Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2022

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ: Ιερά Πανήγυρις επί τη εορτή της Συνάξεως της Θαυματουργού εικόνος ¨Παναγία η Παραμυθία¨ στον Ιερό Ναό Αγίας Τριάδος Αγρινίου

 

Ι Ε Ρ Α   Π Α Ν Η Γ Υ Ρ Ι Σ
Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του Ιερού Ναού Αγίας Τριάδος Αγρινίου σας προσκαλεί στις Λατρευτικές Εκδηλώσεις επί τη εορτή της Συνάξεως της Θαυματουργού εικόνος ¨Παναγία η Παραμυθία¨ αντίγραφο της οποίας φυλάσσεται στον Ιερό Ναό μας.

Πρόγραμμα  Ιεράς  Πανηγύρεως
  Πέμπτη 20 Ιανουαρίου και ώρα 5:00 το απόγευμα θα τελεσθεί Μέγας Πανηγυρικός Εσπερινός μετ΄ αρτοκλασίας και θείου κηρύγματος.

Παρασκευή 21 Ιανουαρίου Όρθρος και Πανηγυρική Θεία Λειτουργία  
μετ΄ αρτοκλασίας και θείου κηρύγματος.

Το απόγευμα στις 5:00 θα τελεσθεί Ιερά Παράκληση προς τιμήν της Παναγίας της Παραμυθίας.



Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας

Ἀθανάσιε τῆς ἀθανασίας ἐπώνυμε” Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Μέγας | iconandlight  

Ο  Μέγας Αθανάσιος

βίος και πολιτεία

Είναι κοινή διαπίστωση, μα και λυπηρά δυστυχώς, στις ημέρες μας αντιστραφήκανε οι όροι. Οι όροι της λογικής, της τάξεως και της ευπρέπειας. Τα κάτω, τα μικρά, τα ανάξια λόγου τα βάλαμε στα επάνω σκαλοπάτια της κλίμακος των αξιών και τα μεγάλα στα χαμηλά. Σεβόμαστε, αναγνωρίζουμε και ηρωποιούμε τους μικρούς, τους ανάξιους, αντί τους μεγάλους και τους άξιους. Τους μεγάλους ευεργέτες της ανθρωπότητας, τους κορυφαίους της επιστήμης, των τεχνών και των γραμμάτων, τους ήρωες της πίστεως και της πατρίδας τους περιφρονούμε, δεν τους αναγνωρίζουμε.

Είμαι βέβαιος ότι, οι περισσότεροι, της νέας γενιάς, γνωρίζουν πιο πολλά για τους διάφορους ηθοποιούς, τραγουδιστές, χορευτές, ποδοσφαιριστές, παρά για τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, για τον Θεμιστοκλή και τον Αλκιβιάδη, για τον Κολοκοτρώνη και τον Μακρυγιάννη και τους άλλους ήρωες της πατρίδας μας, που όμως ένεκα της θυσίας τους απολαμβάνουμε εμείς τώρα την ελευθερία μας.

Για τον άγιο Αθανάσιο που υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους αγωνιστές της πίστεώς μας, της Ορθοδόξου πίστεώς μας, πολύ λίγοι και λίγα γνωρίζουμε. Αλήθεια τι γνωρίζουμε για τη ζωή, τους αγώνες και τα βάσανα του; Και όμως, η ιστορία, τον θεωρεί, τον αναγνωρίζει ως τον ηρωικότερο των αγίων και των αγιώτερο των ηρώων.

Και επειδή ακριβώς υπάρχει αυτή η κατάσταση της ανατροπής των πάντων, στην κλίμακα των αξιών, επειδή τα αληθινά μεγάλα και τους πραγματικά μεγάλους τους βάζουμε στα κατώτερα σκαλοπάτια των αξιών και βάλαμε τα μικρά και τους μικρούς ψηλά και αγωνιζόμαστε, για τούτο, πιο πολύ να τα αποκτήσουμε και να τους μοιάσουμε, αυτούς τους αναξίους, για τούτο και εμείς, υπηρέτες του αγαθού, του ορθού και του λογικού, και σαν άνθρωποι του Θεού που θέλουμε την αλήθεια του Θεού, την τάξη και την ορθότητα και που έχουμε καθήκον και υποχρέωση να καθοδηγούμε τους ανθρώπους στα σωστά και τα πρέποντα, θα σας παρουσιάσω τη μεγάλη προσωπικότητα, που όχι μόνο υπήρξε ο ηρωικότερος των αγίων και ο αγιότερος των ηρώων, αλλά και ο πατέρας της Ορθοδοξίας. Και αυτός δεν είναι άλλος παρά ο άγιος Αθανάσιος, ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας, αυτός που πήρε και τον τίτλο Μέγας.

Είναι πατέρας της Ορθοδοξίας, γιατί αυτός γέννησε με το μυαλό του, το φωτισμένο από το Θεό, όλα εκείνα, τους όρους και τα διδάγματα, που μας ξεκαθαρίσανε το έδαφος της πίστεως μας από τις διάφορες αιρετικές διδασκαλίες. Είναι αυτός που αγωνίστηκε όσο κανένας άλλος για να διαφυλάξει την Ορθοδοξίαν άσπιλον και αμόλυντο και να την έχουμε και μεις σήμερα καύχημα μας.

Ακόμη κάτι. Πήρε τον τίτλο Μέγας και για δύο λόγους και για τους αγώνες του, μα και για την πρακτική ζωή του, για την αγιότητα του. Δεν είναι το αξίωμα του μονάχα που του έδωσε τον τίτλο του μεγάλου, είναι και η αρετή του.

Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος σε εγκωμιαστικόν του λόγο γι' αυτόν, τον ταυτίζει με την ιδίαν την αρετήν. Λέγει δε, « Αθανάσιον επαίνων αρετήν επαινέσομαι. Ταυτόν γαρ εκείνο τε ειπείν και επαινέσαι». (Επαινώντας τον Αθανάσιον θα επαινέσω την αρετήν. Γιατί Αθανάσιος και αρετή είναι το ίδιο πράγμα. Όταν αναφέρομαι εις αυτόν επαινώ την αρετήν). (Γρηγ. του Θεολόγου Λόγος Κ.Α.' Β.Ε.Π.Ε.Σ., τόμος 59, σελ. 148).

Λοιπόν, αγαπητοί μου, και εγώ για όλα αυτά, θα σας πω για τον βίον και την δράσιν του Αγ. Αθανασίου. Και θα δείτε πραγματικά ότι, τα όσα σας είπα είναι όχι μόνο αληθινά, μα και πόσον στερούνται, από την πραγματικότητα. Γιατί ο Αθανάσιος βρίσκεται πέραν πάσης περιγραφής.

Και ύστερα πάλι, που τώρα στους καιρούς μας, ιδιαίτερα οι αιρέσεις και οι αιρετικοί οργιάζουν κυριολεκτικά, πολύ θα διδαχθείτε, πολύ θα ωφεληθείτε από τη ζωή του, τους αγώνες και το παράδειγμα του Μ. Αθανασίου, που τον γιορτάζουμε στις 18 Ιανουαρίου μαζί με ένα άλλο εξέχοντα ιεράρχη τον Κύριλλο Αλεξανδρείας, που μακάρι να έχουμε τις ευχές και τις ευλογίες τους.

ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΙΑ

Τους γονείς του Μ. Αθανασίου ακριβώς δεν τους γνωρίζουμε. Δεν έχουμε πληροφορίες για αυτούς. Μα φαίνεται ότι ήσαν ευσεβείς άνθρωποι, γιατί την ευσέβεια διδάξανε στο παιδί τους. Από μικρό παιδί, τον ποτίσανε με τα νάματα τής χριστιανικής θρησκείας, από μικρό τον θρέψανε με το μάννα τής θεϊκής τροφής.

Και τούτο το καταλαβαίνουμε, γιατί βρίσκουμε τον Αθανάσιο από μικρό παιδί να ζει με τον Θεό, με τα του Θεού. Και έζησε όχι μονάχα έτσι αφηρημένα και γενικά τα του Θεού, μα έμπρακτα και εφηρμοσμένα και στην αρετή και στα μυστήρια τής Εκκλησίας μας. Δεν έπαιζε άλλα παιχνίδια, τα παιχνίδια του ήταν θρησκευτικά. Παίζανε με τα άλλα συνομήλικα παιδιά του, αναπαράσταση τής Θ. Λειτουργίας και των άλλων μυστηρίων της Εκκλησίας μας.

Μια φορά μάλιστα, κάποια μέρα, που οι χριστιανοί της Αλεξανδρείας, είχαν μεγάλη γιορτή εις μνήμην του επισκόπου Πέτρου, που μαρτύρησε κατά τον διωγμό του Μαξιμίνου, ο Αθανάσιος με άλλα παιδιά παίζανε στην ακροθαλασσιά διάφορα εκκλησιαστικά παιχνίδια. Εκεί κοντά βρισκόταν και το σπίτι του Πατριάρχου Αλεξάνδρου, Αλεξανδρείας. Ο Πατριάρχης εκείνη την ήμερα είχε καλέσει και μερικούς άλλους κληρικούς να φάνε μαζί του το μεσημέρι. Εκεί λοιπόν που τους περίμενε, κοιτάζει για μια στιγμή από το παράθυρο και βλέπει τα παιδιά να παίζουν ένα παιχνίδι. Του τράβηξε την προσοχή ιδιαίτερα τούτο το παιχνίδι. Παρατηρεί, ότι τα παιδιά έπαιρνε το κάθε ένα και ένα ρόλο, θα έλεγε κανείς, των αξιωματούχων της Εκκλησίας. Το ένα ήταν αναγνώστης, το άλλο διάκονος, άλλο ιερέας και το άλλο επίσκοπος.

Τον Αθανάσιο τον χειροτονήσανε Πατριάρχη και στο τέλος παρατηρεί με κατάπληξη, μα και με ιερή συγκίνηση, ότι βαφτίζανε ένα παιδάκι. Η έκπληξη και η χαρά του Πατριάρχη ήταν απερίγραπτη. Τα παιδιά κάνανε τη βάπτιση ακριβώς κατά την τάξιν της Εκκλησίας. Όλα τα παιδιά βοηθήσανε, προΐστατο δε ο Αθανάσιος.

Αυτός καθοδηγούσε όλα τα άλλα τα παιδάκια πώς και τι να κάνουν. Κατασυγκινημένος ο Πατριάρχης Αλέξανδρος, κάλεσε τα παιδάκια και ήλθανε κοντά του. Τα αγκάλιασε, τα ασπάσθηκε, τα ευλόγησε, τους έδωσε τις ευχές του. Η παράδοση λέγει ότι ύστερα, όταν ο Πατριάρχης έμαθε, ότι το παιδάκι που βαπτίσανε, ο Αθανάσιος και οι περί αυτόν, ήταν αβάπτιστο πραγματικά, ανεγνώρισε την βάπτιση που έκανε ο Αθανάσιος και τα άλλα παιδιά. Απλώς όμως συμπλήρωσε ο ίδιος, με το μυστήριο του Χρίσματος που γίνεται πάντα μετά το βάπτισμα. Εν πάση περίπτωση ο Πατριάρχης, φωτισμένος και από τον Θεό, πρόσεξε ιδιαίτερα τον Αθανάσιο. Κάλεσε τους γονείς του, τους παίνεψε για το παιδί τους και για την ανατροφή που του δώσανε και τους συμβούλεψε για το πως να το καθοδηγήσουν στον δρόμο του Θεού, πως να διαφυλαχθεί ανέγκιχτο από τις παγίδες του σατανά, πως να διατηρηθεί αγνό και αμόλυντο από την απατηλή και προκλητική γλυκύτητα της αμαρτίας. Τους είπε ακόμη, ότι έπρεπε να μορφώσουν τον Αθανάσιο, να μάθει γράμματα, και πιο πολύ εκείνα, που είναι αναγκαία και απαραίτητα για να γνωρίσει πιο καλά τον Θεό και τα του Θεού. Και έτσι να εφαρμόζει το άγιο θέλημα Του και να ζήσει πιο ενάρετα και πιο άγια.

Ο Πατριάρχης διείδε στη ψυχή, στην παιδική ψυχή του Αθανασίου, ότι αυτός προωριζότανε να γίνει μεγάλος μεγάλος. Μεγάλος για τη δόξα του Χριστού, για την πίστη των Χριστιανών. Για τούτο, έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τον Αθανάσιο. Τον παρακολουθούσε στο μεγάλωμα και στην ανάπτυξή του. Είπε μάλιστα στους γονείς του, σαν γίνει δεκαοκτώ χρονών, να τον φέρουνε κοντά του. Και έτσι έγινε.

Για την μόρφωση που πήρε ο άγιος δεν γνωρίζουμε και πάλι πολλά πράγματα. Τότε στην Αλεξάνδρεια υπήρχαν φημισμένες σχολές ανωτέρας μορφώσεως και ξακουστοί διδάσκαλοι. Ο Αθανάσιος, σίγουρα, θα παρακολούθησε τέτοιες σχολές, θα πήρε τέτοια μαθήματα, όχι όμως πολλά. Δεν ενέσκυψε στη βαθειά φιλολογία, φιλοσοφία, νομική κτλ. σαν τον Άγιο Βασίλειο ή τον Γρηγόριο τον Θεολόγο. Ο Θεός όμως τον φώτισε και σπούδασε, μελέτησε όλα εκείνα που του ήσαν ύστερα απαραίτητα και αναγκαία για το μεγάλο του έργο. Για την υποστήριξη και σταθεροποίηση της Ορθοδοξίας. Λέγει ο άγιος Γρηγόριος στο εγκώμιο του, που σας ανέφερα και προηγουμένως, ότι «ολίγα των εγκυκλίων εφιλοσόφησεν του μη δοκείν πάντα πάσι των τοιούτων των απείρως έχειν» (Φιλοσόφησε λίγο από τα εγκυκλοπαιδικά και τούτο για να μη φαίνεται σ' αυτά ότι δεν έχει καμμίαν πείραν, καμμίαν γνώσιν) (ΡG 35 1088 Β).

Εκεί πού ενέσκυψε πιό πλατειά και πιό βαθειά ήταν στην Αγ. Γραφή, την Π. και Κ. Διαθήκην. Αυτήν την έμαθε απ' έξω. Και για τούτο συνδιάζοντας την των δύο ειδών μόρφωσιν διέπρεψε στην όλη ενάρετον ζωήν του, όπως επίσης και στους αγώνες του, υπέρ της Ορθοδόξου πίστεως. Με τα παρακάτω πάλι λόγια, ο άγιος Γρηγόριος τον χαρακτηρίζει «όρον μεν επισκοπής είναι τον εκείνου βίον και τρόπον, νόμον δε Ορθοδοξίας τα εκείνου δόγματα» (Ο βίος του ήτανε όρος, δόγμα και τρόπος, παράδειγμα για την επισκοπική ζωή κάθε ιεράρχου και νόμος οι εντολές και οι αποφάσεις του) (ΡG 103 420 Β). Λοιπόν, ο Αθανάσιος πατέρας της Ορθοδοξίας, στύλος της Ορθοδοξίας. Παράδειγμα προς μίμησιν, από κάθε ορθόδοξον χριστιανόν, μα προ πάντων, κάθε κληρικού και μάλιστα αυτού που κατέχει τον ανώτατον βαθμόν του Επισκόπου, πρότυπον ή μάλλον «τύπον Χριστού», όπως θέλει κάθε επίσκοπον και ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος.

