελήνη σκοτισθέντες Σῶτερ,
δούλους εὐνοοῦντας εἰκόνιζον,
οἱ μελαίνας ἀμφιέννυνται στολάς.

Οἷδέ σε Θεὸν,
Ἑκατόνταρχος κἄν ἐνεκρώθης,
πῶς σὲ οὖν Θεέ μου ψαύσω χερσί;
φρίττω, ἀνεβόα ὁ Ἰωσήφ.

Ὕπνωσεν Ἀδάμ,
ἀλλὰ θάνατον πλευρᾶς ἐξάγει ·
σὺ δὲ νῦν ὑπνώσας Λόγε Θεοῦ,
βρύεις ἐκ πλευρᾶς σου κόσμῳ ζωήν.

Ὕπνωσας μικρόν,
καὶ ἐζώωσας τοὺς τεθνεῶτας,
καὶ ἐξαναστὰς ἐξανέστησας,
τοὺς ὑπνοῦντας ἐξ αἰῶνος, Ἀγαθέ.

Ἤρθης ἀπὸ γῆς,
ἀλλ' ἀνέβλυσας τῆς σωτηρίας,
τὸν οἶνον ζωήῤῥυτε ἄμπελε.
Δοξάζω τὸ Πάθος καὶ τὸν Σταυρόν.

Πῶς οἱ νοεροί,
Ταγματάρχαι σε Σωτὴρ ὁρῶντες,
γυμνὸν ᾑμαγμένον κατάκριτον,
ἔφερον τὴν τόλμην τῶν σταυρωτῶν;

Ἀραβιανόν,
σκολιώτατον γένος Ἑβραίων,
ἔγνως τὴν ἀνέγερσιν τοῦ ναοῦ·
διά τι κατέκρινας τὸν Χριστόν;

Χλαῖναν ἐμπαιγμοῦ,
τὸν Κοσμήτορα πάντων ἐνδύεις,
ὃς τὸν οὐρανὸν κατηστέρωσε,
καὶ τὴν γῆν ἐκόσμησε θαυμαστῶς.

Ὥσπερ πελεκάν,
τετρωμένος τὴν πλευράν σου Λόγε,
σοὺς θανόντας παῖδας ἐζώωσας,
ἐπιστάξας ζωτικοὺς αὐτοῖς κρουνούς.

Ἥλιον τὸ πρὶν,
Ἰησοῦς τοὺς ἀλλοφύλους κόπτων, ἔστησεν·
αὐτὸς δὲ ἀπέκρυψας,
καταβάλλων τὸν τοῦ σκότους ἀρχηγόν.

Κόλπων πατρικῶν,
ἀνεκφοίτητος μείνας, οἰκτίρμον,
καὶ βροτὸς γενέσθαι εὐδόκησας,
καὶ εἰς ᾅδην καταβέβηκας Χριστέ.

Ἤρθη σταυρωθείς,
ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας,
ἄπνους δ'ἐν αὐτῇ οὗτος θάπτεται,
ὃ μὴ φέρουσα ἐσείετο δεινῶς.

Οἴμοι ὦ Υἱέ!
ἡ Ἀπείρανδρος θρηνεῖ καὶ λέγει,
ὃν ὡς Βασιλέα γὰρ ἤλπιζον,
κατάκριτον νῦν βλέπω ἐν Σταυρῷ.

Ταῦτα Γαβριήλ,
μοι ἀπήγγειλεν ὅτε κατέπτη,
ὃς τὴν βασιλείαν αἰώνιον,
ἔφη εἶναι τοῦ Υἱοῦ μου Ἰησοῦ.

Φεῦ! τοῦ Συμεών,
ἐκτετέλεσται ἡ προφητεία·
ἡ γὰρ σὴ ῥομφαῖα διέδραμε,
τὴν καρδίαν τὴν ἐμὴν Ἐμμανουήλ.

Κἄν τοὺς ἐκ νεκρῶν,
ἐπαισχύνθητε ὦ Ἰουδαῖοι,
οὕς ὁ ζωοδότης ἀνέστησεν,
ὃν ὑμεῖς ἐκτείνατε φθονερῶς.

Ἔφριξεν ἰδών,
τὸ ἀόρατον φῶς σε Χριστέ μου,
μνήματι κρυπτόμενον ἄπνουν τε,
καὶ ἐσκότασεν ὁ ἥλιος τὸ φῶς.

Ἔκλαιε πικρῶς,
ἡ πανάμωμος Μήτηρ σου Λόγε,
ὅτε ἐν τῷ τάφῳ ἑώρακε,
σὲ τὸν ἄφραστον καὶ ἄναρχον Θεόν.

Νέκρωσιν τὴν σήν,
ἡ πανάφθορος Χριστέ σου Μήτηρ,
βλέπουσα πικρῶς σοι ἐφθέγγετο·
μὴ βραδύνης ἡ ζωὴ ἐν τοῖς νεκροῖς.

ᾅδης ὁ δεῖνος,
συνετρόμαξεν ὅτε σε εἶδεν,
Ἥλιε τῆς δόξῃς ἀθάνατε,
καὶ ἐδίδου τοὺς δεσμίους ἐν σπουδῇ.

