και τούς δακτύλους των χειρών μακρούς με λεπτότητα. Και δια να ειπούμεν καθολικώς,
Ιερά Μητρόπολις Αιτωλίας & Ακαρνανίας
ΚΟΣΜΑΣ
Ο ΧΑΡΙΤΙ ΘΕΟΥ
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
ΤΗΣ ΑΓΙΩΤΑΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ
ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ
Πρὸς τὸν ἱερόν κλῆρον, τίς μοναστικές ἀδελφότητες
καί τον εὐσεβῆ λαό τῆς καθ’ ἡμᾶς θεοσώστου Ἱερᾶς Μητροπόλεως
Ἀγαπητοί πατέρες καὶ ἀδελφοί,
Αὐτὴν τὴν ὁλοφώτεινη, τὴν λαμπρή καὶ μεγάλη ἡμέρα καὶ ἑορτή, κατὰ τὴν ὁποία τιμοῦμε τὴν Κοίμησι καὶ τὴν εἰς οὐρανοὺς Μετάστασι τῆς Κυρίας Θεοτόκου, ἄς ὑψώσουμε τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιὰ μας πρὸς τὴν μορφὴ τῆς μεγάλης μας μητέρας· ἄς γονατίσουμε ἐμπρὸς στὴν σεπτὴ εἰκόνα της καὶ ἂς τῆς προσφέρουμε καρδιακὴ καὶ εὐγνώμονα εὐχαριστία.
Ἡ Παναγία μας βρίσκεται στὴν κορυφὴ τῆς οὐρανίου Ἱεραρχίας, μετὰ τὸν Τριαδικό Θεό. Βρίσκεται ὑπεράνω καὶ πρώτη ἀπὸ ὅλους τοὺς ἁγίους καὶ τὰ ἀγγελικὰ τάγματα.
Τὸ μεσιτευτικὸ ἔργο της εἶναι ἀνάλογο πρὸς τὴν πρώτη θέσι πού κατέχει στὴ σειρὰ τῆς Ἱεραρχίας τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ, μετὰ τὴν Παναγία Τριάδα. Ὅπως τὴν ὀνομάζουμε στὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο εἶναι «δεκτὸν πρεσβείας θυμίαμα». Ἡ ἱκεσία της εἶναι εὐάρεστος καὶ ἡ θερμὴ πρεσβεία της εἶναι πάντοτε εὐπρόσδεκτος ἐνώπιον τοῦ Υἱοῦ της.
Ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεώς της, ἐφέτος ἑορτάζεται μέσα στὸ ἔτος κατὰ τὸ ὁποῖο τιμοῦμε τὴν ἐπέτειο τῶν διακοσίων ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἱερῶν ἀγώνων τῆς Ἐθνικῆς μας Παλιγγενεσίας τοῦ 1821.
Ἄς θυμηθοῦμε τὴν μεγάλη βοήθεια ποὺ προσέφερε ἡ ἀγάπη τῆς Παναγίας μας στὸ δοῦλο Γένος, γιὰ νὰ ἀναζωπυρώσουμε τὴν εὐγνωμοσύνη μας σὲ αὐτή.
Ἐνδεικτικῶς, σταχυολογοῦμε μερικὰ ἱστορικὰ γεγονότα:
Στὴν Ἁγία Λαύρα, κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ της, κάτω ἀπὸ τὸ Λάβαρο τῆς Παναγίας τὰ παλληκάρια ζήτησαν τὴν βοήθειά της καὶ ἐνισχυμένα ξεκίνησαν μὲ τὸ σύνθημα «ἐλευθερία ἢ θάνατος».
Ὁ φιλέλλην Γάλλος ἱστορικὸς Πουκεβὶλ, αὐτόπτης μάρτυς, ἔγραφε γιὰ τὴν ἔναρξι τῆς Ἐπαναστάσεως: «οἱ κάτοικοι ἀθρόοι προσέρχονται εἰς τὰς Ἐκκλησίας. Αἱ γυναῖκες γονυπετεῖς ἐμπρὸς εἰς τὰς εἰκόνας τῆς Παρθένου προσεύχονται».
Μετὰ τὴν ἐπίσημο ἔναρξι τῆς Ἐπαναστάσεως στὴ Μακεδονία, ὁ ἀρχιστράτηγος Ἐμμανουὴλ Παππᾶς ἀπηύθυνε ἔκκλησι, τὴν 30ήν Μαΐου 1821, πρὸς τοὺς παράγοντας τῆς Ἐθνεγερσίας καὶ ἔγραφε: «Παρακαλοῦμεν τὴν ἔφορον ἡμῶν Κυρίαν Θεοτόκον καὶ τὸν ἐξ αὐτῆς ἀσπόρως τεχθέντα Κύριον, Ἰησοῦν Χριστὸν διὰ νὰ ἐνισχύσουν νικῶντες τὸν κοινὸν ἡμῶν ἐχθρὸν, τύραννον καὶ ἀσεβῆ Ἀγαρηνόν».
Ὁ πυρπολητὴς Κωνσταντῖνος Κανάρης, ὅταν νικητὴς παίρνει ἀπὸ τὴν Δημογεροντία δάφνινο στεφάνι, τὸ καταθέτει στοὺς πόδας τῆς Θεοτόκου καὶ στέκει μὲ τὸ μέτωπο ἐπὶ τῆς γῆς προσκυνῶντας, προσευχόμενος καὶ εὐχαριστῶντας, ἀπὸ βάθους καρδίας καὶ ψυχῆς, γιὰ τὴν βοήθεια.
Ὁ στρατηγὸς Καραϊσκάκης ὅταν ἀσθένησε ἀπὸ τοὺς πολλοὺς καὶ ἐξαντλητικοὺς ἀγῶνες του γιὰ τὴν πατρίδα κατέφυγε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Προυσσοῦ. Καὶ ὅταν ἡ Παναγία μας τὸν ἐθεράπευσε ἐξεπλήρωσε τὸ θαῦμα της. «Δὶ ἰδίων ἐξόδων» ἐπαργύρωσε τὴ θαυματουργὸ εἰκόνα της, ὡς εὐχαριστία γιὰ τὴν βοήθειά της κατὰ τοὺς ἀγῶνες στὴν Ἐπανάστασι καὶ στὴν ἀποκατάστασι τῆς ὑγείας του.
Πάρα πολλοὶ πρόμαχοι καὶ ἥρωες τῆς Ἐθνικῆς μας Παλιγγενεσίας, μὲ ὅλη τους τὴν πίστι κατέφευγαν στὴν Ὑπέρμαχο Στρατηγὸ καὶ τὴν παρακαλοῦσαν: «Παναγία μου σῶσε τὴν πατρίδα μας».