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ

Όταν έγινε δεκαοκτώ χρονών οι γονείς τον Αθανασίου τον πήγανε στον Πατριάρχη, όπως εκείνος τους είχε ζητήσει, τότε που τους κάλεσε και τους μίλησε για τον Αθανάσιο, τότε που ήτανε παιδί και που με τα άλλα παιδιά κάνανε εκείνη τη βάπτιση.

Ο Πατριάρχης ήτανε ένας πολύ καλός και άγιος ποιμενάρχης. Είχε πολλές καλωσύνες και αρετές. Ήτανε «φιλόθεος, φιλάνθρωπος, φιλόπτωχος, καταδεκτικός, πράος, επιεικής», μα και αυστηρός στην αλήθεια και την αγιότητα. Ήτανε ένας άγιος.

Βρήκε λοιπόν εκεί και καλό παράδειγμα ο Αθανάσιος. Ακόμη, εκεί στο Πατριαρχείο έβλεπε να περνάνε λαϊκοί, κληρικοί και επίσκοποι επίσης, που πολλοί φέρανε στο σώμα τους, τα στίγματα των παθημάτων του Χριστού, από τα μαρτύρια και τα βασανιστήρια που υφίσταντο κατά τους διωγμούς. Είδε άλλους να κουτσαίνουν, άλλους να μην βλέπουνε, άλλους να τους λείπει ένα χέρι, ένα αυτί ή και τα δύο, ή γενικά κάτι από τα μέλη του σώματος τους. Ναι, πολλοί ήσαν οι ακρωτηριασμένοι, οι άρρωστοι, οι ταλαιπωρημένοι από τις φυλακίσεις, τα φρικτά βασανιστήρια, από τις κακουχίες γενικά, που υπέστησαν για την χάριν και την δόξαν του Χριστού μας. Με ένα λόγο ο Αθανάσιος μπορούσε να δει και να διδαχθεί τα μέγιστα, από το παράδειγμα των αγωνιστών και των ηρώων της πίστεως μας. Και πραγματικά αυτοί, όχι μονάχα του εμπνεύσανε την αγωνιστικότητα και το ηρωικό φρόνημα στην ψυχήν, μα και του την γεμίσανε, του την πληρώσανε μέχρις επάνω. Και έτσι, όπως είπαμε και πιο πάνω, ξεπέρασε όλους τους άλλους και ανεδείχθει «ο ηρωικότερος των αγίων και ο αγιότερος των ηρώων». Τον βοήθησε τα μέγιστα και ο Πατριάρχης. Και με τις συμβουλές και με το παράδειγμα του.

Λίγο αργότερα ο Αθανάσιος, έτσι νεαρός στην ηλικία, επισκέφθηκε και ήλθε σε στενή επαφή με τους μοναχούς της ερήμου της Αιγύπτου. Τότε η διψώσα έρημος εποτίζετο, τότε η άγονος έρημος εκαρποφορούσε. Την ποτίζανε οι μοναχοί με τα δάκρυα της μετανοίας τους, οι ίδιοι την καρποφορούσανε με τους αγώνες και τις αγωνίες τους, με την εις την βάθος καλλιέργειαν της ψυχής τους. Ναι, οι μοναχοί τότε φθάσανε σε ύψη αρετής, σε σφαίρες αγιότητος, θαυματουργούσανε, επιτελούντες θαύματα μεγάλα και εξαίσια.

Όλα τα είδε, τα άκουσε, τα έζησε ο Αθανάσιος. Συνεδέθη με μεγάλους ασκητές της ερήμου, με τον καθηγητή της ερήμου τον άγιο Αντώνιο. Και από αυτούς πήρε ιδιαίτερα μαθήματα. Μαθήματα αγωνιστικότητας, μαθήματα νηστείας, αγρυπνίας, προσευχής, μαθήματα αρετής και αγιότητας. Και για τούτο αργότερα δεν υστέρησε καθόλου από αυτούς. Αντίθετα και πολλούς τους ξεπέρασε. Και για τούτο υπήρξε Μέγας. Σε όλα Μέγας.

 

Η ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑ ΤΟΥ

Πατριάρχης, βλέποντας όλα αυτά τα προσόντα και τα χαρίσματα, μα και τις αρετές του Αθανασίου, τον έκρινε άξιο για κληρικό. Και το έτος 312 τον χειροτόνησε αναγνώστη και τον προσέλαβε για γραμματέα του. Ύστερα από επτά χρόνια τον χειροτόνησε διάκονό του.

Και ενώ ήτανε διάκονος ο Αθανάσιος είχε καταστεί σύμβουλος του Πατριάρχου Αλεξάνδρου. Ο Πατριάρχης τον πήρε μαζί του στη Νίκαια και έλαβε μέρος στην πρώτη Οικουμενική Σύνοδο, που έγινε το 325 μ.Χ. Εδώ ο Αθανάσιος θριάμβευσε, ανεδείχθει ανώτερος όχι μονάχα του πατριάρχου του, μα και όλων των άλλων που λάβανε μέρος στην μεγάλη αυτήν Σύνοδον. Για την δράσιν του, για την δραστηριότητά του και για τις ιδέες του στη Σύνοδο αυτή, θα τα πούμε πιο κάτω.

Ο Αθανάσιος τούτα τα χρόνια εξέδωσε και τα πρώτα συγγράματά του, «Λόγος κατά Ελλήνων» και «Περί ενανθρωπήσεως του Λόγου». Με το πρώτο έδωσε απάντηση στους ειδωλολάτρες που υποστήριζαν την πολυθεΐαν. Τους απέδειξε με τούτη τη μελέτη του, ότι ένας είναι ο Θεός. Συγκεκριμένα εκείνοι υποστήριζαν ότι υπάρχει και θεός του κακού. Μα ο Αθανάσιος τους απέδειξε, ότι ένας και μοναδικός είναι ο Θεός. Το κακό υπάρχει ανεξάρτητα από τον Θεό. Γιατί, τι Θεός θα ήταν, αν αυτός ο Θεός θέλησε και έφτιαξε το κακό; Σίγουρα, Θεός δεν θα μπορούσε να είναι. Δαίμονας ναι, όχι όμως Θεός, Θεός αγαθός αληθινός. Έτσι όπως το λέγει και η Αγ. Γραφή, «Κύριος ο Θεός ένας είναι».

 

ΑΡΕΙΟΣ ΚΑΙ Α' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ

Μα σαν άρχισε ο Αθανάσιος και συνεχιζόταν ο πόλεμος κατά της ειδωλολατρείας, ξέσπασε στους κόλπους της Εκκλησίας ένα μεγάλο κακό.

Ο Άρειος που καταγώτανε από τή Λιβύη και πού χειροτονήθηκε στην Αλεξάνδρεια σαν ιερέας και αργότερα πήρε και το οφφίκιο του πρωθιερέα, θέλησε να ανατρέψει την τάξη της Εκκλησίας που είχε και πίστευε μέχρι τότε. Με την ύπουλη και κατά τα άλλα γλυκειά του διδασκαλία, θέλησε να νοθέψει την πίστη μας, να καταστρέψει την Ορθοδοξία μας. Αφού άφησε και μπήκε μέσα του ο σατανάς, αυτός του υπέβαλλε ιδέες λανθασμένες και αμαρτωλές για τον Χριστό μας. Τον πήρε ο εγωισμός, ότι αυτός τα ήξερε όλα καλύτερα, και από τους πατριάρχας και από τους μάρτυρας και ομολογητάς της Εκκλησίας μας. Ακόμη και από τους οσίους και ασκητές της ερήμου, που με την αγιασμένη τους ζωή θαυματουργούσανε κιόλας. Παραδεχόταν και δίδασκε πράγματα αιρετικά, βλάσφημα για τον Χριστό μας. Ισχυριζόταν ότι ο Χριστός δεν ήταν Θεός, αλλά το πρώτον κτίσμα, δημιούργημα του Θεού. Ότι δεν είναι ίσιος με τον Θεό Πατέρα, μα είναι δεύτερο και κατώτερο δημιούργημα του, πλάσμα του Θεού. Και μάλιστα έλεγε «ην ποτέ ότε ουκ ην». Ήταν κάποτε, υπήρξε καιρός προηγουμένως που δεν ήταν ο Χριστός. Το δεύτερο πρόσωπο της Αγ. Τριάδος δεν ήταν, δεν υπήρχε.
 
Με την ύπουλη, είπαμε, αυτή του διδασκαλία και με την γλαφυρότητα της γλώσσας του, μα και με κάποια ποιήματα του, δίδασκε την λανθασμένη αυτή διδασκαλία του. Και επειδή φαινόταν εξωτερικά πως ήταν και ευσεβής, τον ακολούθησαν πολλοί άνθρωποι. Άνθρωποι που δεν γνώριζαν την αλήθεια και την ορθότητα της πίστεώς μας.

Ανάμεσα σ' αυτούς και 700 νεαρές παρθένες και μερικοί κληρικοί που είχαν μεγάλη θέση και φαινόντουσαν σοβαροί και μυαλωμένοι. Έτσι άρχισε το κακό. Ο Πατριάρχης έβλεπε την ανάπτυξή του και ανησυχούσε. Για τούτο και ευθύς αμέσως παίρνει μέτρα για την καταστολή του.

Τώρα, γιατί ήταν τόσο μεγάλο κακό τούτα που δίδασκε ο Άρειος, θα σας εξηγήσω ευθύς αμέσως. Πρέπει να το ξέρετε, γιατί στους σημερινούς καιρούς μας πάλι εξουσιάζει ο σατανάς, υπάρχουν και διδάσκονται πολλές τέτοιες αιρέσεις. Και μάλιστα η παναίρεσις του χιλιασμού.

Λοιπόν αγαπητοί μου, σας λέγω πρώτα για την κάθε αίρεση. Ο Χριστός μας είπε: «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή». (Εγώ είμαι ο σωστός ο δρόμος, εγώ είμαι η αληθινή Αλήθεια, εγώ είμαι η πραγματική ζωή). (Ιωάν. ιδ' 6) Είναι λοιπόν η αλήθεια ο Χριστός.

Ο Ίδιος πάλι είπε ότι θα Ιδρύσει την Εκκλησία του. Και ο απ. Παύλος δήλωσε ότι η Εκκλησία είναι «στύλος και εδραίωμα της Αληθείας». (Η Εκκλησία είναι το στήριγμα πού κρατά και σταθεροποιεί την Αλήθεια). (Α' Τιμ. γ' 15)
       Λοιπόν οι αιρετικοί, ναι όλοι οι αιρετικοί, είναι έξω της Εκκλησίας. Και εφ' όσον είναι έξω της Εκκλησίας είναι έξω της Αλήθειας. Άρα δεν κατέχουν ασινή και αλώβητον ανόθευτον την Αλήθειαν.

Ναι, νοθέψανε την Αλήθεια. Σμίξανε Χριστόν και σατανά. Αλήθεια και ψέμα.

Θα πει κάποιος μπορεί να είναι λίγο το ψέμα, μικρό το λάθος. Αγαπητοί μου, λίγο ή πολύ το ψέμα είναι του σατανά. Και πίστη στον σατανά λίγη ή πολλή δεν επιτρέπεται. Ο Χριστός θέλει όλη την πίστη μας θερμουργόν και ζέουσαν. Δεν δέχεται με κανένα τρόπο να ενωθεί με τον σατανά.

Πιο απλά. Λίγο πετρέλαιο στο προζύμη βρωμίζει όλο το ζυμάρι, καταστρέφει όλα τα ψωμιά. Λίγο δηλητήριο στην κατσαρόλα, δηλητηριάζει όλο το φαγητό. Και σας λέγω και σας το τονίζω, άλλωστε καμμιά αίρεση είναι με λίγο ψέμα, αλλά με πολύ όλες, άρα δηλητηριάζει τις σχέσεις μας με το Θεό, με την αλήθεια, δηλαδή με τον Χριστό. Αποκοπτώμαστε από Αυτόν, άρα χανώμαστε. Δεν υπάρχει σωτηρία εφ' όσον είμαστε αιρετικοί. Γιατί; Διότι:

1). Αν ο Χριστός δεν ήταν Θεός δεν θα υπήρχε σωτηρία του ανθρώπου, όλων των ανθρώπων. Ήταν και είναι τόσες πολλές και μεγάλες οι αμαρτίες που κανένας άνθρωπος, ή άγγελος ακόμη, δεν μπορούσε να σηκώσει το βάρος και το φορτίο τους.

2). Ακόμη, ο σατανάς ήταν και είναι πολύ δυνατός. Και μάλιστα μετά την πτώση των πρωτοπλάστων, η δύναμη του εξιψώθηκε με την αδυναμία που ήλθε στους ανθρώπους. Ποιος λοιπόν, άνθρωπος η άγγελος θα νικούσε τον σατανά; Κανένας. Μόνο ο Θεός θα το μπορούσε τούτο. Χρειαζόταν λοιπόν για την σωτηρία μας ο Θεός. Ένας Θεός. Μα πολλοί Θεοί δεν υπάρχουν. Και για τούτο το δεύτερο πρόσωπο της Αγ. Τριάδος ο Ιησούς, Θεός αληθινός, εκ Θεού αληθινού σαρκώθηκε, έγινε άνθρωπος καθ' όλα όμοιος σαν και μας, εκτός αμαρτίας, και έσωσε τον άνθρωπο, το ανθρώπινο γένος. Δηλαδή αυτός που ήλθε, ο Ιησούς Χριστός, ήταν έτσι. Έτσι έπρεπε να ήταν. Θεός και άνθρωπος μαζί, Θεάνθρωπος. Διαφορετικά σωτηρία δεν υπήρχε. Δηλαδή, έτσι νικήθηκε ο σατανάς και οι δυνάμεις του.

3). Με το τίμιο και άπειρο σε αξία αίμα του Κυρίου μας πληρώθηκε και το λύτρο, το τίμημα για να αποκτήσει ο άνθρωπος την ελευθερία του, από την εξουσία του διαβόλου, από τα δεσμά της αμαρτίας.

Να λοιπόν, αγαπητοί μου, γιατί ο Λυτρωτής έπρεπε να είναι Θεός και άνθρωπος μαζί. Να γιατί, ή διδασκαλία του Αρείου ήταν λανθασμένη. Και σαν λανθασμένη, σαν ψεύτικη, δεν θα μπορούσε να σώσει τον άνθρωπο. Όμως ο αρχηγός της Άρειος και οι ομόφρονές του επέμεναν στην πλάνη τους και παράσυραν και πολλούς άλλους. Μεγάλο λοιπόν κακό ξέσπασε, μεγάλη σύγχυσις δημιουργήθηκε, μεγάλος σκανδαλισμός επεκράτησε. Η ειρήνη διώχθηκε και από την Εκκλησία και από την πολιτεία.