Μέγα καί, φρικτὺν,
Σῶτερ θέαμα νῦν καθορᾶται!
ὁ ζωῆς γὰρ θέλων παραίτιος, θάνατον ὑπέστη,
ζωῶσαι θέλων πάντας.

Νύττῃ τὴν πλευρὰν,
καὶ ἡλοῦσαι Δέσποτα τὰς χεῖρας,
πληγὴν ἐκ πλευράς σου ἰώμενος, καὶ τὴν ἀκρασίαν,
χειρῶν τῶν Προπατόρων.

Πρὶν τὸν τῆς Ραχήλ,
υἱὸν ἔκλαυσεν ἅπας κατ' οἶκον·
νῦν τὸν τῆς Παρθένου ἐκόψατο,
Μαθητῶν χορεία σὺν τῇ Μητρί.

Ράπισμα χειρῶν,
Χριστοῦ δέδωκαν ἐν σιαγόνι,
τοῦ χειρὶ τὸν ἄνθρωπον πλάσαντος,
καὶ τὰς μύλας θλάσαντος τοῦ θηρός.

Ὕμνοις σου Χριστέ,
νῦν τὴν Σταύρωσιν καὶ τὴν Ταφήν τε,
ἅπαντες πιστοὶ ἐκθειάζομεν,
οἱ θανάτου λυτρωθέντες σῇταφῇ.

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.

Ἄναρχε Θεέ,
συναΐδιε Λόγε καὶ Πνεῦμα,
σκῆπτρα τῶν Ἀνάκτων κραταίωσον,
κατὰ πολεμίων ὡς ἀγαθός.

Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Τέξασα ζωήν,
Παναμώμητε ἁγνὴ Παρθένε,
παῦσον Ἐκκλησίας τὰ σκάνδαλα,
καὶ βράβευσον εἰρήνην ὡς ἀγαθή.

Ἄξιόν ἐστι,
μεγαλύνειν σε τὸν Ζωοδότην,
τὸν ἐν τῷ Σταυρῷ τὰς χεῖρας ἐκτείναντα,
καὶ συντρίψαντα τὸ κράτος τοῦ ἐχθροῦ.

ΣΤΑΣΙΣ ΤΡΙΤΗ Ἦχος γ’.

Αἱ γενεαὶ πᾶσαι,
ὕμνον τῇ Ταφῇ σου,
προσφέρουσι Χριστέ μου.

Καθελὼν τοῦ ξύλου,
ὁ Ἀριμαθαίας,
ἐν ταφῶ σε κηδεύει.

Μυροφόροι ἦλθον,
μύρα σοι Χριστέ μου,
κομίζουσαι προφρόνως.

Δεῦρο πᾶσα κτίσις,
ὕμνους ἐξοδίους,
προσοίσωμεν τῷ Κτίστῃ.

Ὡς νεκρὸν τὸν ζῶντα,
σὺν Μυροφόροις πάντες,
μυρίσωμεν ἐμφρόνως.

Ἰωσὴφ τρισμάκαρ,
κήδευσον τὸ σῶμα,
Χριστοῦ τοῦ ζωοδότου.

Οὕς ἔθρεψε τὸ μάννα,
ἐκίνησαν τὴν πτέρναν,
κατὰ τοῦ Εὐεργέτου.

Οὕς ἔθρεψε τὸ μάννα,
φέρουσι τῷ Σωτῆρι,
χολὴν ἅμα καὶ ὄξος.

Ὢ τῆς παραφροσύνης,
καὶ τῆς Χριστοκτονίας,
τῆς τῶν προφητοκτόνων!

Ὡς ἄφρων ὑπηρέτης,
προδέδωκεν ὁ μύστης,
τὴν ἄβυσσον σοφίας.

Τὸν ῥύστην ὁ πωλήσας,
αἰχμάλωτος κατέστη,
ὁ δόλιος Ἰούδας.

Κατὰ τὸν Σολομῶντα,
βόθρος βαθὺς τὸ στόμα,
Ἑβραίων παρανόμων.

Ἑβραίων παρανόμων,
ἐν σκολιαῖς πορείαις,
τρίβολοι καὶ παγίδες.

Ἰωσὴφ κηδεύει,
σὺν τῷ Νικοδήμω,
νεκροπρεπῶς τὸν Κτίστην.

Ζωοδότα Σῶτερ,
δόξα σου τῷ κράτει,
τὸν ᾅδην καθελόντι.

Ὕπτιον ὁρῶσα,
ἡ Πάναγνός σε Λόγε,
μητροπρεπῶς ἐθρήνει.

Ὢ γλυκύ μου ἔαρ,
γλυκύτατόν μου Τέκνον,
ποῦ ἔδυ σου τὸ κάλλος;

Θρῆνον συνεκίνει,
ἡ πάναγνός σου Μήτηρ,
σοῦ Λόγε νεκρωθέντος.

Γύναια σὺν μύροις,
ἥκουσι μυρίσαι,
Χριστὸν τὸ θεῖον μύρον.