Ποιὸς μπορεῖ νὰ λησμονήσει τὴν βοήθεια ποὺ ζητοῦσε καὶ ἐλάμβανε ἀπὸ τὴν Παναγία ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ὁ θρυλικὸς Γέρος τοῦ Μωριᾶ; Εἶναι γνωστὸ τὸ περιστατικὸ σὲ ὅλους μας. Ὁ Κολοκοτρώνης σταμάτησε στὸ ἐξωκκλῆσι τῆς Παναγίας, ἔδεσε τὸ ἄλογό του σὲ ἕνα δένδρο, μπῆκε στὸ Ναό, γονάτισε μπροστὰ στὴν εἰκόνα της καὶ παρακάλεσε: «Παναγία μου, βοήθησε καὶ αὐτὴ τὴ φορὰ τοὺς Ἕλληνες νὰ ἐμψυχωθοῦν». Καὶ στὰ Δερβενάκια παρακάλεσε τὸν ἱερέα Παπά-Ζαφειρόπουλο νὰ ψάλλει τὴν παράκλησι τῆς Παναγίας μας. Πολλὲς φορὲς ὁ Κολοκοτρώνης μὲ τὰ παλληκάρια του, μετὰ δακρύων, προσευχόταν στὴν Κυρία Θεοτόκο καὶ αὐτὴ τοὺς χάριζε τὴ νίκη.
Ἡ πατρίδα μας, ἡ Ἑλλάδα, ἀγαπητοὶ πατέρες καὶ ἀδελφοί, μὲ τὴν ἀκαταγώνιστη δύναμι τῆς Ὑπερμάχου Στρατηγοῦ ἐνίκησε τὸν Ἀγαρηνὸ ἐχθρό, ἐλευθερώθηκε καὶ δοξάσθηκε τὸ 1821.
Ἡ Παναγία ποτὲ δὲν ἐγκατέλειψε, ποτὲ δὲν ἔπαψε νὰ σκέπει καὶ νὰ προστατεύει τοὺς Ὀρθοδόξους Ἕλληνες. Σήμερα, ὅμως, οἱ Πανέλληνες δὲν μιμοῦνται τοὺς ἁγίους προγόνους μας, τοὺς ἥρωες τοῦ 1821. Δὲν θυμοῦνται τὶς εὐεργεσίες τῆς Παναγίας, δὲν τὴν τιμοῦν, δὲν τὴν ζητοῦν ὡς μεσίτρια Μητέρα κοντά τους. Ἐκείνη δὲν παύει νὰ προσεύχεται καὶ οἱ Ἕλληνες δὲν τὴν σέβονται, μάλιστα δὲ πολλοὶ τὴν βλασφημοῦν.
Ἐλᾶτε ὅλοι, σήμερα, κληρικοὶ καὶ λαϊκοὶ, νὰ καταθέσουμε τὴν εὐγνωμοσύνη μας στὴν Κυρία Θεοτόκο γιὰ τὴν προσφορὰ καὶ βοήθειά της στοὺς ἱεροὺς ἀγῶνες τῆς Ἐθνικῆς Παλιγγενεσίας τοῦ 1821.
Μαζὶ μὲ τὶς εὐχαριστίες, ἄς τὴν ἱκετεύσουμε γιὰ τὶς πολλὲς δυσκολίες ποὺ διέρχεται σήμερα ἡ Πατρίδα μας. Λησμονήσαμε σήμερα τὴν μεγάλη μας Μητέρα, χάσαμε τὴν Πίστι μας, στηριζόμαστε στὴν κοσμικὴ λογική.
Ἡ Παναγία μας, μὲ τὴν παντοδυναμία τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ της, μπορεῖ καὶ σήμερα νὰ σώσει τὸ Ἔθνος μας. Μὲ προσευχὴ καὶ εἰλικρινῆ μετάνοια, ἄς τῆς ζητήσουμε καὶ σήμερα τὴ βοήθειά της. Κάθε μέρα ἐκείνη, μὲ τὴν μητρική της ἀγάπη, μᾶς φωνάζει: «μὴ φοβᾶστε παιδιά μου, νὰ ἐμπιστεύεστε μὲ πίστι τὰ πάντα, καὶ τὸν ἑαυτό σας, στὸν Υἱὸ μου καὶ σὲ ἔμενα».
Θέλει, ἡ Παναγία, καὶ δύναται νὰ σώσει τὴν Ἑλλάδα σήμερα. Ἀρκεῖ κι ἐμεῖς νὰ τὴν πιστεύσουμε, νὰ τὴν ἀγαπήσουμε, νὰ μιμηθοῦμε τὶς ἀρετές της, νὰ τῆς ζητοῦμε τὴν μητρικὴ βοήθειά της.
Μετά πατρικῶν εὐχῶν,
O ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
† Ο ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΚΟΣΜΑΣ

Πλησίαζαν οι μέρες της γιορτής της Μεγαλόχαρης. Εκείνο το ανέμελο καλοκαίρι στο χωριό έμελλε να μην το ξεχάσω ποτέ!
Η καλή μου η γιαγιά είχε ώρα να ακούσει τη φωνούλα μου και με αναζήτησε στην αυλή φωνάζοντας το όνομά μου, αλλά απάντηση δεν πήρε.
Με βρήκε να κλαίω με αναφιλητά κάτω από τον ίσκιο μιας συκιάς. Ανησύχησε γιατί ήμουν ένα παιδί χαρούμενο… γκρινιάρικο… αλλά χαρούμενο.
-Τι έπαθες παιδάκι μου, ποιος σε πείραξε πες μου να πάω να τον δείρω, με ρώτησε χαριτολογώντας μπας και σκάσει ένα χαμογελάκι στα παραπονεμένα χείλη μου.
– Αχ βρε γιαγιά άκου να μάθεις, παίζαμε κρυφτό με τα παιδιά και ψάχναμε κρυψώνες. Εγώ επειδή είμαι πολύ έξυπνη βρήκα την καλύτερη. Η Ελένη της κυρά Σοφίας άρχισε να μετράει δέκα…εννέα…. μόλις τελείωσε το μέτρημα άρχισε να μας ψάχνει, τους βρήκε όλους, εμένα όμως δεν με βρήκε, ξέρεις γιατί;
– Ξέρω ξέρω με διέκοψε η γιαγιά μου που με ήξερε σαν την τσέπη της … γιατί είσαι πολύ έξυπνη.
– Μπράβο βρε γιαγιά εσύ όλα τα ξέρεις.
– Άντε βρε πουλάκι μου πες μου επιτέλους γιατί έκλαιγες!