Ο πατριάρχης Αλέξανδρος, δεν χάνει καιρό. Λαμβάνει τα ενδεδειγμένα μέτρα. Καλεί όλους τους επισκόπους της Αλεξάνδρειας και της Μαρεώτιδος και τους δίνει να υπογράψουν επιστολή με την οποία ο πατριάρχης καλούσε τον Άρειο και τους ομόφρονές του να μετανοήσουν και να αποκηρύξουν την αίρεση τους.

Εν τω μεταξύ, κάλεσε Σύνοδο των επισκόπων της δικαιοδοσίας του, το 321 μ.Χ. Στη Σύνοδο έρχονται 100 περίπου επίσκοποι. Αφού μελέτησαν το θέμα, αναθεμάτισαν τον Άρειο, την αίρεση του και τους οπαδούς της.

Ο Άρειος έπειτα φεύγει για την Παλαιστίνη και εκεί συνεχίζει το ανόσιο έργο του.

Ο Αθανάσιος κοντά στον επίσκοπο του είναι όχι μονάχα το δεξί του χέρι, μα ακόμη και περισσότερο. Αυτός πιο πολύ σκέπτεται, μελετά και εργάζεται για το σταμάτημα του μεγάλου αυτού κακού.

Εν τω μεταξύ, είπαμε και προηγουμένως, επέρχεται σύγχυσις, ταραχή και τα πνεύματα όλο και εξάπτονται πιο πολύ. Ο Μ. Κωνσταντίνος που αντελήφθη ότι, αν άφηνε έτσι τα πράγματα μόνα τους σύντομα θα ξέσπαγε θύελλα, ανέλαβε πρωτοβουλίες. Συνεκάλεσε στη Νίκαια της Βυθηνίας Σύνοδο. Ήταν ή Α' Οικουμενική Σύνοδος.

Σε αυτήν πήραν μέρος έξοχοι ιεράρχες και μεγάλοι άγιοι της Εκκλησίας μας. Όπως ο άγιος Νικόλαος, επίσκοπος Μύρων της Λυκίας, ο όσιος Κορδούης, ο άγιος Σπυρίδωνας, Τριμυθούντος της Κύπρου, ο όσιος Πανφούτιος, ο Μάρκελλος Αγγύρας κ.ά. Ανάμεσα στους παρευρισκομένους ήταν και μάρτυρες και ομολογητές της Εκκλησίας μας. Όπως και πιο μπροστά είπαμε, πολλοί φέρνανε και τα σημάδια του μαρτυρίου πάνω τους.

Αυτή η Α' Οικουμενική Σύνοδος, είπαμε, έλαβε χώραν τον Ιούλιον του 325 μ.Χ. Μαζεύτηκαν περί τους 318 θεοφόροι Πατέρες. Στην πρώτη συνεδρίαση τους πήρε μέρος και ο αυτοκράτορας Μ. Κωνσταντίνος. Με το χαιρετισμό του εξέφρασε και την ευχή του για ειρήνευση της Εκκλησίας.

Άρχισε η συζήτηση. Αναπτύχθηκε γιατί είναι αίρεση η διδασκαλία του Αρείου. Ύστερα κλήθηκε ο Άρειος να απαντήσει. Μα στα ερωτήματα που του τέθηκαν, εκείνος δεν απάντησε. Απλώς ξαναεπανέλαβε την αίρεση του. Ενώ δε, έλεγε τις βλάσφημες δοξασίες του, πολλοί άγιοι πατέρες τόσο στεναχωρήθηκαν που έκλεισαν τα αυτιά τους για να μην τον ακούνε. Λέγεται ότι ο άγιος Νικόλαος, τόσο στεναχωρήθηκε πού σηκώθηκε από τη θέση του και ράπισε τον Άρειο. Μίλησαν πολλοί και διάφοροι άγιοι πατέρες. Ο άγιος Σπυρίδωνας έκανε και το θαύμα του. Πήρε ένα κεραμίδι και στάθηκε στο μέσον. Το κράτησε στη χούφτα του, το ψήλωσε λιγάκι για να το βλέπουν όλοι και είπε: «Εις το όνομα του Πατρός» και βλέπουν όλοι ότι φωτιά έφυγε τότε από το κεραμίδι προς τα πάνω. Ύστερα συνέχισε: «Και του Υιού» και ευθύς νερό έτρεξε στη γη. Και μετά είπε: «Και του Αγίου Πνεύματος» και είδαν όλοι ότι στο χέρι του έμεινε χώμα. Και έτσι με το θαύμα αυτό κατη-σχύνθησαν οι αιρετικοί. Απεδείχθη το δόγμα τής Αγίας Τριάδος.

Στο τέλος, καταδικάστηκε ο Άρειος με την αίρεση του και τους οπαδούς του. Τα ονόματα τους διαγράφτηκαν από τα δίπτυχα τής Εκκλησίας. Ψηφίστηκαν τότε και τα επτά άρθρα του συμβόλου τής πίστεως. Ακόμη, δογμάτισε η Σύνοδος ότι, ο Χριστός είναι Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού, ομοούσιος με τον Πατέρα. Στη Σύνοδο ανεδείχθη, θριάμβευσε ο τότε διάκονος Αθανάσιος. Αυτός με τις σκέψεις του, με τα δυνατά του λόγια, με τα ακαταμάχητα επιχειρήματα του κατετρόπωσε τον Άρειο και τους οπαδούς του. Έκανε τους ορθόδοξους να κατανοήσουν καλύτερα και πιο ξεκάθαρα τις αλήθειες τής πίστεως μας και να αποφανθούν ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ήταν όχι μονάχα άνθρωπος, αλλά και Θεός μαζί. Θεάνθρωπος.

Ο Άρειος, μετά την καταδίκη του, ανεχώρησε στα μέρη της Παλαιστίνης όπου είχε ισχυρούς προστάτες. Πρώτος και καλύτερος ο Ευσέβιος Νικομήδειας πού μάλιστα συνδεόταν και με τον αυτοκράτορα.

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

Ο Αλέξανδρος και ο Αθανάσιος γύρισαν ύστερα στην Αλεξάνδρεια και εργάζονται. Εργάζονται πυρετωδώς και ακούραστα για το ποίμνιον. Ο Αθανάσιος και εδώ αναδεικνύεται κορυφαίος. Ο Πατριάρχης τον αναγνωρίζει και πιο πολύ τον αγαπά. Μα περισσότερο ο Διάκονος Αθανάσιος κερδίζει την εκτίμηση και την αγάπη του λαού του Θεού. Κλήρος και λαός τον σέβεται και τον εκτιμά.

Εκτός της ορθοδόξου διδασκαλίας του, ο Αθανάσιος είχε την αληθινή ορθόδοξο ζωή. Είχε αγιότητα βίου. Δεν φάνηκε σκληρός απέναντι του Αρείου. Αυστηρός υπήρξε απέναντι στη διδασκαλία του Αιρεσιάρχη.

 

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ - ΕΚΛΟΓΗ ΤΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Τον επόμενο χρόνο, τον Φεβρουάριο του 326, ο Πατριάρχης Αλέξανδρος αρρωστά. Είναι και ηλικιωμένος. Κατάλαβε ότι θα φύγει από τον κόσμο αυτό. Ο Αθανάσιος απομακρύνεται από  τον Πατριάρχη. Δεν θέλει να ανακατευθεί στη διαδοχή. Μα ο πατριάρχης καταλαβαίνει γιατί έφυγε ο Αθανάσιος και του διαμηνύει: «Αθανάσιε νομίζεις ότι θα ξεφύγεις από του να γίνεις Πατριάρχης. Όμως δεν θα μπορέσεις».

Ο Πατριάρχης πέθανε στα τέλη του μηνός. Και ζητάνε τώρα πατριάρχη. Οι επίσκοποι συνέρχονται, συσκέπτονται και συζητούν. Μα δεν καταλήγουν σε απόφαση. Η απόφαση όμως του λαού είναι εκπεφρασμένη. Μόνος υποψήφιος, μόνος εκλεγμένος είναι ο Αθανάσιος. Με χίλιες δυό εκδηλώσεις εκφράζει ο λαός την αγάπη του και την απόφαση του για τον Αθανάσιο. Αυτός να γίνει πατριάρχης.

Έτσι και γίνεται. Χειροτονείται πατριάρχης. Λέγει δια την εκλογή του Αθανασίου ο Αγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος: «ούτω μεν και δια ταύτα ψηφώ του λαού παντός ου κατά τον ύστερον νικήσαντα πονηρόν τύπον ουδέ φονικώς τε και τυραννικώς, άλλ' άποστολικώς τε και πνευματικώς επί τον Μάρκου θρόνον ανάγεται». (Έτσι λοιπόν και δι' όλα αυτά, με ψήφον όλου του λαού, όχι κατά τον μετέπειτα πονηρόν τρόπον, ούτε με φόνους και τυρρανικόν τρόπον, αλλά με αποστολικόν και πνευματικόν τρόπον αναβιβάζεται στον θρόνον του Αγ. Μάρκου). Β.Ε.Π.Ε.Σ. τόμος 59 σελ. 151).

 

ΕΡΓΑΖΕΤΑΙ ΜΕ ΑΓΑΠΗ ΠΕΡΙΣΣΗ, ΜΕ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΑΦΘΑΣΤΗ

Τώρα γίνεται πιο αυστηρός στη πνευματικήν ζωήν του, στα όσα αφορούν τον ίδιον. Τώρα γίνεται περισσότερο χειροπιαστή η αγάπη του για το ποίμνιό του και πιο πυρακτωμένη για τον Θεόν. Όλους τους αγκαλιάζει, όλους τους εξυπηρετεί. Και όλοι μαζί προχωρούνε στην κατά Χριστόν ζωή, στα χριστιανικά βιώματα. Αγωνίζεται, ακόμη πιο πολύ τώρα, για την Ορθοδοξία. Και γίνεται για όλους θυσία, ολοκαύτωμα για το Θεό και για τα πνευματικά παιδιά του. Είναι ο βοηθός, ο υπερασπιστής, ο προστάτης και ο καθοδηγητής.

 

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΒΑΣΑΝΑ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Μα είναι και ο σατανάς, ο φθονερός κακούργος, που τώρα με την ήττα του αγρίεψε ακόμη πιο πολύ. Βρυχάται πιο δυνατά και απαίσια, επιτίθεται με μεγαλύτερο πάθος και ορμή κατά του Αθανασίου που είναι ο πρωταίτιος της ήττας και της καταισχύνης του. Που επεκράτησε η Ορθοδοξία και όχι ο Άρειος.

Και αρχίζουν οι συκοφαντίες για τον Αθανάσιο. Προσέ­ξατε παρακαλώ, και αληθινά θα φρίξετε για τη μανία και για τα ψεύδη του σατανά και των οπαδών του αιρετικών.

Είπαμε ότι ο Ευσέβιος Νικομήδειας ήτανε φίλος του Αρείου και εχθρός του Αθανασίου. Ακόμη φίλος του αυτοκράτορα. Ετοίμασαν λοιπόν τις κατηγορίες τους κατά του Αθανασίου.

Τον κατηγόρησαν ότι «ανάξια και παράνομα», κατέλαβε το θρόνο του Πατριάρχη, ότι δήθεν φορολογεί τους κληρικούς, ότι είναι εχθρός του βασιλέως, ότι είναι φιλοχρήματος και ά­δικος. (Αρχιμ. Χαρ. Βασιλόπουλου, Βίοι Αγίων, ο Μέγας Αθα­νάσιος, Αθήναι 1988, σελ. 22).

Βρήκανε όργανα για να μεταφέρουν και να διαδόσουν τις κατηγορίες από την Αλεξάνδρεια. Μάλιστα τους τις δώσανε γραπτές.

 

ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ - ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΕΣ

Τις πήρε κάποιος ψευδοϊερέας που ονομαζόταν Ισχύρας. Είπα ψευδοϊερέας γιατί στην πραγματικότητα δεν χειροτονήθηκε από κανένα επίσκοπο. Αυτοχειροτονήθηκε. Παρουσιάσθηκε σαν ιερέας. Πήγε λοιπόν ο Ισχύρας στη Νικομήδεια. Ο Αθανάσιος όμως έστειλε ένα δικό του ιερέα, τον Μακάριο, να πάει εκεί και να διαπίστωση αν χειροτονήθηκε πραγματικά ο Ισχύρας. Ο Μακάριος διεπίστωσε ότι, καθόλου δεν ήταν χειροτονημένος ο Ισχύρας.

Αυτός λοιπόν ο ψευδοϊερέας διέδωσε την συκοφαντία, κοντά στα άλλα, ότι ο Μακάριος, ο φίλος του Αθανασίου του άρπαξε την Θ. Κοινωνία, από το χέρι, την έρριψε κάτω στο πάτωμα και την ποδοπάτησε. Αυτές οι συκοφαντίες φθάσανε και στον Ευσέβειο. Και ο Ευσέβειος τις μετέφερε στον Αυτοκράτορα. Και ζήτησε μάλιστα την απομάκρυνση του Πατριάρχη από τον θρόνο του.

Ο Αυτοκράτορας, μία μέρα τυχαία, συνάντησε τον Πατριάρχη που και αυτός είχε έλθει εδώ για να πάρει μέρος σε μια σύνοδο και να ακούσει και τις συκοφαντίες πού εξετοξεύοντο εναντίον του. Ο Πατριάρχης είπε στον Αυτοκράτορα, ότι όλες οι κατηγορίες είναι ψεύτικες και του εξήγησε και ποιος ήταν ο Ισχύρας. Ο Αυτοκράτορας κατάλαβε και έστειλε πίσω τον Αθανάσιο στην Αλεξάνδρεια με συνοδευτική επιστολή του.

Στη σύνοδο πού έγινε ο Μακάριος μεταφέρθηκε σιδηροδέσμιος. Μα όμως ξεσκέπασε τον ψευδοϊερέα. Κανένας δεν απάντησε στο ερώτημα του Μακαρίου, ποιος χειροτόνησε τον Ισχύρα. Ο Μακάριος αθωώθηκε και ελευθερώθηκε.

Ο σατανάς όμως μπορεί να ησυχάσει; Όχι. Και οι οπαδοί του το ίδιο.

Νέα συκοφαντία χαλκεύεται κατά του Αθανασίου. Λέγουν τώρα οι συκοφαντίες και διαδίδουν, ότι ο Άγιος έκοψε το χέρι κάποιου Αρσενίου και με αυτό έκαμνε μάγια. Ο Αρσένιος ήταν ένας αναγνώστης, πού θέλησε να ανέβει στα εκκλησιαστικά αξιώματα.

Προηγούμενα όμως διέπραξε μια αισχρότητα και εξαφανίστηκε. Ήταν φυγόδικος. Οι του Αρείου νομίζοντες ότι δεν θα ξαναεμφανισθεί ο Αρσένιος εκμεταλλεύτηκαν την περίπτωση. Λοιπόν, κατηγόρησαν τον πατριάρχη Αθανάσιο και ζητούσαν και την καταδίκη του. Στο τέλος έφτιαξαν και μια θήκη και έβαλαν μέσα ένα χέρι και το παρουσίαζαν για να αποδείξουν την κατηγορία τους.

