Σάββατο, 28 Μαρτίου 2020


" Συγκέντρωσε, παιδί μου, τας ψυχικάς δυνάμεις, όταν πονάς και προσπάθησε να εννοήσης τον σκοπόν του πόνου, που, δι' αυτού ο Θεός σου ανοίγει τον ουρανόν...
Λοιπόν, αναπαύου εμπιστευτικά εις τον ουράνιον Πατέρα μας. 
Μην αποκάμης. 
Μαζί με τον Χριστόν μας θα τα περάσης όλα, καθώς θα γίνης και κληρονόμος Του, εις την άπειρον περιουσίαν του κοινού Πατρός ημών Θεού. Αμήν."

~ Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας ~

Λόγος εις την Δʼ Κυριακή των Νηστειών (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)


(Ευαγγέλιο: Μαρκ. θ’ 17-32)
Από την αρχή τής δημιουργίας τού κόσμου και του χρόνου, όλοι οι λαοί τής γης πιστεύουν πως ο πνευματικός κόσμος υπάρχει και πως τα αό­ρατα πνεύματα είναι αληθινά. Πολλοί άνθρωποι όμως έχουν πλανηθεί σ’ αυτό το σημείο. Υποστηρίζουν πως τα πονηρά πνεύματα έχουν μεγαλύτερη δύναμη από τα αγαθά. Με την πάροδο του χρόνου μάλιστα προχώρη­σαν στη θεοποίηση των πονηρών πνευμάτων, τους έφτια­ξαν ναούς, πρόσφεραν θυσίες και προσευχές και πρόστρεχαν σ’ αυτά για όλα τα θέματα. Όσο περνούσε ο και­ρός πολλοί ήταν εκείνοι που εγκατέλειψαν τελείως την πίστη στα αγαθά πνεύματα και κράτησαν την πίστη τους μόνο στα πονηρά, ή στους κακούς «θεούς», όπως τους αποκαλούσαν. Έτσι αυτός ο κόσμος άρχισε να μοιάζει μ’ ένα στίβο, όπου άνθρωποι και πονηρά πνεύματα ανταγωνίζονταν μεταξύ τους. Τα πονηρά πνεύματα βασά­νιζαν όλο και περισσότερο τους ανθρώπους και τους τύ­φλωναν, με αποκλειστικό στόχο να σβήσουν από το νου τους κάθε ιδέα για τον καλό Θεό και για τη μεγάλη και θεόσδοτη δύναμη των αγαθών πνευμάτων. Στις μέρες μας όλοι οι άνθρωποι πιστεύουν στην ύπαρ­ξη των πνευμάτων. Κι η πίστη αυτή κατ’ αρχάς είναι σωστή. Εκείνοι που αρνούνται τον πνευματικό κόσμο, το κάνουν επειδή κοιτάζουν μόνο με τα σωματικά τους μάτια κι έτσι δεν μπορούν να τον δουν. Ο κόσμος αυτός όμως δε θα ήταν πνευματικός, αν ήταν ορατός στη σω­ματική όραση. Κάθε άνθρωπος επομένως, που ο νους του δεν έχει τυφλωθεί κι η καρδιά του δεν έχει γίνει αναίσθητη από την αμαρτία, μπορεί κάθε μέρα και κά­θε ώρα να νιώθει με όλη του την ύπαρξη πως στον κό­σμο αυτόν δεν είμαστε μόνοι, με αποκλειστική συντρο­φιά την άψυχη φύση, τους βράχους, τα φυτά, τα ζώα κι άλλα πλάσματα, στοιχεία και φαινόμενα. Οι ψυχές μας βρίσκονται σε συνεχή επαφή με τον αόρατο κόσμο, με αόρατες υπάρξεις. Και κάνουν μεγάλο λάθος όσοι κα­ταργούν τα αγαθά πνεύματα και θεοποιούν τα πονηρά και τα προσκυνούν.
Όταν ο Κύριος Ιησούς εμφανίστηκε στον κόσμο, ουσιαστικά όλοι οι λαοί πίστευαν στη δύναμη και την υπεροχή του κακού έναντι του καλού. Οι πονηρές δυ­νάμεις επικρατούσαν στον κόσμο, γι’ αυτό κι ο Χριστός ο ίδιος αποκάλεσε τον αρχηγό τους άρχοντα του κόσμου τούτου. Ακόμα κι οι ηγέτες των Ιουδαίων απέδιδαν όλα τα θαύματα του Χριστού στους δαίμονες και στη δύναμή τους.