-Λοιπόν, εκεί που ήμουνα καλά κρυμμένη, είδα στο χώμα κάτω από το πόδι μου ένα διπλωμένο χαρτάκι. Έσκυψα το πήρα και… άκου γιαγιά άκου… ήταν μια εικόνα της Παναγίτσας γεμάτη σκόνη και χώματα…. γιαγιά πάτησα την Παναγίτσα… και να το δάκρυ κορόμηλο.
Η γιαγιά μου, πήρε την μικρή σκονισμένη εικόνα της Παναγίας στα χέρια της, την καθάρισε με την ποδιά της, την φίλησε και μου είπε:
-Έλα πάμε να τη βάλουμε στη θέση της, εκεί που της πρέπει.
Με πήρε από το χέρι, μπήκαμε στο σπίτι και ακούμπησε την μικρή εικόνα στο εικονοστάσι, δίπλα στο καντήλι που δεν έσβηνε ποτέ.
-Γιαγιά γιατί πέταξαν την Παναγίτσα κάτω, τι τους έκανε;
-Δεν θα την πέταξαν παιδάκι μου μάλλον θα τους έπεσε, αλλά κι αν την πέταξαν, πρέπει να είσαι χαρούμενη γιατί την βρήκες εσύ!
– Ναι αλλά γιατί την πέταξαν θα μου πεις;;
-Για να την βρεις εσύ που τόσο αγαπάς την Παναγίτσα παιδάκι μου!!
Αυτή η μικρή χάρτινη πολυκαιρισμένη εικονίτσα της Παναγίας, με συντροφεύει μέχρι και σήμερα … και για πάντα!
Ναι γιαγιά είχες δίκιο, η Παναγιά μας ήθελε να την βρω, από νωρίς, από τα μικράτα μου… μεγάλο το όνομά Της!
– Πέστε μας , Γέροντα, κάτι για την Παναγία.
– Τι να σας πω; Με φέρνετε σε πολύ δύσκολη θέση. Για να μιλήση κανείς για την Παναγία, πρέπει να Την ζήση.
– Γέροντα, και το όνομα της Παναγίας έχει δύναμη πνευματική , όπως και το όνομα του Χριστού;
-Ναι. Όποιος έχει πολλή ευλάβεια την Παναγία, ακούει το όνομά Της και αλλοιώνεται. Ή, να το βρη κάπου γραμμένο, το ασπάζεται με ευλάβεια και σκιρτάει η καρδιά του.
Μπορεί να κάνη ολόκληρη Ακολουθία με έναν συνεχή ασπασμό στο όνομα της Παναγίας *.
– Γέροντα, να μας λέγατε κάτι από το προσκύνημά σας στην Παναγία της Τήνου.
– Τι να πω; Μια τόσο μικρή εικόνα κι έχει τόση Χάρη!
Δεν μπορούσα να ξεκολλήσω από κοντά της. Παραμέρισα λίγο, για να μην εμποδίζω τους άλλους που ήθελαν να προσκυνήσουν.
– Μερικοί, Γέροντα, σκανδαλίζονται από τα πολλά αφιερώματα που έχουν οι θαυματουργές εικόνες της Παναγίας.
-Να σας πω τι έπαθε μια φορά ένας πολύ απλός και ευλαβής προσκυνητής.
Πήγε στην Μονή Ιβήρων και προσκύνησε την Παναγία την Πορταϊτισσα. Εκεί, η εικόνα είναι γεμάτη φλουριά. Στον γυρισμό, πηγαίνοντας για την Μονή Σταυρονικήτα, μπήκε σε λογισμούς.
Τι παθαίνει εν τω μεταξύ; Τον έπιασε ένας πόνος δυνατός, ζαλίστηκε και έμεινε εκεί, στην μέση του δρόμου. Άρχισε λοιπόν να ζητάη βοήθεια από την Παναγία: «Παναγία μου, έλεγε, κάνε με καλά και θα σου φέρω δυό φλουριά!».
Τότε του παρουσιάστηκε η Παναγία και του είπε: «Έτσι μου τα έφεραν τα φλουριά. Μήπως εγώ τα ζήτησα; Μήπως τα ήθελα εγώ;».
Και αμέσως ο πόνος σταμάτησε. Βλέπετε, επειδή είχε καλή διάθεση, πολλή πίστη, τον βοήθησε η Παναγία.
Εγώ μερικές φορές εκεί στο Καλύβι, όταν θέλω να προσευχηθώ στην Παναγία, σκέφτομαι: «Πώς να πάω πίσω με άδεια χέρια να Την παρακαλέσω;».
Κόβω λίγα αγριολούλουδα, τα πηγαίνω στην εικόνα Της και λέω: «Παναγία μου, πάρε αυτά τα λουλούδια από το Περιβόλι Σου».
Πριν πάω στο Άγιον Όρος , άκουγα να λένε ότι είναι «το Περιβόλι της Παναγίας» και περίμενα να δω λουλούδια, δένδρα οπωροφόρα κ.λπ.
Όταν πήγα και είδα άγριες καστανιές, κουμαριές, κατάλαβα ότι είναι πνευματικό το περιβόλι της Παναγίας. Αργότερα ένιωσα μέσα σε αυτό και την παρουσία Της.
– Πώς θα αισθανθώ , Γέροντα, της παρουσία της Παναγίας, για να μου θερμάνη την καρδιά;
-Μια που φέρεις το όνομα της Μεγάλης Μητέρας του Χριστού και κατά χάριν Μητέρας όλων των ανθρώπων, να Την επικαλήσαι συνέχεια:
«Παναγία μου, να λες, Εσύ που καταδέχτηκες να έχω το όνομά Σου, βοήθησέ με να ζήσω όπως είναι ευάρεστο σε Σένα. Άλλοι μόνον το όνομά Σου ακούνε και συγκινούνται, κι εγώ τι κάνω;».
Εύχομαι η Παναγία μας να μένη συνέχεια κοντά σου και να σε σκεπάζη σαν το κλωσσοπούλι κάτω από τα Αγγελικά φτερά Της.
* Ο Γέροντας από πολλή ευλάβεια στην Παναγία κάποιες φορές ασπαζόταν διαρκώς το όνομά Της.