Έγινε πάλι σύγχυση. Η συκοφαντία έφθασε και στον Αυτοκράτορα. Και ο Αυτοκράτορας ανάθεσε στον αδελφό του Κήνσορα Δαλμάτιο να εξιχνιάσει την υπόθεση.

Εν τω μεταξύ συγκαλείται Σύνοδος στην Τύρο για να καταδικάσει τον Άγιο.

Ο Αθανάσιος έρχεται στην Τύρο. Και να εδώ τώρα είναι και ο Αρσένιος. Και ο Θεός βοηθός. Τα έμαθε ο Αρσένιος και δεν ήθελε να καταδικαστεί ένας αθώος. Για τούτο πηγαίνει στον Άγιο, το βράδυ, και του λέγει: «Το ξέρω πώς είμαι αμαρτωλός. Μα δεν θέλω να καταδικαστείς εσύ ο αθώος». Και ο Άγιος του είπε: «Μη φανερωθείς σε κανέναν. Μη μιλήσεις τίποτε. Να έλθεις αύριο, έξω από τη Σύνοδο, και όταν θα σου φωνάξω να μπεις μέσα».Έτσι και έγινε. Την άλλη μέρα άρχισαν οι κατήγοροι να μιλούν ατή Σύνοδο και να δείχνουν κιόλας το κομμένο χέρι του Αρσενίου. Ύστερα πήρε το λόγο ο Αθανάσιος. Τους ρώτησε: «Είστε βέβαιοι ότι έκοψα το χέρι του Αρσενίου;» «Βεβαιότατοι» απαντούν εκείνοι.

«Γνωρίζετε τον ίδιον;» τους ρωτά. «Ναι -του λένε με μία φωνή- τον γνωρίζουμε καλά». «Και το χέρι στη θήκη είναι σίγουρα του Αρσενίου;» «Ναι, βεβαιότατα» του απαντούν.

Τότε ο Πατριάρχης κάλεσε μέσα τον Αρσένιο. Αυτός ήλθε. Και ρωτά ο Άγιος: «Αυτός είναι ο Αρσένιος;» «Ναι» του λέγουν. Και λέγει ο Πατριάρχης στον Αρσένιο: «Πόσα χέρια έχεις;» «Δύο» απαντά εκείνος. «Για δείξε μας τα» του λέγει ο Άγιος. Και αυτός τα δείχνει. Και ρωτάει ο αρχιερέας του Θεού: «Δύο χέρια έχει ο Αρσένιος, όχι τρία. Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο με δύο χέρια. Πως εσείς θέλετε τον Αρσένιο με τρία χέρια;» Και καταντροπιάστηκαν όλοι οι εχθροί του Αγίου. Οι αιρετικοί, οι απόστολοι του σατανά. Έτσι ρεζιλεύονται οι εναντίον του Θεού.
      

Μα παρά την ήττα του και πάλι, δεν κάθεται ήσυχος ο Σατανάς. Εφευρίσκει νέες συκοφαντίες. Άνθρωποί του αιρετικοί κατηγορούν τώρα τον Άγιο ότι διέφθειρε μια γυναίκα. Βρήκαν και πλήρωσαν μια κολασμένη και την έφεραν στη Σύνοδο για να μαρτυρήσει κατά του Πατριάρχη. Κρατά και το μωρό στο χέρι. Μα υπάρχει Θεός.

Ο Άγιος Αθανάσιος έρχεται στη Σύνοδο και με κάποιο γνωστό του ιερέα που ήταν και φίλος του.

Λεγόταν Τιμόθεος ο ιερέας αυτός. Είχε παρουσιαστικό ιεράρχη.

Λοιπόν μπήκε μέσα πρώτος ο Τιμόθεος και εκείνη τη στιγμή φωτισμένος απ' το Θεό ρώτησε τη γυναίκα: «Εγώ αμάρτησα μαζί σου;» Και αυτή απάντησε: «Ναι, εσύ είσαι που με κατέστρεψες». Και απευθυνόμενη προς τους άλλους φώναζε ακόμα πιο δυνατά. Τούτος, άγιοι αρχιερείς είναι ο βρωμερός Αθανάσιος, που διέπραξε μαζί μου την αμαρτία. Δεν είναι άξιος να είναι αρχιερέας.

Ο Θεός και πάλι νίκησε. Προστάτεψε το δικό του, τον εκλεκτό του, το παιδί του, τον Αθανάσιο. Ο Θεός και πάλι ντρόπιασε τους αιρετικούς. Μα είναι δυνατόν όταν ένας πάρει τον κατήφορο να σταματήσει; Όχι. Έτσι και οι αιρετικοί. Θέλουν να παρασύρουν και άλλους στο βάραθρό τους. Νέα λοιπόν κατηγορία κατά του Αθανασίου. Ότι σχεδίαζε να εμποδίσει την αποστολή σιταριού από την Αλεξάνδρεια στην Κωνσταντινούπολη. Ο αυτοκράτορας πείσθηκε από τον ραδιούργο Ευσέβειο Νικομήδειας και εξώρισε τον Άγιο στην Γαλλία το 336. Μετά από τον θάνατο του Μ. Κωνσταντίνου, την 21η Μαΐου 337, επανήλθε ο άγιος στην έδρα του. Η επάνοδός του ήταν θριαμβευτική. Κλήρος και λαός τον υποδέχθηκαν με παραλληρήματα ενθουσιασμού και αγάπης.

 

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ

Εν τω μεταξύ, σημειώσατε, ότι ο Άρειος, όπως είπαμε, βρίσκεται στην Παλαιστίνη κοντά στους υποστηρικτές του και ιδιαίτερα υποστηρικτής του αναφέραμε, είναι ο Ευσέβειος Νικομήδειας. Επίσης, ο Νικομήδειας, συνδέετο με τον αυτοκράτορα Μ. Κωνσταντίνο.

Ενώ λοιπόν ο Άγιος ευρίσκετο στην εξορία, ο Νικομήδειας ενήργησε και ύστερα από υποκριτική ομολογία του Αρείου προς τον Αυτοκράτορα, κατόρθωσε να πάρει συγχώρεση και άδεια να λειτουργήσει σε Ορθόδοξο Ναό και με ορθόδοξο ιερέα.

Πολύ στενοχωρήθηκε ο τότε Πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως και προσευχήθηκε στο Θεό. Και ο Θεός επενέβη. Ο Άρειος το πρωί της Κυριακής που επρόκειτο να λειτουργήσει, που πήγε για σωματικήν του ανάγκη, υπέστη αιμορραγία και πέθανε. Ο Θεός δεν επέτρεψε στον αιρεσιάρχη να λειτουργήσει. Να βεβηλώσει την Θ. Λειτουργία.

 

ΝΕΕΣ ΡΑΔΙΟΥΡΓΙΕΣ

Λίγος καιρός όμως πέρασε και να, νέες ραδιουργίες από τους εχθρούς τού Πατριάρχη. Οι περί τον Ευσέβειο τον κατηγορούν ότι παίρνει χρήματα από το κρατικό συτάρι. Αντί να το διανέμει δωρεάν, το πουλάει, στη Λιβύη και στην Αίγυπτο. Ότι γίνεται αιτία πολλών συμπλοκών και φόνων και εξορίας κληρικών.

Ο αυτοκράτωρας τώρα Κωνσταντίνος, δυστυχώς πιστεύει και εξορίζει τον Άγιο. Ακόμα συγκροτεί σύνοδο, με συγκατάθεση του Κώνσταντος, στην Αντιόχεια και καταδικάζει τον Άγιο. Στο θρόνο του βάζουνε τον ημιαρειανό Ευσέβιο Εμισηνό. Αυτός όμως δεν αποδέχεται και εκλέγεται άλλος. Ο Καπαδόκης Γρηγόριος. Όταν όμως αυτός έφτασε στην Αλεξάνδρεια, ο λαός τον περιφρόνησε. Αυτός οργίζεται και διατάζει να μαστιγωθούν νεαρές παρθένες και ευσεβείς άνθρωποι.

Ο έπαρχος Φιλάγριος παρακινεί τους ειδωλολάτρες και τους Ιουδαίους κατά των Χριστιανών. Και αυτοί καταδικάζουν και φονεύουν τους Χριστιανούς. Πάσχα του 340 και οι Χριστιανοί το γιορτάζουν με αιματηρές σκηνές. Εξωρίζεται και πάλι ο Πατριάρχης. Και μεταβαίνει στη Ρώμη. Επίσκοπος εδώ ήταν τότε ο Ιούλιος. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι τότε η Εκκλησία της Ρώμης ήταν ενωμένη με την όλη άλλη Εκκλησία. Δεν υπήρχε ακόμα το σχίσμα. Είχε τότε η Ρώμη τιμητικό προβάδισμα γιατί ήταν η πρωτεύουσα του Ρωμαϊκού κράτους. Ύστερα, τότε δεν υπήρχε το πρωτείο, το αλάθητο, το Φιλιόκβε και οι άλλες αξιώσεις του πάπα. Οι πάπες ήταν όπως όλοι οι άλλοι ορθόδοξοι ιεράρχες.

Δέχθηκαν λοιπόν τον Αθανάσιο μα φιλοφρονήσεις ουκ ολίγες Ο πάπας Ιούλιος συνεκάλεσε σύνοδο το 341 και ανεγνώρισε τον Αθανάσιο, ως τον κανονικό επίσκοπο της Αλεξανδρείας. Τον κήρυξε αθώο από όλες τις κατηγορίες. Ο εξόριστος Πατριάρχης έφερε στη Ρώμη τις ιδέες του μοναχισμού και ιδρύθηκαν τότε τα πρώτα μοναστήρια κατά το ανατολικό πρότυπο.

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ

Την εποχή αυτή και ο Μ. Αντώνιος μπαίνει στον αγώνα για την Ορθοδοξία. Αφήνει τα ασκηταριά του και κατεβαίνει στην Αλεξάνδρεια.

Γράφει και ελέγχει τον ασεβή Βαλάκιο. Του γράφει μάλιστα ότι αν δεν αλλάξει θα τον βρει η οργή του Θεού, πράγμα που γίνεται. Ο Βαλάκιος σαν διάβασε το γράμμα οργίστηκε και το πέταξε στη γη, ύστερα το ποδοπάτησε και το έφτυσε. Όμως έπαθε όπως του προφήτευσε ο άγιος Αντώνιος. Μια μέρα ενώ προχωρούσαν έφιπποι, αυτός και ο Νεκτάριος, έξω από την Αλεξάνδρεια, το άλογο του Νεκταρίου άρπαξε τον Βαλάκιο, τον έριξε κάτω από το άλογο του, τον ποδοπάτησε και τον δάγκωνε. Αιμόφυρτο τον έφεραν στην Αλεξάνδρεια και μετά από τρεις μέρες πέθανε. Το 343 ο Κωνστάντιος πιεζόμενος από τον αδελφό του Κώνστα, συνεκάλεσε σύνοδο στη Σαρδική της Υλλυρίας, (την σημερινή Σόφια). Στη σύνοδο αυτή νίκησε ο Αθανάσιος. Τον κήρυξε αθώο και κανονικό επίσκοπο της Αλεξάνδρειας. Το 346 γυρίζει στην Αλεξάνδρεια. Η υποδοχή που του γίνεται είναι μεγαλειώδης, θριαμβευτική. Τον δέχεται ο λαός του. Ένα πλήθος έξαλλο έκλαιγε και πανηγύριζε. Η Αλεξάνδρεια ξαναβρήκε τον πνευματικό της πατέρα. Όμως και πάλι για λίγο καιρό κράτησε η γαλήνη. Ο Κωνστάντιος, το 350, όταν έγινε μονοκράτορας και αφού πείστηκε από νέες κατηγορίες από φίλους του Αρείου κατά του Πατριάρχη, καταδικάζει τον πρόμαχο της Ορθοδοξίας. Και με δύο συνόδους στην Αρελάτη, το 353 και στα Μεδιόλανα το 355, καταδικάζουν τον Αθανάσιο. Και το βράδυ της 9ης Φεβρουαρίου, ενώ τελείωνε αγρυπνία με πλήθος πιστών, ο στρατηλάρχης Συριανός με 5000 στρατιώτες, τους επετέθηκε. Τον παρακαλούσαν να φύγει, μα εκείνος έμεινε μαζί τους. Και μάλιστα στο σπίτι της Αγίας Συγκλητικής. Τον οδήγησαν ύστερα στην έρημο, στα ασκητήρια των μοναχών. Εκεί όταν έφτασε του έκαναν μεγάλη υποδοχή. Μα και οι ασκητές διαπίστωσαν ότι ο άγιος τους ξεπερνούσε στην αρετή και ωφελήθηκαν.

 

Ο ΑΣΕΒΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΟΣ ΤΙΜΩΡΕΙΤΑΙ

 Πολεμώντας τον Ιουλιανό τον Παραβάτη, πέθανε το Νοέμβριο τού 361. Ο Ιουλιανός κατ' αρχήν για να φανεί αρεστός στους Χριστιανούς και να στερεώσει το θρόνο του ελευθερώνει όλους τους εξόριστους. Ελευθερώνεται και ο Άγιος. Γυρίζει ξανά στο μαρτυρικό του ποίμνιο. Μα ο Ιουλιανός σαν θέλησε να επιβάλει ξανά την ειδωλολατρία, κηρύσει διωγμό κατά των Χριστιανών. Πρώτος παίρνει διάταγμα εξορίας ο άγιος Αθανάσιος. Η διαταγή στην πραγματικότητα έλεγε για τον θάνατο του Ιεράρχου. Τον έβαλαν σε ένα πλοιάριο και τον πήραν για να τον εκτελέσουν. Βέβαια, δεν είπαν την αλήθεια στον Πατριάρχη, μα και πάλι επεμβαίνει ο Θεός.
      

Ενώ προχωρούσε το πλοιάριο για την έρημο τής Θηβαΐδος, μόνο του άλλαξε πορεία και γύρισε προς τα πίσω. Οι στρατιώτες που θα τον φόνευαν, ήταν σε άλλο καραβάκι και κόψαν πίσω, μακριά. Σαν συναντήθηκαν τώρα τα πλοιάρια με τον άγιο, δεν τον κατάλαβαν και τους ρώτησαν αν είδαν κανένα πλοιάριο να πηγαίνει μπροστά τους. Και αυτοί τους απάντησαν ότι το πλοιάριο είναι μπροστά τους και προχώρησαν οι στρατιώτες για να το βρουν. Έτσι όμως, κατ' οικονομία Θεού, γλίτωσε ο Άγιος και οι μετ' αυτού. Στο τέλος ήρθαν στην Θηβαΐδα στους μοναχούς. Και αντί να τον παρηγορήσουν, τους παρηγόρησε όλους ο Πατριάρχης. Τους έλεγε: «Μη στενοχωρήσθε, νεφύδριον εστί και θάττον παρελεύσεται». (Συννεφάκι είναι και γρήγορα θα προσπεράσει). Και πέρασε. Στις 26 Ιουνίου 363 Ιουλιανός σκοτώθηκε και μάλιστα λένε ότι, την ώρα πού ξεψυχούσε φώναξε: «Νενικήκας με Γαλιλαίε».