Θάνατον θανάτῳ,
σὺ θανατοῖς Θεέ μου,
θείᾳ σου δυναστείᾳ.

Πεπλάνηται ὁ πλάνος,
ὁ πλανηθεὶς λυτροῦται,
σοφίᾳ σῇ Θεέ μου.

Πρὸς τὸν πυθμένα ᾅδου,
κατήχθη ὁ προδότης,
διαφθορᾶς εἰς φρέαρ.

Τρίβολοι καὶ παγίδες,
ὁδοὶ τοῦ τρισαθλίου,
παράφρονος Ἰούδα.

Συναπολοῦνται πάντες,
οἱ σταυρωταί σου Λόγε,
Υἱὲ Θεοῦ παντάναξ.

Διαφθορᾶς εἰς φρέαρ,
συναπολοῦνται πάντες,
οἱ ἄνδρες τῶν αἱμάτων.

Υἱὲ Θεοῦ παντάναξ,
Θεέ μου πλαστουργέ μου,
πῶς πάθος κατεδέξω;

Ἡ δάμαλις τὸν μόσχον,
ἐν Ξύλῳ κρεμασθέντα,
ἠλάλαζεν ὁρῶσα.

Σῶμα τὸ ζωηφόρον,
ὁ Ἰωσὴφ κηδεύει,
μετὰ τοῦ Νικοδήμου.

Ἀνέκραζεν ἡ Κόρη,
θερμῶς δακρυῤῥοοῦσα,
τὰ σπλάγχνα κεντουμένη.

Ὦ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου,
γλυκύτατόν μου Τέκνον,
πῶς τάφῳ νῦν καλύπτῃ;

Τὸν Ἀδὰμ καὶ Εὔαν,
ἐλευθερῶσαι, Μῆτερ,
μὴ θρήνει, ταῦτα πάσχω.

Δοξάζω σου Υἱέ μου,
τὴν ἄκραν εὐσπλαγχνίαν,
ἧς χάριν ταῦτα πάσχεις.

Ὄξος ἐποτίσθης,
καὶ χολὴν οἰκτίρμων,
τὴν πάλαι λύων γεῦσιν.

Ἰκρίω προσεπάγης,
ὁ πάλαι τὸν λαόν σου,
στύλῳ νεφέλης σκέπων.

Αἱ Μυροφόροι Σῶτερ,
τῷ τάφῳ προσελθοῦσαι,
προσέφερόν σοι μύρα.

Ἀνάστηθι, οἰκτίρμον,
ἡμᾶς ἐκ τῶν βαράθρων,
ἐξανιστῶν τοῦ ᾅδου.

Ἀνάστα Ζωοδότα,
ἥ σε τεκοῦσα Μήτηρ,
δακρυῤῥοοῦσα λέγει.

Σπεῦσον ἐξαναστῆναι,
τὴν λύπην λύων Λόγε,
τῆς Σε ἁγνῶς Τεκούσης.

Οὐράνιαι Δυνάμεις,
ἐξέστησαν τῷ φόβῳ,
νεκρόν σε καθορώσαι.

Τοῖς ποθῶ τε καὶ φόβῳ,
τὰ πάθη σου τιμῶσι,
πταισμάτων δίδου λύσιν.

Ὢ φρικτὸν καὶ ξένον,
θέαμα Θεοῦ Λόγε!
πῶς γῆ σε συγκαλύπτει;

Φέρων πάλαι φεύγει,
Σῶτερ Ἰωσήφ σε,
καὶ νῦν σε ἄλλος θάπτει.

Κλαίει καὶ θρηνεῖ σε,
ἡ πάναγνός σου Μήτηρ,
Σωτήρ μου νεκρωθέντα.

Φρίττουσιν οἱ νόες,
τὴν ξένην καὶ φρικτήν σου,
Ταφὴν τοῦ πάντων Κτίστου.

Ἔῤῥαναν τὸν τάφον,
αἱ Μυροφόροι μύρα,
λίαν πρωὶ ἐλθοῦσαι.

Ἀρώματα καὶ μύρα,
μαθήτριαι γυναῖκες,
προσφέρουσι τῷ Τάφῳ.

Τὸ «χαίρετε» δ’ ἐκεῖναι,
ἀκούουσιν εὐθέως,
εἰς ἀμοιβὴν τῶν δώρων.

Τὰ δάκρυα ὡς μύρα,
τῇ σῇ Ταφῇ προσφέρειν,
ἀξίωσόν με Σῶτερ.

Εἰρήνην Ἐκκλησία,
λαῷ σου σωτηρίαν,
δώρησαι σῆ Ἐγέρσει.

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.

Ὦ Τριὰς Θεέ μου,
Πατὴρ Υἱὸς καὶ Πνεῦμα,
ἐλέησον τὸν Κόσμον.

Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ἰδεῖν τὴν τοῦ Υἱοῦ σου,
Ἀνάστασιν Παρθένε,
ἀξίωσον σοὺς δούλους.

Αἱ γενεαὶ πᾶσαι,
ὕμνον τῇ Ταφῇ σου,
προσφέρουσι Χριστέ μου.