Περί προσευχής
Γέροντος Παΐσιου Αγιορείτου Λόγοι ς’
Ιερόν Ησυχαστήριον Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος
Σουρωτή Θεσσαλονίκης
2017, σελ. 83-85
Ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου
«Ὡς ἐμψύχῳ Θεοῦ κιβωτῷ ψαυέτω μηδαμῶς χεὶρ ἀμυήτων· χείλη δὲ πιστῶν τὴ Θεοτόκῳ ἀσιγήτως φωνὴν τοῦ ἀγγέλου ἀναμέλποντα, ἐν ἀγαλλιάσει βοάτω· Ὄντως ἀνωτέρα πάντων ὑπάρχεις, Παρθένε ἁγνή». «Ἐσένα ποὺ εἶσαι ζωντανὴ κιβωτὸς τοῦ Θεοῦ, ἂς μὴ σὲ ἀγγίζει ὁλότελα χέρι ἄπιστο, ἀλλὰ χείλια πιστὰ ἂς ψάλλουνε δίχως νὰ σωπάσουνε τὴ φωνὴ τοῦ ἀγγέλου (ὁ ὑμνωδὸς θέλει νὰ πεῖ τὴ φωνὴ τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, ποὺ εἶπε «εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί») κι ἂς κράζουνε: «Ἀληθινά, εἶσαι ἀνώτερη ἀπ᾿ ὅλα Παρθένε ἁγνή».
Ἀλλοίμονο! Ἀμύητοι, ἄπιστοι, ἀκατάνυχτοι, εἴμαστε οἱ πιὸ πολλοὶ σήμερα, τώρα ποὺ ἔπρεπε νὰ προσπέσουμε μὲ δάκρυα καυτερὰ στὴν Παναγία καὶ νὰ ποῦμε μαζὶ μὲ τὸ Θεόδωρο Δούκα τὸ Λάσκαρη, ποὺ σύνθεσε μὲ συντριμένη καρδιὰ τὸν παρακλητικὸ κανόνα: «Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου μὲ ζάλαι ὥσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε». «Σὰν τὰ μελίσσια ποὺ τριγυρίζουνε γύρω στὴν κερήθρα, ἔτσι κ᾿ ἐμένα μὲ ζώσανε οἱ ζαλάδες τῆς ζωῆς καὶ πέσανε ἀπάνω στὴν καρδιά μου καὶ τὴν κατατρυπᾶνε μὲ τὶς φαρμακερὲς σαγίτες τους. Ἄμποτε, Παναγιά μου, νὰ σὲ βρῶ βοηθό, νὰ μὲ γλύτωσεις ἀπὸ τὰ βάσανα». Μὰ ποιὸς ἀπό μας γυρεύει βοήθεια ἀπὸ τὴν Παναγία, ἀπὸ τὸν Χριστὸ κι᾿ ἀπὸ τοὺς ἁγίους; Γυρεύουμε βoήθεια ἀπὸ τὸ κάθε τί, παρεκτῶς ἀπὸ τὸ Θεό. Ἀλλὰ τί βοήθεια μποροῦνε νὰ δώσουνε στὸν ἄνθρωπο τὰ εἴδωλα τὰ λεγόμενα «ἐπιστήμη» καὶ «τέχνη»; Ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ ἀναχωρητὴς λέγει: «Σ᾿ ὅλους τοὺς δρόμους ποὺ πορεύονται οἱ ἄνθρωποι σὲ τοῦτον τὸν κόσμο δὲv βρίσκουνε σὲ κανένα τὴν εἰρήνη, ὡς ποὺ vα σιμώσουμε στὴν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ. Μὰ ἀλλοίμονο οἱ πιὸ πολλοὶ ἄvθρωποι εἶναι «οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα» ὅπως λέγει ὁ Παῦλος. Ὅποιος δὲν ἔχει τὴν πίστη μέσα στὴν καρδιά του, τί ἐλπίδα μπορεῖ νἄχει; Ὅπου ν᾿ ἀκουμπήσει ὅλα εἶναι σάπια. Γι᾿ αὐτὸ κι᾿ ὁ ὑμνογράφος ποὺ εἴπαμε, λέγει στὴν Παναγία: «Ἀπορήσας ἐκ πάντων, ὀδυνηρῶς κράζω σοι· πρόφθασον, θερμὴ προστασία, καὶ τὴν βοήθειαν δός μοι τῷ δούλῳ σου τῷ ταπεινῷ καὶ ἀθλίω». «Ὅλα, λέγει τὰ δοκίμασα, μὰ κανένα πράγμα δὲ μπόρεσε vα μὲ ξαλαφρώσει. Γιὰ τοῦτο φωνάζω Ἐσένα μὲ θρῆνο πικρόν, καὶ λέγω: Πρόφταξε καὶ δόσε τὴ βοήθειά σου σὲ μένα τὸν ταπεινὸ κι᾿ ἄθλιο δοῦλο σου».
Ἡ Παναγία εἶναι ἡ ἐλπίδα τῶν ἀπελπισμένων, ἡ χαρὰ τῶν πικραμένων, τὸ ραβδὶ τῶν τυφλῶν, ἡ ἄγκυρα τῶν θαλασσοδαρμένων, ἡ μάνα τῶν ὀρφανεμένων. Ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ εἶναι πονεμένη θρησκεία, ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς καρφώθηκε ἀπάνω στὸ ξύλο: κ᾿ ἡ μητέρα του ἡ Παναγία πέρασε κάθε λύπη σὲ τοῦτον τὸν κόσμο. Γι᾿ αὐτὸ καταφεύγουμε σὲ Κεiνη ποὺ τὴν εἴπανε οἱ πατεράδες μας: «Καταφυγή», «Σκέπη τοῦ κόσμου», «Γοργοεπήκοο», «Γρηγοροῦσα», «Ὀξεία ἀντίληψη», «Ἐλεοῦσα», «Ὁδηγήτρια», «Παρηγορίτισσα» καὶ χίλια ἄλλα ὀνόματα, ποὺ δὲν βγήκανε ἔτσι ἁπλὰ ἀπὸ τὰ στόματα, ἀλλὰ ἀπὸ τὶς καρδιὲς ποὺ πιστεύανε καὶ ποὺ πονούσανε. Μονάχα στὴν Ἑλλάδα προσκυνιέται ἡ Παναγία μὲ τὸν πρεπούμενο τρόπο ἤγουν μὲ δάκρυα μὲ πόνο καὶ μὲ ταπεινὴ ἀγάπη. Γιατὶ ἡ Ἑλλάδα εἶναι τόπος πονεμένος, χαροκαμένος, βασανισμένος ἀπὸ κάθε λογῆς βάσανο. Κι᾿ ἀπὸ τούτη τὴν αἰτία τὸ ἔθνος μας