Τον Ιουλιανό διαδέχεται ο Ιωβιανός. Ο στρατός τον διάλεξε για αυτοκράτορα. Και ο Αθανάσιος ξαναγυρίζει στην Αλεξάνδρεια. Δεν παρουσιάστηκε όμως. Και δεν έζησε και πολύ ο Ιωβιανός. Πέθανε ξαφνικά στην Γαλατία. Τον διαδέχθηκε ο Ουλεντιανός. Αυτός κυβέρνησε την Δύση και ο αδελφός του Ουάλης την Ανατολή. Και τούτος τάραξε την εκκλησία. Υποστήριζε τους αιρετικούς. Βγάζει διαταγή και εξορίζονται όλοι οι κληρικοί που εξόρισε ο Κωνστάντιος. Το 365 ο έπαρχος με στρατιώτες έρχονται να συλλάβουν τον Πατριάρχη. Οι ορθόδοξοι φυλάνε τον πνευματικό τους σαν πατέρα τους. Και τον φυγαδεύουν κρυφά. Κλείνεται τώρα και μένει για ένα χρονικό διάστημα στο νεκροταφείο, μέσα στον τάφο του πατέρα του. Ο λαός στασιάζει και τον αναζητά. Και ο Ουάλης φοβάται και τους ελευθερώνει. Και ο Πατριάρχης και πάλι ανάμεσα στο ποίμνιο του, την 1η Φεβρουαρίου 366. Τώρα εργάζεται ειρηνικά μέχρι τον θάνατό του στις 21 Μαΐου 373.

Έγραψε και πολλά σπουδαία συγγράμματα ο Μ. Αθανάσιος. Και δογματικά και διδακτικά.
Έγραψε επίσης και τον βίο του αγίου Αντωνίου.
Τα όσα γράφουμε, νομίζω αγαπητοί μου, αποδεικνύουν του λόγου την αλήθεια. Ότι ο άγιος Αθανάσιος, ο Μέγας υπήρξε «ο ηρωικότερος των αγίων και αγιότερος των ηρώων».

Και πρέπει να ξέρετε ότι τέτοιοι ήρωες χρειάζονται, ιδιαίτερα στις μέρες μας, για να σωθούμε. Ελάτε λοιπόν να του μοιάσουμε για να γλιτώσουμε. Ακούστε τα προμηνύματα. Ας συνετισθούμε.

  ΕΚΔΟΣΙΣ  ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ "Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΑΡΝΑΒΑΣ"

Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2022

Μέγας Αντώνιος, το πρώτο άνθος της ερήμου!

 


Ο άγιος Αντώνιος, το πρώτο άνθος της Ερήμου, γεννήθηκε περί το 250 στο μικρό χωριό Κόμα (σημ. Κιμάν αλ-Αριάς στην περιοχή Αλ-Ουαστά της Μέσης Αιγύπτου). Οι γονείς του, ευγενείς και πλούσιοι χριστιανοί, τον ανέθρεψαν με πίστη και φόβο Θεού. Ανέλαβαν οι ίδιοι την μόρφωση του γιου τους, γιατί ο Αντώνιος δεν αρεσκόταν να συμμετέχει στα θορυβώδη παιγνίδια των άλλων παιδιών και περιφρονούσε τις θύραθεν επιστήμες. Δεν έβγαινε από το σπίτι παρά για να πάει στην εκκλησία, όπου παρακολουθούσε προσεκτικά την ανάγνωση των ιερών βιβλίων και την εξιστόρηση των άθλων των αγίων. Γύρω στα είκοσί του χρόνια, ο θάνατος των γονέων του τον άφησε κύριο της οικογενειακής περιουσίας και μόνον υπεύθυνο για την ανατροφή της μικρότερης αδελφής του. Μια ημέρα, καθώς πήγαινε στην εκκλησία συλλογιζόμενος την ειρηνική και αμέριμνη ζωή των Αποστόλων και των πρώτων χριστιανών, άκουσε να διαβάζουν την ευαγγελική ρήση: «Αν θέλεις να γίνεις τέλειος, πήγαινε και πούλησε τα υπάρχοντά σου και δώσε τα χρήματα στους πτωχούς και θα έχεις θησαυρό κοντά στον Θεό· κι έλα να Με ακολουθήσεις» (Ματθ. 19, 21). Πεπεισμένος ότι διαβάστηκε ειδικά γι’ αυτόν, πήγε και μοίρασε χωρίς χρονοτριβή όλα τα κτήματα που διέθετε, πούλησε τα υπάρχοντά του, μοίρασε τα χρήματα στους πτωχούς και δεν κράτησε παρά τα απαραίτητα για την αποκατάσταση της αδελφής του. Μια άλλη φορά ακούγοντας να διαβάζουν την ευαγγελική ρήση: «Μην αγωνιάτε για το αύριο» (Ματθ. 6, 34), αποφάσισε να αποταχθεί οριστικά τον κόσμο, να μοιράσει το υπόλοιπο της περιουσίας του, να εμπιστευθεί την αδελφή του σε έναν ενάρετο άνθρωπο, να εγκαταλείψει το σπίτι του και να ασπασθεί τον ασκητικό βίο.

Την εποχή εκείνη δεν είχαν συσταθεί ακόμη μοναστήρια. Συναντούσε κανείς μόνο κάποιους ανθρώπους του Θεού οι οποίοι ζούσαν μοναχικά όχι μακριά από το χωριό τους, νηστεύοντας και προσευχόμενοι. Ένας από αυτούς τους γέροντες έμενε εκεί κοντά. Ο Αντώνιος έβαλε σκοπό να τον μιμηθεί. Εγκασταστάθηκε κι εκείνος σ’ ένα απομονωμένο μέρος, όπου με τον νου απαλλαγμένο από κάθε μέριμνα και κάθε ενθύμηση της περασμένης του ζωής, εργαζόταν με τα χέρια του, μοίραζε τα περισσεύματά του στους πτωχούς, μελετούσε τα ιερά βιβλία και προσπαθούσε να φυλάξει αδιατάρακτη την προσευχή μέσα στην καρδιά. Ωσάν μέλισσα, κάθε φορά που άκουγε να επαινούν την αρετή κάποιου ασκητή, προσέτρεχε σ’ αυτόν, παρατηρούσε την ταπεινοφροσύνη του ενός, την σκληραγωγία του άλλου, την προσήλωση στην προσευχή ή στην μελέτη και, όταν γύριζε στο κελί του, αγωνιζόταν να συγκεντρώσει πάνω του όλες αυτές τις αρετές.

Ο δαίμονας, που φθονεί κάθε αγαθό έργο των ανθρώπων, μη υποφέροντας να βλέπει τέτοιο ζήλο σε τόσο νέο άνθρωπο, αποφάσισε να τον πολεμήσει. Του υπέβαλε αρχικά την ενθύμηση της περιουσίας που είχε αφήσει, της αδελφής που είχε εγκαταλείψει και όλων των απολαύσεων της περασμένης ζωής του. Ύστερα, του παράστησε με φοβερό τρόπο τις δυσκολίες της ασκητικής ζωής, την αδυναμία του σώματός του, τον μακρύ αγώνα που θα έπρεπε να διεξάγει επί πολλά χρόνια, υποβάλλοντάς του πυκνό νέφος σκοτεινών λογισμών. Καθώς ο Αντώνιος αντιστεκόταν στις επιθέσεις του, μένοντας σταθερός στην πίστη, την υπομονή και την αδιάλειπτη προσευχή, ο Πονηρός επιτέθηκε σε άλλο μέτωπο. Τον κατέκλυσε με ακάθαρτους λογισμούς και τον ερέθισε με άσεμνες νύξεις. Και βλέποντας ότι ο Αντώνιος αντιστεκόταν σθεναρά, μία νύχτα μεταμορφώθηκε σε γυναίκα που του έκανε προκλητικές χειρονομίες. Όμως, ο γενναίος στρατιώτης του Χριστού τον απώθησε περιφρονητικά ψάλλοντας: «Ο Κύριος είναι βοηθός και σύμμαχός μου, γι’ αυτό κι εγώ θα δω τους εχθρούς μου νικημένους και ταπεινωμένους μπροστά στα πόδια μου» (βλ. Ψαλμ. 117, 7). Ήταν όντως πεπεισμένος ότι δεν ήταν εκείνος που κατήγαγε αυτή την πρώτη νίκη, αλλά η Χάρη του Θεού που ενοικούσε μέσα του (βλ. Α΄ Κορ. 15, 10). Σοφά κατηχημένος από την μελέτη των αγίων Γραφών για τις διάφορες μηχανεύσεις των δαιμόνων, ο Αντώνιος δεν εφησύχασε. Πάντα γρηγορών, εργαζόταν με ακόμη περισσότερη φροντίδα να καθυποτάξει το σώμα του, από φόβο μήπως, νικητής σε μια μάχη, βρεθεί ηττημένος σε άλλη. Έχοντας εδραιώσει την απόφαση στην οσιακή πολιτεία του, δεν κουραζόταν πια να περνά όλη την νύχτα προσευχόμενος, δεν έτρωγε παρά λίγο ψωμί και αλάτι κάθε δύο ημέρες και αρνιόταν κάθε ανθρώπινη παρηγορία. Χωρίς να συλλογιέται πόσα χρόνια διήγε στην ασκητική βιοτή «έκανε ό,τι μπορούσε για να φτάσει αυτά που ήταν μπροστά του» (βλ. Φιλιπ. 3, 14)· θεωρούσε την κάθε ημέρα ως απαρχή της ασκήσεώς του, οικειοποιούμενος τα λόγια του Προφήτη Ηλία: «Στον ζωντανό Θεό θα παρουσιαστώ σήμερα» (βλ. Γ΄ Βασ. 18, 15).

Με αυτόν τον τρόπο ο Αντώνιος πέρασε στην αντεπίθεση: επέλεξε για κατάλυμα έναν από τους αρχαίους τάφους που είχαν σκάψει οι ειδωλολάτρες. Μη υποφέροντας τέτοια πρόκληση, ο Σατανάς ήρθε να τον πολιορκήσει την νύχτα με ολόκληρη λεγεώνα δαιμόνων. Του κατάφεραν τόσα πλήγματα, ώστε τον άφησαν καταγής καταπληγωμένο. Όταν ο φίλος που φρόντιζε να του πηγαίνει τροφή τον βρήκε σ’ αυτήν την κατάσταση, ημιθανή σχεδόν, τον έφερε εσπευσμένα στον ναό του χωριού. Μόλις όμως ο Αντώνιος συνήλθε, τον παρακάλεσε να τον μεταφέρει ξανά στον τάφο. Ανίκανος να σταθεί όρθιος, προσευχόταν ξαπλωμένος και προκαλούσε θαρραλέα τους δαίμονες, οι οποίοι εισήλθαν στον τάφο με την μορφή κάθε λογής θηρίων και ερπετών. Ο ανδρείος μαχητής πολιορκούμενος από παντού τους απωθούσε φωνάζοντας: «Αν είχατε την παραμικρή εξουσία, θα αρκούσε ένας από σας για να με καταβάλει. Επειδή όμως ο Χριστός σάς αφαίρεσε την δύναμη, προσπαθείτε να με τρομάξετε με την πληθώρα σας. Το γεγονός ότι έχετε υποβιβασθεί να παίρνετε το σχήμα των άλογων ζώων, είναι γνώρισμα της αδυναμίας σας. Αν έχετε κάποια δύναμη εναντίον μου, εμπρός, μη καθυστερείτε άλλο, επιτεθείτε! Αν δεν έχετε δύναμη, σταματήστε να πηγαινοέρχεσθε έτσι. Το σημείο του Σταυρού και η Πίστη αποτελούν τείχος απόρθητο!». Οι δαίμονες στην αδυναμία τους, δεν μπορούσαν παρά να τρίζουν τα δόντια από θυμό. Τέλος, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ήλθε σε βοήθειά του, η στέγη άνοιξε και μία ακτίνα φωτός έτρεψε σε φυγή τα πνεύματα του σκότους. Ο Αντώνιος ρώτησε: «Πού ήσουν, Κύριε; Γιατί δεν σταμάτησες νωρίτερα αυτή την μάχη;». Ο Χριστός τού αποκρίθηκε: «Εδώ ήμουν, στο πλευρό σου. Ήθελα όμως να παρακολουθήσω τον αγώνα σου. Επειδή αντιστάθηκες με τόση υπομονή, θα είμαι από εδώ και πέρα πάντα ο υπερασπιστής σου και θα καταστήσω το όνομά σου ένδοξο σε ολόκληρη την γη».

Ο Αντώνιος, τριάντα πέντε χρόνων τότε (286), ύστερα από τους αγώνες αυτούς αισθάνθηκε να δυναμώνει ο ζήλος του και αποφάσισε να αποσυρθεί ολομόναχος στην έρημο. Έφθασε στην ανατολική όχθη του Νείλου, βρήκε πάνω στο βουνό ένα παλιό φρούριο εγκαταλειμμένο και, αφού έδιωξε τα ερπετά που το κατοικούσαν, εγκαταστάθηκε εκεί σε απόλυτη ησυχία, απαγορεύοντας την είσοδο σε όλους. Έμεινε επί είκοσι χρόνια στο καταφύγιο αυτό, όπου κάθε έξι μήνες ερχόταν ένας φίλος και του έριχνε ψωμί πάνω από το τείχος. Ωστόσο, πολλοί ήσαν εκείνοι που πήγαιναν, παρακινημένοι από την φήμη του οσίου. Κάθονταν έξω από το τείχος και άκουγαν να έρχεται από το εσωτερικό του φρουρίου μεγάλη βοή και αναταραχή και τις φωνές των δαιμόνων να αντηχούν μανιασμένες εναντίον εκείνου που τόλμησε να κατοικήσει στο άντρο τους. Μία ημέρα, οι επισκέπτες παραβίασαν την θύρα και αντίκρισαν τον άγιο Αντώνιο ακτινοβολούντα ωσάν να έβγαινε από κάποιο μυστικό θυσιαστήριο και με την όψη αναλλοίωτη ύστερα από είκοσι χρόνια, παρ’ όλες τις κακοπάθειες της σαρκός. Έκτοτε, συμφώνησε να δέχεται μαθητές, ο αριθμός των οποίων συνεχώς μεγάλωνε. Ίδρυσε δυο μοναστήρια: το ένα ανατολικά του Νείλου, στο Πισπίρ (σημ. Νταγιάρ-αλ-Μαϊμούν), το άλλο στην αριστερή όχθη, όχι μακριά από την Αρσινόη. Με ειρηνική καρδία και νου ακλόνητα προσηλωμένο στον Θεό, ο άγιος Αντώνιος είχε την δύναμη να συμφιλιώνει τους εχθρούς μόνο με την παρουσία του, να κάνει να βασιλεύει η αγάπη ανάμεσα στους ανθρώπους και να θεραπεύει τους αρρώστους με την προσευχή. Με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος δίδασκε στους μαθητές του την πνευματική επιστήμη. Τους συνιστούσε να μην αφήνουν ποτέ να τους αποθαρρύνουν οι δοκιμασίες ή να ψυχραίνεται ο αρχικός τους ζήλος, αλλά απεναντίας να τον αυξάνουν, σαν να άρχιζαν κάθε μέρα για πρώτη φορά, συλλογιζόμενοι τα λόγια του Αποστόλου: «κάθε ημέρα εγώ πεθαίνω» (Α΄ Κορ. 15, 31).