στὰ σκληρὰ τὰ χρόνια βρίσκει παρηγοριὰ καὶ στήριγμα στὰ ἁγιασμένα μυστήρια της ὀρθόδοξης θρησκείας μας, καὶ παραπάνω ἀπὸ ὅλα στὸ Σταυρωμένο τὸ Χριστὸ καὶ στὴ χαροκαμένη μητέρα του, ποὺ πέρασε τὴν καρδιά της σπαθὶ δίκοπο. Σὲ ἄλλες χῶρες τραγουδᾶνε τὴν Παναγία μὲ τραγούδια κοσμικά, σὰν νἆναι καμιὰ φιληνάδα τους, μὰ ἐμεῖς τὴν ὑμνολογοῦμε μὲ κατάνυξη βαθειά, θαρρετὰ μὰ μὲ συστολή, μὲ ἀγάπη μὰ καὶ μὲ σέβας,σὰν μητέρα μας μὰ καὶ σὰν μητέρα τοῦ Θεοῦ μας. Ἀνοίγουμε τὴν καρδιά μας νὰ τὴ δεῖ τί ἔχει μέσα καὶ νὰ μᾶς συμπονέσει. Ἡ Παναγία εἶναι ἡ πικραμένη χαρὰ τῆς Ὀρθοδοξίας, «τὸ χαροποιὸν πένθος», «ἡ χαρμολύπη» μας, «ὁ ποταμὸς ὁ γλυκερὸς τοῦ ἐλέους», «ὁ χρυσοπλοκώτατος πύργος καὶ ἡ δωδεκάτειχος πόλις». Ἡ ὑμνωδία τῆς ἐκκλησίας μας εἶναι ἕνας παράδεισος, ἕνα μυστικὸ περιβόλι ποὺ μοσκοβολᾶ ἀπὸ λογῆς-λογῆς μυρίπνοα ἄνθη, καὶ τὰ πιὸ μυρουδικά, τὰ πιὸ ἐξαίσια, εἶναι ἀφιερωμένα στὴν Παναγία. Ὅλος ὁ κόσμος θλίβεται μαζί της καὶ μαζί της χαίρεται μὲ μία χαρὰ πνευματική: «Ἐπὶ Σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις, ἀγγέλων τὸ σύστημα καὶ ἀνθρώπων τὸ γένος, ἡγιασμένε ναὲ καὶ παράδεισε λογικέ, παρθενικὸν καύχημα, ἐξ ἧς Θεὸς ἐσαρκώθη καὶ παιδίον γέγονεν ὁ πρὸ αἰώνων ὑπάρχων Θεὸς ἡμῶν». Ἀπορεῖς τί νὰ πρωτοδιαλέξεις ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ὑμνολογία τῆς Θεοτόκου! Θαρρεῖς πῶς ὁ ἀγέρας, τὰ βουνά, οἱ θάλασσες τῆς Ἑλλάδας, τὰ χωριὰ οἱ πολιτεῖες, γεμίσαvε εὐωδία πνευματικὴ ἀπ᾿ αὐτὸ «τὸ χρυσοῦν θυμιατήριον», ἀπ᾿ αὐτὴ «τὴν μανναδόχον στάμνον ποὺ ἔχει μέσα «μύρον τὸ ἀκένωτον». Οἱ γυναῖκες μας εἶναι στολισμένες μὲ τὄνομά της, τὰ βουνά μας, οἱ κάμποι, τὰ νησιά, τ᾿ ἀκροθαλάσσια εἶναι ἁγιασμένα ἀπὸ τὰ ξωκκλήσια της, τὰ καράβια μας ἔχουν γραμμένο ἀπάνω στὴ μάσκα καὶ στὴν πρύμη τὸ γλυκύτατο τόνομά της. Ἀληθινὰ στὴν Ἑλλάδα μας «ἐπὶ Σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις», «Γιὰ Σένα, χαίρεται ὅλη ἡ πλάση. Σήμερα ποὺ κοιμήθηκες, θαρεῖς πὼς ἡ χαρὰ γίνηκε πιὸ μεγάλη, ἡ θλίψη ἄλλαξε σὲ ἀγαλλίαση, ἡ ἐλπίδα ζωήρεψε ἀντὶ νὰ ἀποσκιάσει καὶ πλημμύρησε τὶς καρδιές μας.
Σήμερα τ᾿ ἀγέρι φυσᾶ γλυκύτερα στὰ κουρασμένα πρόσωπά μας, τὰ δέντρα σὰν νὰ γενήκανε πιὸ χλωρά, τ᾿ αὐγουστιάτικο κύμα σὰν νὰ ἀρμενίζει πιὸ δροσερὸ μέσα στὸ πέλαγο καὶ ἀφρίζει φουσκωμένο ἀπὸ χαρὰ μεγάλη, τὸ κάθε τί πανηγυίζει κι᾿ ἀγάλλεται... Ὤ! Τί θάνατος λοιπὸν εἶναι αὐτός, ποὺ γέμισε τὴν οἰκουμένη καὶ τὶς καρδιές μας μὲ τὴ χαρὰ τῆς ἀθανασίας! Καὶ καλώτατα ψέλνει ὁ ὑμνωδὸς σήμερα: «Ἐν τῇ γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε. Μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν». Ἀληθινὰ λέγει καὶ σ᾿ ἕνα ἄλλο τροπάρι: «Τῇ ἀθανάτῳ σου κοιμήσει, Θεοτόκε, μῆτερ τῆς ζωῆς...».
Ἀλλὰ τὸ ξαναλέγω. Τί νὰ πεῖ κανένας πρῶτα καὶ τί ὕστερα, ἀπὸ τὰ τόσα πνευματικὰ ὑμνολογήματα ποὺ προσφέρανε οἱ ὀρθόδοξες καρδιὲς στὴν Παναγία, στὸ «Ῥόδον τὸ ἀμάραντον», ποὺ μοσκοβόλησε καὶ ἅγιασε τὴν καταβασανισμένη τὴν Ἑλλάδα! Τὴν ὑμνολογήσανε μὲ τὰ λόγια, μὲ τὴν ψαλμωδία, μὲ τὴ ζωγραφική, μὲ τὸ σκαλισμένο ξύλο, μὲ τ᾿ ἀσήμι, μὲ τὸ μάλαμα, μὲ τὸ κηρομάστιχο, μὲ κάθε τίμιο κι᾿ ἁγιασμέvο πράγμα ποὺ μπορεῖ νὰ χρησιμέψει στὸν ἄνθρωπο γιὰ vα μπορέσει vα δείξει τὴν ἀγάπη του, τὸ σέβας του, τὴ χαρά του, τὴν πίκρα του, κι᾿ ὅτι ἄλλο ἁγνὸ αἴσθημα ἔχει μέσα στὰ φύλλα τῆς καρδιᾶς του. Τὸ νὰ πιάσει κανένας νὰ τὰ ἱστορήσει καταλεπτῶς, θὰ ἤτανε σὰν νάθελε vα μετρήσει τὸν ἄμμο τῆς θάλασσας; Γιὰ τοῦτο ἀνθολογᾶμε λιγοστὰ λουλούδια ἀπὸ τῆς ὑμνωδίας τὸ ἁγιόκλημα «εἰς ὀσμὴν εὐωδίας πνευματικῆς».
Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα ἂς μεταγράψουμε λίγα λόγια ἀπὸ τὶς Καταβασίες τοῦ Ἀκαθίστου ὕμνου «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου», ποὺ εἶναι τὸ βυζαντινώτατο, ὅλη ἡ Κωνσταντιούπολη πνευματικὰ πανηγυρίζουσα. Στοχασθεῖτε καλὰ ἐκείνη τὴν ἐξαίσια γ´ ᾠδὴ ποὺ λέγει: «Τοὺς σοὺς ὑμνολόγους Θεοτόκε, ὡς ζῶσα καὶ ἄφθονος πηγή, θίασον συγκροτήσαντας πνευματικόν, στερέωσον καὶ ἐν τῇ θείᾳ δόξῃ σου στεφάνων δόξης ἀξίωσον».
Οὐράνια ἀπηχήματα!: «Τοὺς ὑμνολόγους σου, Θεοτόκε, ποὺ συγκροτήσανε ἕναν πνευματικὸ θίασο, στερέωσέ τους, Ἐσὺ ποὺ εἶσαι ζωντανὴ ὡς ἄφθονη πηγή. Καὶ μὲ τὴ θεία δόξα σου, ἀξίωσέ τους νὰ φορέσουνε τῆς δόξας τὰ στέφανα», Ἀμὴ ἡ θ´ ᾠδὴ ποὺ λέγει: «Ἅπας γηγενὴς σκιρτάτω τῷ πνεύματι λαμπαδουχούμενος· πανηγυριζέτω δὲ ἀΰλων νόων φύσις, γεραίρουσα τὰ ἱερὰ θαυμάσια τῆς θεομήτορος, καὶ βοάτω, Χαίροις, παμμακάριστε Θεοτόκε, ἁγνή, ἀειπάρθενε». Ἀμὴ ἐκείvα τὰ πανηγυρικὰ αὐτόμελα ποὺ ψέλνουνε στὸν ἑσπερινὸ τῆς Κοιμήσεως, μὲ μέλος θριαμβευτικὸ καὶ μὲ πνευματικὴ μεγαλοπρέπεια! Ποιὸς χριστιανὸς Πίνδαρος τὰ σύνθεσε, Πίνδαρος ἁγιασμένος! «Ὢ τοῦ παραδόξου θαύματος! ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς ἐν μνημείῳ τίθεται, καὶ κλίμαξ πρὸς oυραvὸv ὁ τάφος γίνεται! Εὐφραίνου Γεθσημανή, τῆς Θεοτόκου τὸ ἅγιον τέμενος. Βοήσωμεν οἱ πιστοί, τὸν Γαβριὴλ κεκτημένοι ταξίαρχον: Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μετά σου ὁ Κύριος, ὁ παρέχων τῷ κόσμῳ διὰ σοῦ τὸ μέγα ἔλεος». Ποταμὸς μέγας καὶ βουερὸς ἀναβρύζει καὶ μᾶς δροσίζει, καὶ πίνουνε νερὸ δροσερὸ ψυχὲς ξερὲς καὶ διψασμένες! Κύτταξε πάθος καὶ μεράκι ποὺ ξελοχίζει ἀπὸ καιγόμενη καρδιά! Ὁ ὑμνωδός, ἀντὶ νὰ κλάψει γιὰ τὴν Παναγία ποὺ εἶναι μπροστά του ξαπλωμένη ἀπάνω στὴν κλίνη της, τυλιγμένη μὲ τὸ μαφόρι της μὲ κλεισμένα τὰ μάτια της ποὺ δίνανε παρηγοριὰ στὴν ἀνθρωπότητα, μὲ σταυρωμένα τὰ ἄχραντα χέρια της, ποὺ βαστάξανε τὸν Χριστὸ καὶ τὸν ἀναθρέψανε, πεθαμένη σὰν τὸν κάθε ἄνθρωπο, ἀντὶς λέγω νὰ κλάψει, ἀφοῦ πρῶτα ἀπορεῖ πῶς ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς κείτεται στὸ μνῆμα, μονομιᾶς κράζει μὲ δάκρυα στὰ μάτια, πλὴν δάκρυα χαρᾶς: «Εὐφραίνου Γεσθημανή, ποὺ ἔχεις θησαυρισμένο τὸ ἅγιο σκήνωμα τῆς Θεοτόκου». Κ᾿ ὕστερα στρέφει στοὺς χριστιανοὺς ποὺ εἶναι μέσα στὴν ἐκκλησία καὶ τοὺς λέγει μὲ τὸν ἴδιο πνευματικὸ οἶστρο. «Ἂς κράξουμε ὅλοι μαζὶ στὴν Παναγία, ἔχοντας γιὰ πρωτοψάλτη τὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ, ποὺ τὴ χαιρέτισε μὲ τὰ ἴδια λόγια κατὰ τὴ χαρoύμενη, μέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ κι᾿ ἂς ποῦμε: «Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μαζί σου εἶναι ὁ Κύριος, ποὺ δωρίζει στὸν κόσμο μὲ ἐσένα, τὸ μέγα ἔλεος». Θάνατος δὲν ὑπάρχει ἐδῶ πέρα ποῦ εἶναι ἡ μητέρα τῆς Ζωῆς; Κι᾿ οὔτε μοιρολόγια καὶ ξόδια θρηνητερά, παρὰ χαρὰ ἀνεκλάλητη, γάμος πνευματικός, τράπεζα ἁγιασμένη ποὺ ἔχει ἀπιθωμένον ἀπάνω της τὸν ἄρτο τῆς ζωῆς καὶ τὸ κρασὶ τῆς ἀθανασίας, καὶ πίνουνε οἱ χριστιανοὶ καὶ μεθᾶνε ἕνα μεθύσι ἅγιο, ἁγνό, ἄμωμο καὶ δὲν βρίσκονται πιὰ μπροστὰ σἕνα λείψανο ποὺ τὸ κηδεύουνε, ἀλλὰ βρίσκονται στὴ Ναζαρέτ, στό σπίτι τὸ χαρούμενο καὶ τὸ μοσκοβολημένο ἀπὸ τὴν παρθενικὴ εὐωδία τῆς Παναγίας, τότε ποὺ ἤτανε δεκάξη χρονῶν, κατὰ κείνη τὴν ἡμέρα πὤγινε ὁ Εὐαγγελισμός, καὶ κράζουνε γηθόσυνα οἱ λιγόζωοι οἱ ἄνθρωποι σὰ νάναι ἀθάνατοι, μαζὶ μὲ τὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ: «Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μετὰ σοῦ ὁ Κύριος!» Ἡ Κοίμησις γίνεται Εὐαγγελισμός, ἡ θλίψη μεταλλάζεται σὲ χαρά!
Ναί, Δὲν ὑπάρχει ἀληθινὴ χαρά, παρὰ μονάχα στὸ Χριστὸ κι᾿ αὐτὴ ἡ χαρὰ εἶναι ἕνα ἀμάραντο λουλούδι, πὤχει τὴ ρίζα του στὸν πόνο. Οἱ ἄλλες οἱ χαρὲς εἶναι χαρὲς ψεύτικες, χωρὶς ρίζα. «Ἡ γυνὴ ὅταν τίκτῃ, λύπην ἔχει, ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα αὐτῆς. Ὅταν δὲ γεννήσῃ τὸ παιδίον, οὐκέτι μνημονεύει τῆς θλίψεως, διὰ τὴν χαρὰν ὅτι ἐγεννήθη ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον. Καὶ ὑμεῖς οὖν λύπην μὲν νῦν ἔχετε· πάλιν δὲ ὄψομαι ὑμᾶς, καὶ χαρήσεται ὑμῶν ἡ καρδία καὶ τὴν χαρὰν ὑμῶν οὐδεὶς αἴρει ἀφ᾿ ὑμῶν». Τὰ μάτια μου εἶναι θολωμένα ἀπὸ τὰ δάκρυα τώρα ποὺ γράφω αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ μας. Αὐτὰ τὰ λίγα λόγια τὰ φύλαξε ἡ ἀνθρωπότητα στὴν καρδιά της καὶ μ᾿ αὐτὰ κλαίγει καὶ μ᾿ αὐτὰ χαίρεται. Αὐτὰ τὰ λόγια γενήκανε θεμέλιο τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ μεταλλαχτήκανε σὲ λογῆς-λογῆς ἁγιασμένα αἰσθήματα καὶ βγήκανε ἀπὸ τὶς καιόμενες καρδιὲς τῶν ἁγίων ἀνθρώτων καὶ εὐωδιάσανε τὸν κόσμο. Ἀπὸ τὸν ἕναν γινήκανε ὕμνοι, ἀπὸ τὸν ἄλλον εἰκονίσματα, σὲ ἄλλον γινήκανε προσευχή, σὲ ἄλλον ψαλμός, σὲ ἄλλον ἐκκλησιὰ μὲ κουμπέδες καὶ μὲ ἁγιατράπεζα, σὲ ἄλλον θυσία τοῦ μάταιου κόσμου καὶ βουβὴ κατάνυξη. Αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ σταθήκανε πηγὴ καὶ ἔμπνευση καὶ γιὰ τὸ θρηνητικὸ ἀηδόνι τῆς ἔρημος, θέλω νὰ πῶ γιὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, σὲ ὅσα ἔγραψε γιὰ τὸ «Χαροποιὸν πένθος»: «Ὅποιος κλαίγει, λέγει αὐτὸς ὁ ἅγιος, καὶ πικραίνεται γιὰ τὸν Θεό, ἐκεῖνος ἀξιώνεται νὰ δεῖ στὴν ψυχή του τὴν oυράνια καὶ θεία παρηγοριά. Κι᾿ αὐτὴ ἡ οὐράνια παρηγοριὰ εἶναι κάποια ἀνακούφιση καὶ θεϊκὴ ἀλάφρωση, ποὺ παρηγορᾶ τὴν πονεμένη καὶ πικραμένη ψυχή, ὁποῦ θλίβεται γιατὶ χωρίσθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὶς ἁμαρτίες της. Καὶ τούτη ἡ χαριτωμένη βοήθεια ἀλλάζει τὰ πονεμένα δάκρυα τῆς ψυχῆς, ποὺ εἶναι καταφαρμακωμένη, σὲ κάποια παρηγοριὰ θαυμαστή. Ὅποιος πορεύεται μ᾿ αὐτὴ τὴ λύπη τοῦ Θεοῦ, αὐτὸς ἀκατάπαυστα γιορτάζει κάθε μέρα κι᾿ ἀγάλλεται ἡ ψυχή του. Τοῦτο τὸ ἅγιο καὶ θεάρεστο κλάψιμο εἶναι μία λύπη ἀλησμόνητη τῆς ψυχῆς, μιὰ ὄρεξη πονεμένης καρδιᾶς, ποὺ γυρεύει μὲ μεγάλη θέρμη τὸν Θεὸ ὁποῦ τὸν ἐπιθυμὰ πάντα της. Κράτα λοιπὸν καλὰ τὴ χαριτωμένη καὶ τὴν ἥμερη καὶ τὴν ἅγια λύπη, ποὺ κάνει τὴν ψυχή σου vα θλiβεται ἀντάμα καὶ νὰ χαίρεται. Ἐγώ, λογιάζοντας καλὰ τὴν ἐνέργεια τούτη τῆς ἅγιας κατάνυξης, ξεσταίνουμαι καὶ θαυμάζω, πὼς ἐτοῦτο ποὺ λέγεται κλάψιμο καὶ λύπη, καὶ ποὺ φαίνεται πολὺ πικρὸ κι᾿ ἀβάσταχτο, ἔχει μέσα του πλεγμένη καὶ σμιγμένη τὴ χαρά, καὶ τὴν εὐφροσύνη, ὅπως εἶναι σμιγμένο τὸ κερὶ μὲ τὸ μέλι στὴν μελόπητα. Καὶ σέρνει ἐκείνους ποὺ τὴν ἀξιωθήκανε μὲ πόθο μεγάλον καὶ μὲ πολλὴν ἀγάπη, καὶ φοβοῦνται νὰ μὴν τὴν χάσουνε, καὶ τὴν φυλάγουνε περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο φυλάγουνε οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι τ᾿ ἀκριβὰ πετράδια καὶ τ᾿ ἀσημοχρύσαφα. Εἶναι μιὰ ἥμερη χαρὰ κ᾿ ἕνα θεϊκὸ χάρισμα μὲ τὸ ὁποῖο στολίζει ὁ Θεὸς τοὺς φίλους του, καὶ κάνει νὰ ἔχουνε μίαν ἀληθιvὴ χαρὰ καὶ ὄρεξη γιὰ τὸν Θεό, ποὖναι συντροφιασμένη μὲ κάποια θεραπευτικὴ λύπη ὁποῦ δὲν ἔχει μέσα της καμιὰ σαρκικὴ ἀγάπη, παρὰ μονάχα μιὰ παρηγοριὰ ἀγγελικὴ καὶ οὐράνια, μὲ τὴν ὁποία παρηγορᾶ ὁ Θεὸς κρυφὰ ἐκείνους ποὺ συντρίβουνε μὲ πόνο καὶ μὲ ταπείνωση τὴν καρδιά τους». Ἄμποτε νὰ τὴν ἀξιωθοῦμε κ᾿ ἐμεῖς, μὲ τὴ χάρη τῆς Παναγίας ποὺ γιορτάζουμε σήμερα. Ἀμήν.