Έλεγε: «Ας προσπαθήσουμε να μην κατέχουμε παρά μονάχα ό,τι θα πάρουμε μαζί μας στον τάφο: προπαντός την αγάπη, την πραότητα, την δικαιοσύνη. Η αρετή, δηλαδή η Βασιλεία των Ουρανών, δεν έχει ανάγκη παρά μόνον της βουλήσεώς μας, γιατί «είναι μέσα μας» (Λουκ. 17, 21) και από εμάς τους ίδιους αποκτάται (Ματθ. 11, 12). Στην πραγματικότητα η αρετή έγκειται στην διατήρηση της ψυχής μας στην καθαρότητα και την ωραιότητα με την οποία επλάσθη. Φυλάσσοντας άγρυπνα την καρδιά μας από κάθε μολυσμό κακού λογισμού, από φιλήδονους ερεθισμούς και παράφορο θυμό, θα μπορούμε να αντιστεκόμαστε στις επιθέσεις των δαιμόνων που μας περιτριγυρίζουν και μηχανεύονται τα πάντα με σκοπό να εμποδίσουν τους χριστιανούς να ανεβούν στον ουρανό και να καταλάβουν την θέση από την οποία εκδιώχθηκαν εξαιτίας της αλαζονείας και της ανυπακοής τους. Μόνο προσκαρτερώντας με σταθερή άσκηση και πολλή προσευχή, μπορούμε να λάβουμε από το Άγιο Πνεύμα το χάρισμα της διακρίσεως των πνευμάτων, για να αντιμετωπίσουμε τις μηχανεύσεις τους. Στην αρχή επιτίθενται υποβάλλοντας ακάθαρτους λογισμούς· κατόπιν, εάν τους αποδιώξει κανείς με πίστη, νηστεία και προσευχή, επιτίθενται εκ νέου υποβάλλοντας διάφορες φαντασιώσεις με σκοπό να μας τρομάξουν. Διωγμένοι γι’ άλλη μια φορά με την δύναμη του Χριστού, επιχειρούν τότε να μας εξαπατήσουν παριστάνοντας ότι προλέγουν τα μέλλοντα να συμβούν, ενώ μόνον ο Θεός τα γνωρίζει ως Παντογνώστης. Χάρη στην ελαφρότητα και κινητικότητα της ασώματής τους φύσεως, μπορούν να εξαπατήσουν τους αστήρικτους. Εάν μένουμε ακλόνητοι, τότε ο ίδιος ο αρχηγός τους, ο Σατανάς, παρουσιάζεται μέσα σε πομπή περιβαλλόμενος με απατηλό φως, απεικόνιση του πυρός που ετοιμάζεται γι’ αυτόν στην αιωνιότητα, και υποβάλλει οράσεις, αποκαλύψεις, ασκητικά ανδραγαθήματα και κάθε λογής παγίδες, για να μας ρίξει στην έπαρση και την πλάνη. Να μη φοβηθείτε όλες αυτές τις επιθέσεις. Έχοντας χάσει την δύναμή τους από την Ενσάρκωση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και μη μπορώντας διόλου να ησυχάσουν, δεν τους μένει άλλο παρά να μας απειλούν με λόγια, με θορύβους και με μάταιες εμφανίσεις. Εάν είχαν κάποια εξουσία, δεν θα ήταν ανάγκη να στήσουν τέτοια παράσταση και θα είχαν από καιρό ανακόψει την ανάπτυξη και την πρόοδο των χριστιανών. Μονάχα τον Θεό πρέπει να φοβόμαστε και, όχι απλώς να μην δειλιάζουμε απέναντι στους δαίμονες, αλλά να τους περιφρονούμε. Τίποτε δεν φοβούνται περισσότερο από την νηστεία των μοναχών, την ταπεινοφροσύνη, την υπομονή, την αγάπη προς τον Θεό και τους αδελφούς. Αν σας φανερωθεί κάτι, μην ταραχθείτε, αλλά ρωτήστε αυτόν που παρουσιάσθηκε, ποιος είναι και από πού έρχεται. Εάν η εμφάνιση είναι αγία, θα διαλυθούν πάραυτα οι αμφιβολίες σας και θα μεταβληθεί ο φόβος σας σε χαρά. Εάν προέρχεται από τον διάβολο, αυτός θα τραπεί σε φυγή μόλις δει την σταθερότητά σας. Όλες αυτές οι δοκιμασίες είναι προς όφελός σας: αν λείψουν οι πειρασμοί, κανείς δεν θα σωθεί. Χάρη στον άγιο Αντώνιο, «η έρημος μεταβλήθηκε σε πόλη που κατοικήθηκε από πλήθος μοναχών, οι οποίοι αποτάχθηκαν τον κόσμο ώστε να μιμηθούν την αγγελική ζωή» (βλ. Άγιος Αθανάσιος· «Βίος και πολιτεία του οσίου Αντωνίου», 14, 7, ΕΠΕ 11, 47). Όλες αυτές οι κοινότητες μοναχών έμοιαζαν με ναούς, όπου άνθρωποι ενωμένοι σε γλυκιά αρμονία λόγω του ενός, μοναδικού και κοινού σκοπού, εγκαταβίωναν ψάλλοντας ύμνους, μελετώντας τις άγιες Γραφές, νηστεύοντας και προσευχόμενοι με την χαρά και την ελπίδα των μελλόντων αγαθών.

Την εποχή εκείνη ο Μαξιμίνος Δάιας είχε εξαπολύσει ανελέητο διωγμό κατά των χριστιανών στην Αίγυπτο και έπνιξε την Αλεξάνδρεια στο αίμα (308). Ο Αντώνιος, φλεγόμενος από τον πόθο να κατακτήσει τον στέφανο του μαρτυρίου, ήλθε στην Αλεξάνδρεια και θαρραλέα ριψοκινδύνευσε την ζωή του διακονώντας τους ομολογητές της Πίστεως. Παρά τον διάπυρο πόθο του να συμμεριστεί το μαρτύριό τους, ο Θεός τού επεφύλαξε άλλους αγώνες. Δεν τον συνέλαβαν και, έτσι, ο Αντώνιος επέτρεψε στην μοναστική του κοινότητα, όπου συνέχισε το αναίμακτο μαρτύριο της συνειδήσεως, διπλασιάζοντας τον ασκητικό του κανόνα. Εξακολουθούσε να επιτελεί θαύματα και, μολονότι παρέμενε έγκλειστος, δεν έπαυαν να συρρέουν επισκέπτες στο ερημητήριό του. Για τον λόγο αυτό αποφάσισε να αποσυρθεί ακόμη πιο βαθιά μες στην έρημο. Ακολούθησε ένα καραβάνι βεδουίνων και έφθασε οδοιπορώντας μέχρι το όρος Κοζλίμ (Κουολζούμ ή Όρος Αγίου Αντωνίου) που βρισκόταν προς το μέρος της Ερυθράς Θάλασσας στην έρημο, τρεις ημέρες απόσταση από τον Νείλο, όπου εγκαταστάθηκε κατόπιν θείας πληροφορίας. Καλλιεργούσε λίγα οπωροκηπευτικά για να τρέφεται. Αγρίμια και θηρία έρχονταν να πιουν στην πηγή εκεί κοντά και χαλούσαν το περιβόλι. Ο άγιος τα επέπληξε και τα ζώα δεν ξαναπλησίασαν. Σπάνιες ήταν οι επισκέψεις των μαθητών του και ο Αντώνιος μπορούσε πλέον να αφοσιωθεί χωρίς περισπασμούς στην θεωρία και στον αγώνα κατά της μανίας των δαιμόνων. Ο νους του έμεινε ακλόνητος και ατάραχος όπως το όρος Σιών, και η παρρησία του προς τον Κύριο ήταν τόσο μεγάλη, ώστε έφευγαν οι δαίμονες και τα θηρία συμβίωναν ειρηνικά μαζί του.

Ύστερα από πολλά χρόνια ο Αντώνιος, σε προχωρημένη ήδη ηλικία, συγκατένευσε να επισκεφθεί τους μαθητές του στο Πισπίρ, στην δεξιά όχθη του Νείλου. Καθ’ οδόν έκανε να αναβλύσει νερό στην έρημο, για να πιουν οι συνοδοιπόροι του που υπέφεραν από δίψα. Με πολύ μεγάλη χαρά υποδέχθηκαν στην κοινότητα τον άνθρωπο του Θεού και για όλους τους μοναχούς η επίσκεψή του έγινε αφορμή να αναζωπυρωθεί ο ζήλος τους για τον αγώνα της αρετής. Μέγα πλήθος τον ακολούθησε όταν επέστρεψε στο όρος του: άλλοι τον παρακαλούσαν να θεραπεύσει τις σωματικές τους ασθένειες, άλλοι έρχονταν για να λάβουν πνευματική παρηγορία και καθοδήγηση. Ο άγιος έδινε στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του, όπως ο Θεός ο Ίδιος. Δεν διέκοπτε την σιωπή του παρά μόνον από το Άγιο Πνεύμα και μιλούσε τότε με λόγια της Αγίας Γραφής σαν να ήταν εκείνος ο συγγραφέας τους. Έλεγε με ένθεη παρρησία: «Δεν φοβούμαι πλέον τον Θεό, αλλά Τον αγαπώ! Η αγάπη έξω βάλλει τον φόβο!». Για τον λόγο αυτό στην διδασκαλία του υπογράμμιζε προπαντός την αγάπη προς τους αδελφούς και την ανάγκη καθάρσεως της καρδίας. Έλεγε ακόμη: «Η ζωή και ο θάνατος εξαρτώνται από τον πλησίον. Εάν κερδίσουμε τον αδελφό μας, κερδίζουμε τον Θεό. Εάν όμως είμαστε αφορμή αμαρτίας για τον αδελφό μας, αμαρτάνουμε ενώπιον του Χριστού». Ως πατέρας φιλεύσπλαχνος, ήξερε να μετριάζει στην κατάλληλη στιγμή την άσκηση των μαθητών του, διδάσκοντάς τους αυτό που είχε μάθει από έναν άγγελο: να εναλλάσσουν με διάκριση την νοερά προσευχή, την ψαλμωδία και το εργόχειρο ώστε να αγωνίζονται κατά της ακηδίας. Επωμιζόταν σαν να ήταν δικές του τις συμφορές όσων κατέφευγαν σ’ αυτόν και προσευχόταν για τον καθένα τους. Όταν ο Θεός επιτελούσε δι’ αυτού μια ίαση, Τον ευχαριστούσε· και όταν του την αρνιόταν, πάλι Τον ευχαριστούσε και παρακινούσε τον πάσχοντα να συνεχίζει να ελπίζει.

Μια ημέρα, την ώρα της προσευχής, ο άγιος Αντώνιος αρπάχτηκε με το πνεύμα του και υψώθηκε σωματικά στον αέρα από αγγέλους που απομάκρυναν την ορδή των δαιμόνων, οι οποίοι απαιτούσαν να απολογηθεί για όλη την διαγωγή του από τότε που γεννήθηκε. Το πρόσωπό του ακτινοβολούσε τέτοια λάμψη καθαρότητας και όλες οι κινήσεις του σώματος πρόδιδαν τέτοια απάθεια ψυχής, ώστε καταύγαζε γύρω του φως ειρήνης, χαράς και πραότητας. Χωρίς να δηλώσει καν ποιος είναι, όλοι όσοι τον έβλεπαν ελκύονταν ακατάσχετα προς εκείνον. Μπορούσε να διαβάσει την καρδιά τους σαν ανοιχτό βιβλίο ωσάν έμπειρος ιατρός, και τους έδινε πάντα το κατάλληλο φάρμακο. Όλη η Αίγυπτος τον θεωρούσε πατέρα και ιατρό της, προσωπικότητες από τις πλέον υψηλά ιστάμενες έφτασαν στην μακρινή έρημο για να συνομιλήσουν μαζί του ή απλώς για να λάβουν την ευλογία του. Ακόμη και ο ίδιος ο αυτοκράτορας Μέγας Κωνσταντίνος και οι γιοι του έγραψαν επιστολές στον ταπεινό μοναχό ωσάν προς τον πατέρα τους.

Χωρίς να αποσπάται από όλες αυτές τις τιμές και με τον νου αδιάκοπα στραμμένο στην παρουσία του Θεού εντός του, ο Αντώνιος είχε επιπλέον διδαχθεί από τον Θεό όλη την γνώση που χρειαζόταν για να αποστομώνει τους σοφούς του κόσμου. Έλληνες φιλόσοφοι, επαιρόμενοι για την μάταιη γνώση τους, ήλθαν να επισκεφθούν με περιφρόνηση αυτόν τον αγράμματο μοναχό για τον οποίο μιλούσε όλη η Αίγυπτος. Με λίγα λόγια του ο άνθρωπος του Θεού κλόνισε την αλαζονεία τους. Κατέδειξε πώς η σοφία τούτου του κόσμου κατέστη μωρά από την μωρία του Σταυρού, αποδείχνοντάς τους την ανοησία των μύθων τους που καταβιβάζει τον Θεό σε ομοιώματα ζώων ή άψυχων αντικειμένων, ενώ η Διδασκαλία του Χριστού ανεβάζει τον άνθρωπο σε άχραντη κοινωνία με την θεία φύση. Τους έκανε να αναγνωρίσουν ότι αυτό που οι χριστιανοί γνωρίζουν με την πίστη και την δύναμη του βιώματος, εκείνοι μάταια επιχειρούν να το φθάσουν με τις συζητήσεις και τους συλλογισμούς. Επισφράγισε, τέλος, την νίκη του λυτρώνοντας δαιμονισμένους με την δύναμη του Χριστού και οι επισκέπτες του αποχώρησαν αποσβολωμένοι.

Ο άγιος Αντώνιος σεβόταν ιδιαίτερα τους κληρικούς και τους ταγούς της Εκκλησίας. Ήταν βέβαια ξένος από κάθε εκκλησιαστική υπόθεση, όμως υποστήριζε σθεναρά την Ορθόδοξη Πίστη, που κινδύνευε σε εκείνους τους ταραγμένους καιρούς. Όταν οι οπαδοί του Αρείου στην Αλεξάνδρεια διέδωσαν ότι ο ξακουστός ερημίτης συμμεριζόταν την ανόητη διδασκαλία τους, ο άγιος δεν δίστασε να αφήσει το ησυχαστήριό του, να έλθει στην τύρβη της μεγαλούπολης και να ομολογήσει καθαρά και απερίφραστα, ενώπιον του λαού που έτρεξε να τον δει, την πίστη του στην θεότητα του Υιού και Λόγου του Θεού, την ακράδαντη προσήλωσή του στο δόγμα της Συνόδου της Νικαίας και την αμέριστη υποστήριξή του στον άγιο Αθανάσιο τον Μέγα (338).

Όταν έφθασε σε ηλικία εκατόν πέντε ετών, πήγε κατά την συνήθειά του να επισκεφθεί τους μοναχούς που είχαν εγκατασταθεί σε ένα βουνό ακόμη πιο βαθειά μες στην έρημο και να τους αναγγείλει με χαρά ότι ο Θεός θα τον καλούσε σύντομα στην αληθινή πατρίδα, την Άνω Ιερουσαλήμ. Τους εμψύχωσε παρακινώντας τους να επιμένουν στην άσκηση, σαν να επρόκειτο να πεθάνουν την επόμενη μέρα, να μιμούνται το παράδειγμα των αγίων και να τηρούν με επιμέλεια την παράδοση των θεόπνευστων Πατέρων, αποφεύγοντας κάθε σχέση με αιρετικούς. Ύστερα επέστρεψε στην βαθειά έρημο με δύο υποτακτικούς: τον Μακάριο [19 Ιαν.] και τον Αμάτα. Πριν παραδώσει την ψυχή του στον Κύριο, έδωσε εντολή να μη μεταφέρουν την σορό του στην Αίγυπτο, από φόβο μήπως την ταριχεύσουν σύμφωνα με τα ειδωλολατρικά έθιμα που ίσχυαν ακόμη. Διέταξε να τον ενταφιάσουν σε μέρος άγνωστο σε όλους. Κληροδότησε ένα μέρος από τα ενδύματά του στους δύο μεγάλους ομολογητές της Ορθοδοξίας: τον άγιο Αθανάσιο [18 Ιαν και 2 Μαΐ.] και τον άγιο Σεραπίωνα Θμούεως [21 Μαρτ.] και την μάλλινη μηλωτή του στους δύο υποτακτικούς του, ώστε να προστατεύονται αοράτως από αυτόν. Ύστερα, άπλωσε τα πόδια και με πρόσωπο που έλαμπε από χαρά, σαν να συναντούσε φίλους, παρέδωσε ειρηνικά την ψυχή του στον Θεό (17 Ιανουαρίου του 356).

Η φήμη του ως Πατήρ των μοναχών και ως Πατήρ πατέρων απλώθηκε ως τα πέρατα της οικουμένης και εδώ και πολλούς αιώνες ο «Βίος» του, γραμμένος με αγάπη και αφοσίωση από τον άγιο Αθανάσιο Αλεξανδρείας, προσφέρει ένα τέλειο πρότυπο της οδού που πρέπει να ακολουθήσουν κατά την οικεία τους έφεση και δύναμη οι πραγματικοί εραστές του Θεού για να φθάσουν στην ζωογόνα τελειότητα της Χριστιανικής ζωής. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος [25 Ιαν. και 30 Ιαν.] γράφει ότι ο «Βίος» του αγίου Αντωνίου είναι «μια νομοθεσία για τον μοναχικό βίο μέσα από την πλοκή της διηγήσεώς του» (Λόγος 21, 5, PG 35, 1088).

Το λείψανο του αγίου Αντωνίου φαίνεται πως αποκαλύφθηκε ύστερα από όραμα το 561 και μεταφέρθηκε στην Αλεξάνδρεια. Γύρω στο 635, λόγω της απειλούμενης αραβικής εισβολής, μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη και, περί το 1070, σύμφωνα με μαρτυρία της δυτικής παράδοσης, ένας άρχοντας της Ντωφινέ μετέφερε το τίμιο λείψανο στην Γαλλία (Άγιος Αντώνιος της Ντωφινέ) όπου αποτελεί μέχρι και σήμερα σεβάσμιο αντικείμενο ονομαστού προσκυνήματος.


Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος (Ιανουάριος), σελ. 173–181. 
Εκδόσεις «Ίνδικτος

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2022

Ομιλία 61η: Στη ΙΒʼ Κυριακή του Λουκά για τους δέκα λεπρούς (Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς)



Η κάθαρση των λεπρών προβάλλεται ως τύπος της πνευ­ματικής καθάρσεως. Γιατί όλοι εμείς ήμασταν λεπρωμένοι, μέχρι που ο Κύριος παρέλαβε την φύση μας και την ελευθέρωσε από την καταδίκη. Ο ευγνώμων από τους δέκα θεραπευθέντες εκπροσωπεί την επιστροφή των Εθνικών, ενώ οι εννέα αγνώμονες είναι οι Ιουδαίοι. Ο ομιλητής παρουσιάζει τον Θεό ως ειρηνάρχη, και τον εαυτό του ως επιστάτη της ειρήνης. «Ταύτης γαρ ένεκα της ειρήνης και ημείς επέστημεν υμίν τη Εκκλησία Χριστού, διάκονοι της αυτού κληρονομιάς και χάριτος». Κλείνει με προτροπή να μη εκπέσομε από την πατρική ευχή ούτε και να απορρίψομε την κλη­ρονομιά του ουράνιου Πατέρα, για να μη χάσομε και την υιοθεσία και την ευλογία και αποκλεισθούμε από τον πνευματικό νυμφώνα.

 

ΟΜΙΛΙΑ 61η

ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΩΔΕΚΑΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ ΜΕ ΘΕΜΑ

ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΞΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ

 

Όπου γίνεται λόγος και για την ειρήνη προς τον Θεό και προς τον εαυτό μας και μεταξύ μας

 

Όλα τα του παλαιού νόμου ήταν συμβολικά και τυπικά και σκιώδη· γι’ αυτό ο νόμος αυτός θεωρούσε και τη λέπρα εφάμαρτη και μιαρή και αποτρόπαια και ονόμαζε ακάθαρτους τους λεπρούς και τους γονορρυείς και εκείνους γενικά που τους άγγιζαν καθώς και εκείνους που άγγιζαν κάθε νεκρό σώμα, υποδεικνύοντας με αινίγματα την ακαθαρσία εκείνων που αμάρταναν στον Θεό και αυτών που συνέπρατταν με αυτούς και συναναστρέφονταν αυτούς. Και με τους λεπρούς βέβαια υπαινισσόταν τους δολερούς και πανούργους, τους θυμώδεις και μνησίκακους· γιατί όπως η λέπρα καθιστά τραχύ και ποικιλόχρωμο το δέρμα του σώματος, έτσι ο δόλος και η πονηριά και ο θυμός και η οργή καθιστούν ποικίλο και τραχύ το λογιστικό της ψυχής. Με τους λεπρούς λοιπόν υποδήλωνε τα τέτοια πάθη της ψυχής που ήταν πολύ βαρύτερα από τη λέπρα, με τον γονορρυή τον ασελγή, ενώ με εκείνους που εγγίζουν νεκρό σώμα ο νόμος εκείνος ονόμα­ζε ακάθαρτους εκείνους που σύμφωνα με οποιοδήποτε τρόπο επικοινωνούσαν ή και συναναστρέφονταν τους αμαρτωλούς.

Αφού λοιπόν ο Κύριος φάνηκε επάνω στη γη ως άνθρωπος από απερίγραπτο πέλαγος ευσπλαγχνίας, για να θεραπεύσει τις ψυχικές νόσους μας και να εξαλείψει την αμαρτία του κόσμου, θεράπευσε και αυτές τις ασθένειες, τις οποίες ο νόμος ονόμαζε ακαθαρσίες, ώστε, αν κάποιος νομίσει ότι εκείνα είναι πραγμα­τικά ακαθαρσία και αμαρτία, να ομολογήσει τον Θεό που λυ­τρώνει τους ανθρώπους από αυτά, αν πάλι καλώς νομίσει ότι εκείνα είναι σύμβολα της πραγματικής ακαθαρσίας και αμαρτίας, να καταλάβει από τα τελούμενα εκ μέρους του Χριστού γύρω από αυτά τα σύμβολα, ότι αυτός ο ίδιος είναι που και την αμαρτία του κόσμου συγχώρησε και μπορεί να την καθαρίσει. Είναι δυνατό όμως να πούμε και κάτι άλλο, καλά και αληθινά, όπως εγώ νομίζω· ότι, όπως ο Κύριος παραγγέλλει σ’ εμάς να ζητούμε τα πνευματικά (γιατί λέγει, «ζητείτε τη βασιλεία του Θεού και τη δικαιοσύνη του»), και όταν εμείς ζητούμε αυτά τα ψυχωφελή και σωτήρια, εκείνος υπόσχεται να δώσει και τα σωματικά, λέγοντας, «και όλα αυτά θα προστεθούν σ’ εσάς», έτσι και αυτός, αφού έκλινε τους ουρανούς και κατέβηκε από τον ουρανό, όπως ευδόκησε, στη δική μας μηδαμινότητα, για να καθαρίσει τις αμαρτίες μας, χαρίζει επιπρόσθετα και την ανόρθωση των χωλών και την ανάβλεψη των τυφλών και την κάθαρ­ση των λεπρών, και γενικά θεραπεύει κάθε νόσο του σώματός μας και κάθε αδυναμία, γιατί είναι πλούσιος σε ευσπλαγχνία.

Όπως λοιπόν ο ευαγγελιστής Λουκάς θα πει σήμερα, «ενώ ανέβαινε προς τα Ιεροσόλυμα και εισερχόταν σε κάποια πόλη, κατά την πορεία του συνάντησαν τον Κύριο δέκα λεπροί, οι οποίοι στάθηκαν από μακριά και ύψωσαν φωνή». Σωστά επιση­μαίνει ο ευαγγελιστής ότι οι λεπροί τον συνάντησαν όχι όταν μπήκε, αλλ’ όταν έμπαινε στην πόλη, γιατί απομακρύνονταν και από τις πόλεις και από τα χωριά ως ακάθαρτοι και ζούσαν γύρω από αυτές. Αλλά και «στάθηκαν μακριά»· γιατί δεν επιτρεπόταν ούτε έξω να αναμιγνύονται αυτοί με τους υγιείς. Ύψωσαν όμως και τη φωνή, δηλαδή φώναξαν, εξ αιτίας του μήκους της αποστάσεως, λέγοντας, «Ιησού, επιστάτη, ελέησέ μας». Πρόσεχε το πά­θος, πρόσεχε το αίσχος, πρόσεχε το άσχημο και βδελυρό και αφύσικο άνθος· γιατί τέτοιο είναι η λέπρα· πρόσεχε την εκτροπή της φύσεως, την αποστροφή των ανθρώπων, την απαρηγόρητη απομόνωση, και δείχνοντας έλεος πρόσφερε τη θεραπεία. «Ιησού, επιστάτη, ελέησέ μας». Φαίνεται βέβαια ότι η φωνή των λεπρών είναι αξιολύπητη, δεν είναι όμως αληθινά πιστών και συνετών ανθρώπων γιατί τον αποκαλούν, επιστάτη, πράγμα που δεν συνηθίζεται να λέγεται για πρόσωπα που είναι εξουσιαστικά και δεσπόζουν κυριαρχικά. Είναι όμως η δέηση ανθρώπων που ελπί­ζουν ότι θα δεχθούν τη θεραπεία, πράγμα που δεν είναι συνετής διάνοιας, αν αυτός που μπορεί, και μάλιστα από μακριά, να προσ­φέρει την κάθαρση σε δέκα λεπρούς, δεν είναι Θεός.

Ο Κύριος όμως, επειδή σύμφωνα με το νόμο δεν επιτρεπόταν στους λεπρούς να συναναστρέφονται τα γύρω του πλήθη, ώστε με τη διδασκαλία και τα θαύματα να οδηγηθούν προς την πίστη, τους προσφέρει το έλεος δωρεάν και τους καθαρίζει από τη λέπρα, ώστε, απαλλασσόμενοι από το κώλυμα για συναναστροφή μαζί του, να μπορούν και να συνυπάρχουν και να βελτιώνονται. Και τους καθαρίζει πώς; Λέγοντας προς αυτούς, «πηγαίνετε, δεί­ξατε τους εαυτούς σας στους ιερείς· ενώ πήγαιναν εκεί, καθαρίσθηκαν», γιατί εκείνος που εξουσιάζει τα πάντα με τον λόγο της δυνάμεώς του πρόσταξε να μεταβούν και, επειδή υπάκουσαν, χορήγησε και την κάθαρση. Όπως δηλαδή ο δεσπότης του νό­μου, εφαρμόζοντας για χάρη μας το νόμο, δεν προσκάλεσε κοντά του τους λεπρούς, ούτε τους άφησε να τον εγγίσουν, έτσι και μετά το λύγισμά του στις ελεεινές φωνές εκείνων, παρέχοντας τη θερα­πεία, τους στέλλει προς τους ιερείς πάλι σύμφωνα με τον νόμο. Γιατί ο νόμος αυτός πρόσταζε να μη δίνει τη μαρτυρία μόνος του ο λεπρός που καθαρίσθηκε, αλλά να προσέρχεται στους ιερείς και να δείχνει στους οφθαλμούς εκείνων κάθε μέλος του σώματός του και από εκείνους να παίρνει τη διαβεβαίωση, ώστε να θεωρείται καθαρός.

Επειδή όμως η λέπρα υπαινίσσεται την αμαρτία, η επίδειξη στους ιερείς δείχνει οπωσδήποτε τούτο, ότι κανείς από αυτούς που αμαρτάνουν στον Θεό, ακόμη και αν απομακρυνθεί από την αμαρτία, ακόμη και αν την ισοσταθμίσει με τα έργα της μετάνοι­ας, δεν μπορεί να λάβει από τον εαυτό του τη συγχώρηση και να συμβρίσκεται με τους ανεύθυνους, εάν δεν μεταβεί προς εκείνον που έχει από τον Θεό την εξουσία να λύνει και δεν δείξει σ’ αυ­τόν την λεπρωμένη ψυχή του με την εξομολόγηση και δεχθεί από εκείνον τη διαβεβαίωση τής συγχωρήσεως. Αυτός λοιπόν που εκτελεί και τις συμβολικές πράξεις του νόμου για μας, στέλλει για τον ίδιο λόγο και τους λεπρούς στους ιερείς για να ελεγ­χθούν, οικονομώντας και κάτι επί πλέον γιατί ήταν ικανό το θαύμα ν’ απαλλάξει ακόμη και τους ιερείς από την προς αυτόν απιστία. Πράγματι κάποτε λεπρώθηκε και η αδελφή του Μωυσή Μαριάμ, για αιτία που δεν είναι καιρός να την πούμε τώρα, αλλ’ οπωσδήποτε λεπρώθηκε· και ο Μωυσής που δοκίμασε τρομερό πόνο από το πάθος ζητούσε με την προσευχή τη θεραπεία της αδελφής του από τον Θεό· και την έλαβε βέβαια, αλλ’ έπειτα από επτά ημέρες.