(Ἀπό τὸ περιοδικὸ «Ἑλληνικὴ Δημιουργία», τ. 37, 1949)
Μὴ καταπιστεύσῃς με,
ἀνθρωπίνη προστασία,
Παναγία δέσποινα,
ἀλλὰ δέξαι δέησιν, τοῦ ἱκέτου σου·
θλίψις γὰρ ἔχει με,
φέρειν οὐ δύναμαι,
τῶν δαιμόνων τὰ τοξεύματα,
σκέπην οὐ κέκτημαι,
οὐδὲ ποῦ προσφύγω ὁ ἄθλιος,
πάντοθεν πολεμούμενος,
καὶ παραμυθίαν οὐκ ἔχω πλήν σου·
Δέσποινα τοῦ κόσμου,
ἐλπὶς καὶ προστασία τῶν πιστῶν,
μή μου παρίδῃς τὴν δέησιν,
τὸ συμφέρον ποίησον.
Ῥοήν μου τῶν δακρύων,
μὴ ἀποποιήσῃς.
Aπό 1η Αυγούστου μέχρι και 14η Αυγούστου Νηστεύουμε προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου. Η νηστεία είναι αυστηρή. Ψάρι τρώμε μόνο στην εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος μας (6 Αυγούστου). Άν η 15η Αυγούστου συμπέσει Τετάρτη ή Παρασκευή τότε γίνεται κατάλυση μόνον ιχθύος.
Η νηστεία είναι εντολή του Θεού. Η πρώτη. Η πιο παλιά από όλες. Την έδωκε στον Αδάμ μέσα στον παράδεισο. Το νόημα της νηστείας ήταν: με το όπλο της νηστείας να συνηθίσουν οι άνθρωποι στην υπακοή στο Θεό και στην πάλη κατά του διαβόλου.
Κατά την παράδοση, είθισται περίοδος νηστείας για τη συγκεκριμένη εορτή, που καθιερώθηκε τον 7ο αιώνα. Αρχικά ήταν χωρισμένη σε δύο περιόδους, εκείνη πριν την γιορτή της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα και εκείνη πριν της γιορτής της Κοίμησης της Θεοτόκου. Το 10ο αιώνα, συνενώθηκαν σε μια νηστεία που περιλαμβάνει 14 ημέρες και ξεκινά την 1η Αυγούστου. Κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης νηστείας, νηστεύεται το λάδι εκτός του Σαββάτου και της Κυριακής, ενώ στη γιορτή της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα καταλύεται το ψάρι. Κατά τη γιορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου καταλύονται τα πάντα, εκτός κι αν η γιορτή πέσει σε ημέρα Τετάρτη ή Παρασκευή, οπότε καταλύεται μόνο το ψάρι.
Από το Bιβλίο του θεολόγου Ευαγγέλου Λέκκου: “Η Κοίμησις της Θεοτόκου – Το γεγονός – Η εορτή”
Η νηστεία του Δεκαπενταυγούστου
Νηστεία στην κυριολεξία (από το νη+εσθίω=δεν τρώω) σημαίνει αποχή από φαγητό και ποτό, όταν όμως συνδέεται με επιτέλεση θρησκευτικού καθήκοντος. Διαφορετικά πρόκειται για αποχή επειδή δεν έχω να φάω («νηστεύει ο δούλος του Θεού γιατί δεν έχει να φάει») ή για απεργία πείνας.
Η εκκλησία μας δεν θεωρεί ότι η νηστεία είναι αυτοσκοπός, αλλά μέσο για σωματική άσκηση και πνευματική καλλιέργεια, ώστε ο άνθρωπος να εξαγνιστεί σωματικά και ψυχικά και να προσεγγίσει στον Θεό, να μετάσχει στα Μυστήρια (ιδίως της Θείας Κοινωνίας) και να δείξει έμπρακτα την αγάπη του προς τους αδελφούς του.
Ανάμεσα στις καθιερωμένες μεγάλες νηστείες (μεγάλης Τεσσαρακοστής πριν το Πάσχα, Χριστουγέννων, Αγίων Αποστόλων) περιλαμβάνεται και η νηστεία του Δεκαπενταυγούστου (1 – 14 του μηνός), προς τιμήν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Στη διάρκειά της δεν καταλύεται ούτε το λάδι (φυσικά ούτε κρέας, ψάρι, τυροκομικά, αυγά), πλην Σαββάτου και Κυριακής, οπότε τρώμε λαδερά. Εξαίρεση γίνεται την 6η Αυγούστου (εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος) οπότε καταλύεται το ψάρι.
Στις 15 Αυγούστου, αν τύχει Τετάρτη ή Παρασκευή, ορίζεται ότι καταλύεται ψάρι, όχι κρέας.
Ας σημειωθεί ότι τόσο ο Κύριος όσο και οι Πατέρες της Εκκλησίας μας υπογραμμίζουν ότι η νηστεία τότε είναι αληθινή, όταν συνδιάζεται με την αποχή από την αμαρτία, με την προσευχή, με την άσκηση της αγάπης κ.λ.π.

Στον Ιερό Ναό Αγίας Τριάδος Αγρινίου έχουμε την ιδιαιτέρα ευλογία να φυλάσσεται ακριβές αντίγραφο της εικόνος της Παναγίας Προυσιωτίσσης εις ανάμνησην του γεγονότος της επιδημίας της Γρίπης που έπληξε την περιοχή μας τον Οκτώβριο του 1918.
Για τον λόγο αυτό θεσπίστηκε κάθε χρόνο (της Παναγίας Προυσιωτίσσης 23 Αυγούστου) στον Ιερό Ναό Αγίας Τριάδος να γιορτάζεται αυτή η ημέρα τιμώντας και δοξολογώντας την Παναγία μητέρα μας για την ίαση των κατοίκων του Αγρινίου.

Μπορούμε όλοι να προσφέρουμε ακόμη και από το υστέρημα μας στο συνάνθρωπο που στερείται... Αυτό το λίγο που μπορούμε να δ...