Προσέξτε λοιπόν πόση υπεροχή προσμαρτυρεί το θαύμα στον Χριστό έναντι του Μωυσή. Γιατί αυτός στον λεπρό που του είπε, «Κύριε, αν θέλεις, μπορείς να με καθαρίσεις», απάντησε, «θέλω, καθαρίσου», και αμέσως τον απάλλαξε από τη λέπρα, ενώ εδώ έδωσε τη θεραπεία σε δέκα λεπρούς που ζήτησαν από μακριά την κάθαρση, χωρίς καν να πει τίποτε, αλλά μόνο με τη συγκα­τάνευσή του. Άρα δεν είναι φανερό σε όλους όσοι έχουν νου, ότι αυτός είναι εκείνος στον οποίο προσευχόταν ο Μωυσής και τον οποίο ικέτευε ως Θεό να συγκατανεύσει στην κάθαρση της Μαρίας; Γι’ αυτό λοιπόν οι τόσοι αυτοί λεπροί που καθαρίσθηκαν με αυτόν τον τρόπο αποστέλλονταν στους ιερείς, για να γνωρίσουν και αυτοί μέσω του θαύματος τη δύναμη του Χρι­στού, και αφού μάθουν από τους λεπρούς ότι ήρθαν να εκπληρώσουν τον νόμο σύμφωνα με τη γνώμη εκείνου που έχει τόση δύναμη, να καταλάβουν ότι εκείνου γνώμη είναι και ο δοσμένος μέσω του Μωυσέως νόμος, και έτσι να πιστέψουν στον ένα αυτό Θεό, που είναι ο ίδιος, και του νόμου και της χάριτος, και να οδηγήσουν αυτοί τελειότερα τους καθαρισμένους λεπρούς προς την πίστη σ’ αυτόν. Γιατί έτσι έπρεπε, αν και εκείνοι χωρίς σύνε­ση έπρατταν τα αντίθετα. Μολονότι λοιπόν εκείνοι έπρατταν τ’ αντίθετα, αλλ’ ο Χριστός δεν παρέλειπε ποτέ τίποτε από όσα τους είλκυαν προς τη σωτηρία· γιατί έχει αδαπάνητη και ανίκητη την ανεξικακία και τη φιλανθρωπία και δεν ήταν δυνατό να νικηθεί η μακροθυμία εκείνου με την κακία αυτών.

Αλλά, καθώς οι λεπροί, πηγαίνοντας προς τους ιερείς, θεραπεύθηκαν στο δρόμο, «ένας από αυτούς, αφού είδε ότι θεραπεύθηκε, επέστρεψε δοξάζοντας τον Θεό μεγαλόφωνα και έπεσε με το πρόσωπο στα πόδια του για να τον ευχαριστήσει· κι αυτός ήταν Σαμαρείτης». Σωστά είπε ο Ψαλμωδός προφήτης για το τότε γένος των Ιουδαίων, ότι «δεν υπήρχε άνθρωπος που να καταλαβαίνει, που να επιζητεί τον Θεό· όλοι παρεξέκλιναν, όλοι αχρειώθηκαν». Πράγματι, αν αυτοί οι εννέα, που τόση ευεργε­σία πέτυχαν από τον Χριστό και τέτοιο θαύμα είδαν επάνω τους, δεν κατάλαβαν ότι ο Ιησούς είναι Θεός, δεν επέστρεψαν για να τον αναζητήσουν, δεν απέδωσαν τη μεγαλύτερη δοξολογία ούτε την ευχαριστία, τί είναι φυσικό να σκεφθούμε για τους άλλους; Αλλ’ ο Σαμαρείτης, ο Ασσύριος κατά το γένος (γιατί από αυ­τούς προερχόταν η σαμαρειτική αποικία), που ήταν ένας από αυτούς, όταν είδε το θαύμα και την ποθητή ευεργεσία που πέτυ­χε, κατανόησε αυτήν και τελειώθηκε ως προς την πίστη, και αφού επέστρεψε, λέγει και εκτελεί λόγια και πράγματα ευγνωμο­σύνης και πίστεως, πέφτοντας δημόσια με το πρόσωπο στα πό­δια του ευεργέτη και δοξάζοντας ως Θεό αληθινόν αυτόν που του χάρισε την κάθαρση. Και ο Κύριος λέγει προς τους παραβρισκόμενους· «δεν καθαρίσθηκαν οι δέκα; που είναι οι εννέα; Δεν σκέφθηκαν ότι πρέπει να επιστρέψουν για να δοξολογή­σουν τον Θεό;», αν και βέβαια γι’ αυτό θεράπευσε και αυτούς, για να λάβουν την άδεια να συμβιώνουν και με τους γύρω από αυτόν και να κερδίσουν τη θεραπεία των ψυχών και να δοξάσουν τον ιατρό και των ψυχών και των σωμάτων· εκείνοι όμως δεν σκέφθηκαν ότι πρέπει να προσφέρουν δόξα στον Θεό.

Αλλά τί πάθος αληθινά! Γιατί αυτό μπορεί κανείς να δει να πάσχομε και εμείς τώρα. Αφού καθαρισθήκαμε από τον Χριστό απ’ εκείνη την πρώτη κατάρα, που ήταν απλωμένη πάνω μας σαν λέπρα, και πιο βλαβερή και πιο σιχαμερή από κάθε λέπρα, καθόσον το πάθος εκτός από το σώμα διέβαινε και στην ψυχή· αφού καθαρισθήκαμε λοιπόν απ’ αυτήν μέσω του Χριστού, και ελάβαμε πάλι από εκείνον καθαρή τη φύση μας σαν από την αρχή, δεν προσκολλώμαστε σ’ αυτόν με ενάρετη ζωή προσφέροντάς του δόξα, αλλά απομακρυνόμαστε πάλι από αυτόν με επά­ρατα και παράνομα έργα, όπως λέγει προς αυτόν ο Δαβίδ· «δεν θα παραμείνουν παράνομοι μπροστά στα μάτια σου». Γι’ αυτό πάλι ο Κύριος, ελεεινολογώντας τους ανθρώπους αυτού του είδους και θρηνώντας κατά κάποιο τρόπο εκείνους και εμάς τους έπειτα από εκείνους όμοιους με εκείνους, όπως προς τον Αδάμ, όταν εξέπεσε από τη θεία εκείνη δόξα, έλεγε, «Αδάμ, πού εί­σαι;», έτσι έπειτα λέγει και προς αυτούς· «οι εννέα όμως πού είναι; δεν έκριναν ότι πρέπει να προσφέρουν δόξα στον Θεό, παρά μόνο ο αλλοεθνής αυτός;». Λέγοντας όμως, «παρά μόνο ο αλλοεθνής αυτός», δείχνει την αχαριστία και σκληροκαρδία του γένους των Ιουδαίων, και ότι τα έθνη ήταν έτοιμα για επιστροφή, ενώ οι Ιουδαίοι ήταν τελείως αμετανόητοι προς σωτηρία. Γι’ αυτό και σ’ αυτόν που επέστρεψε με ευγνωμοσύνη χάρισε δίκαια και την ψυχική σωτηρία, που προτυπώνει τη σωτηρία των εθνών μέσω της πίστεως, λέγοντάς του· «σήκω και πήγαινε· η πίστη σου σ’ έσωσε· ζήσε με ειρήνη», ενώ εκείνους που δεν επέστρεψαν, αφού τους κατηγόρησε μόνο για τη σιωπή, έδειξε ότι απέτυχαν ως προς την ψυχική σωτηρία.

Μοιάζουν βέβαια οι δέκα αυτοί λεπροί με ολόκληρο το γένος των ανθρώπων γιατί όλοι μας ήμασταν λεπρωμένοι, αφού όλοι υποπέσαμε στην αμαρτία, όπως λέγει ο θείος Παύλος, «όλοι αμάρτησαν και στερούνται τη δόξα του Θεού, δικαιούμενοι δω­ρεάν με τη χάρη αυτού». Όλοι λοιπόν ήμασταν έτσι λεπρωμένοι, αφού όμως κατέβηκε ο Κύριος από τους ουρανούς και έλαβε τη φύση μας, την ελευθέρωσε από την καταδίκη για την αμαρ­τία. Αλλά οι Ιουδαίοι βέβαια φάνηκαν αγνώμονες απέναντι σ’ αυτήν την ευεργεσία, όσοι όμως από τους Εθνικούς επέστρεψαν από τον μάταιο δρόμο τους και από τα προηγούμενα πονηρά ήθη τους και πρόσφεραν δόξα στον Θεό, όχι ομολογώντας απλώς τη σωτηρία και ανακηρύσσοντας το μέγα έλεος εκείνου που από το απέραντο πέλαγος φιλανθρωπίας κένωσε τον εαυτό του μέχρι σε μας, αλλά και πείθονται στις εντολές του και ζουν σύμφωνα με αυτές και με τη διαγωγή αυτή βαδίζουν προς ειρή­νη, δηλαδή ειρηνεύουν προς τους εαυτούς τους και μεταξύ τους και προς τον Θεό. Και ειρηνεύουν προς τον Θεό εκτελώντας τα ευάρεστα σ’ αυτόν, ζώντας με σωφροσύνη, λέγοντας την αλήθεια, και πράττοντας τα δίκαια, «επιδιδόμενοι σε προσευχές και δεήσεις», «υμνώντας και ψάλλοντας με τις καρδιές μας», και όχι μόνο με τα χείλη· προς τους εαυτούς μας ειρηνεύομε υποτάσ­σοντας τη σάρκα στο πνεύμα και ακολουθώντας τον σύμφωνα με τη συνείδηση τρόπο ζωής και έχοντας τον εσωτερικό μας κόσμο των λογισμών κινούμενον με κοσμιότητα και ευγένεια· μεταξύ μας τέλος ειρηνεύομε «ανεχόμενοι ο ένας τον άλλο και χαρίζο­ντας την κατηγορία που έχει κάποιος σε βάρος άλλου, όπως και ο Χριστός μας χάρισε, και δείχνοντας την μεταξύ μας ευσπλαγχνία με την αγάπη ο ένας προς τον άλλο, όπως και ο Χριστός από μόνη την προς εμάς αγάπη μας ελέησε και κατέβηκε μέχρι σε μας για χάρη μας.

Ας ειρηνεύομε και εμείς λοιπόν, αδελφοί, παρακαλώ, και ας δείχνομε αυτή την ειρήνη με έργα και τρόπους ενάρετους και αγαπητούς στον Θεό· γιατί εξ αιτίας αυτής της ειρήνης και εμείς ήρθαμε σε σας, στην Εκκλησία του Χριστού, έχοντας ορισθεί από αυτόν διάκονοι της κληρονομιάς και χάριτός του, και πάνω από όλα ευαγγελιζόμαστε σ’ εσάς την ειρήνη σύμφωνα με την προς εμάς παραγγελία του Σωτήρα μας μέσω των Αποστόλων, και με αυτήν συνάγομε τα σκορπισμένα μέλη προς τον εαυτό τους και την από το μίσος προκαλούμενη ασθένεια και καχεξία την βγάζομε έξω από τις ψυχές μας.

Είμαστε λοιπόν μαζί σας με τη χάρη του Χριστού και είμα­στε πρεσβευτές του Χριστού, αφού αυτός παρακαλεί με ενδιάμε­σους εμάς, «συμφιλιωθείτε με τον Θεό», γνωρίσατε την μεταξύ σας συγγένεια που ενυπάρχει σε σάς, όχι μόνο ως προς την ψυ­χή, αλλά και ως προς το σώμα, γιατί έτσι θα γίνετε και της ειρή­νης, δηλαδή του Θεού, υιοί και κληρονόμοι. Γιατί αυτός είναι η ειρήνη μας, που έκαμε τα δυο ένα και διέλυσε τον μεσότοιχο φράκτη και κατέλυσε με τον σταυρό την έχθρα και φύτευσε την ειρήνη μέσα στις ψυχές μας. Γιατί ολόκληρο το έργο της παρουσίας του είναι η ειρήνη, και γι’ αυτήν έκλινε τους ουρανούς και κατέβηκε στη γη. Γι’ αυτό και ο Δαβίδ προείπε γι’ αυτόν, «στις ημέρες του θ’ ανατείλει δικαιοσύνη και πλήθος ειρήνης», και σε άλλον ψαλμό λέγει πάλι γι’ αυτόν, «θα λαλήσει ειρήνη προς τον λαό του και προς αυτούς που επιστρέφουν την καρδιά τους σ’ αυτόν». Δείχνει όμως και ο ύμνος που ψάλθηκε κατά τη γέννησή του από τους αγγέλους, ότι ήρθε σ’ εμάς φέροντάς μας από τον ουρανό την ειρήνη, λέγοντας, «δόξα στον Θεό στα ουρά­νια και πάνω στη γη ειρήνη». Και αυτός ο ίδιος, όταν ολοκλή­ρωνε ήδη την σωτηριώδη οικονομία, αντί κληρονομιάς, την ειρή­νη άφησε στους μαθητές του, λέγοντας προς αυτούς· «σας δίνω την ειρήνη μου, σας αφήνω την ειρήνη μου». Και πάλι· «να ειρη­νεύετε μεταξύ σας και με όλους»· και επίσης· «από αυτό θα γνω­ρίσουν όλοι ότι είσθε μαθητές μου, αν έχετε αγάπη μεταξύ σας». Και η τελευταία προσευχή που έκανε για μας όταν ανέβαινε προς τον Πατέρα του στηρίζει την αναμεταξύ μας αγάπη· γιατί λέγει· «βοήθησέ τους, Πατέρα, ώστε όλοι να είναι ένα».

Να μη εκπέσομε λοιπόν από την πατρική προσευχή, ούτε να απορρίψομε την κληρονομιά του ουράνιου Πατέρα, ούτε τη σφραγίδα και το σημάδι της προς αυτόν οικειότητας να πετάξομε, για να μη χάσομε και την υιοθεσία και την ευλογία και την προς αυτόν μαθητεία και εκπέσομε από την επηγγελμένη ζωή και αποκλεισθούμε από τον πνευματικό νυμφώνα του ειρηνάρχη Πατέρα, ο οποίος, για να μη πάθομε αυτό, απέστειλε μέσω των αγίων μαθητών και Αποστόλων του την ειρήνη σ’ όλον τον κό­σμο. Γι’ αυτό και αυτοί και στις ομιλίες τους και στα συγγράμματά τους αυτήν προβάλλουν στους προλόγους τους πριν από όλους τους λόγους, «χάρη σε σας και ειρήνη από τον Θεό». Αυ­τήν και εμείς ως υπηρέτες της διακονίας εκείνων και τώρα ευαγ­γελιζόμαστε και μαζί με τον Παύλο λέμε σ’ εσάς, «να επιδιώκετε ειρήνη με όλους και τον αγιασμό, χωρίς την οποία κανένας δεν θα δει τον Κύριο». Από μας όμως κανένας να μη αποτύχει στη θέα του Κυρίου, ούτε να εκπέσει από τη θεία δόξα την εκπεμπόμενη από εκεί, αλλά, αφού όλοι συμφιλιωθούμε και συναχθούμε σ’ ένα με την μεταξύ μας κατά Θεόν ειρήνη και αγάπη και ομό­νοια, να έχομε στο μέσο μας σύμφωνα με τη γλυκειά παραγγελία του τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, που εξομαλύνει τις δυσκολίες του παρόντος βίου, και στον κατάλληλο καιρό χαρίζει την αιώ­νια ζωή και δόξα και βασιλεία.

Αυτήν είθε να επιτύχομε όλοι εμείς με τη χάρη και φιλαν­θρωπία του ειρηνάρχη και ειρηνόδωρου Θεού και Πατέρα μας και Κυρίου Ιησού Χριστού, στον οποίο πρέπει δόξα, δύναμη, τιμή και προσκύνηση μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το ζωοποιό Πνεύμα τώρα και πάντοτε και στους αιώνες αιώ­νων. Γένοιτο.

 

(Γρηγορίου Παλαμά έργα, τόμος 11, Πατερικαί εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»)