Ο Κύριος Ιησούς ήρθε στον κόσμο για να σπάσει, να ξεριζώσει την αδύναμη πίστη των ανθρώπων στον πονηρό και να σπείρει την πίστη τού αγαθού στις ψυχές τους. Να στηρίξει την πίστη στην παντοδύναμη ισχύ τού αγαθού, στην ακατανίκητη και παντοτεινή φύση του. Ο Χριστός δεν κατάργησε, αλλ’ επιβεβαίωσε την αρχαία και παγκόσμια πίστη στα πνεύματα. Αποκάλυψε όμως τον πνευματικό κόσμο όπως πραγματικά είναι, όχι όπως τον πίστευαν οι άνθρωποι κάτω από την απατηλή δια­βολική επιρροή. Ο ένας, αγαθός, σοφός και παντοδύ­ναμος Θεός είναι ο Κύριος τόσο του πνευματικού όσο και του υλικού κόσμου, ορατού και αόρατου. Τα αγα­θά πνεύματα είναι οι άγγελοι και είναι δύσκολο να υπο­λογίσεις το πλήθος τους.
Τα αγαθά πνεύματα, οι άγγελοι, είναι ασύγκριτα πιο ισχυρά από τα πονηρά πνεύματα. Τα πονηρά πνεύ­ματα στην ουσία είναι εντελώς ανίσχυρα να κάνουν οτι­δήποτε, αν δεν τους το επιτρέψει ο παντεπόπτης Θεός. Αλλά και τα πονηρά πνεύματα είναι αμέτρητα. Σ’ έναν μόνο δαιμονισμένο στα Γάδαρα, που τον θεράπευσε ο Κύριος, κατοικούσε ολόκληρη λεγεώνα, δηλαδή μερι­κές χιλιάδες πονηρά πνεύματα. Τα πονηρά αυτά πνεύ­ματα απατούσαν τους ανθρώπους ή και λαούς ολόκλη­ρους εκείνη την εποχή, όπως σήμερα εξαπατούν πολ­λούς αμαρτωλούς και τους πείθουν πως είναι παντοδύ­ναμοι· πως είναι τάχα οι μόνοι θεοί, πως δεν υπάρχουν άλλοι θεοί εκτός απ’ αυτούς και πως αγαθά πνεύματα δεν υπάρχουν. Όπου όμως εμφανιζόταν ο Κύριος, εκείνοι έφευγαν έντρομοι. Αναγνώριζαν σ’ Εκείνον τόσο εξου­σία όσο και δικαίωμα κρίσης, πως μπορούσε να τους εκβάλει, να τους απομακρύνει απ’ αυτόν τον κόσμο και να τους καταδικάσει στην άβυσσο της κόλασης. Δημι­ουργούσαν αναταραχές σ’ αυτόν τον κόσμο με την άδεια και την ανοχή τού Θεού. Έπεφταν καταπάνω στο ανθρώπινο γένος σαν μύγες πάνω σε θνησιμαίο και λο­γάριαζαν τον κόσμο αυτόν σαν καταφύγιό τους, σαν φω­λιά τους και σαν τραπέζι για το φαγητό τους.
Ξαφνικά ο φορέας τού αγαθού, ο Κύριος Ιησούς Χρι­στός, εμφανίστηκε μπροστά τους. Εκείνοι, γεμάτοι φό­βο και τρόμο έκραξαν: «Ήλθες ώδε προ καιρού βασανίσαι ημάς;» (Ματθ. η’ 29). Κανένας δε φοβάται τόσο τα βάσανα όσο ο βασανιστής. Τα πονηρά πνεύματα βα­σάνιζαν την ανθρωπότητα για χιλιάδες χρόνια, έβρι­σκαν ικανοποίηση στα βάσανα αυτά. Όταν όμως είδαν το Χριστό άρχισαν να τρέμουν από φόβο μπροστά στο μεγαλύτερο βασανιστή τους κι ήταν έτοιμα να βγουν από τους ανθρώπους, να πάνε στους χοίρους ή σε οποιοδήποτε άλλο πλάσμα, έφτανε μόνο να μην οδηγηθούν εντελώς έξω από τον κόσμο αυτόν.
Ο Χριστός δε σκεφτόταν να τους εκβάλει αμέσως απ’ αυτόν τον κόσμο. Ο κόσμος αυτός είναι ένας χώρος με ανάμικτες δυνάμεις. Ο κόσμος αυτός είναι πεδίο μά­χης, όπου οι άνθρωποι, είτε το θέλουν είτε όχι, έχουν να διαλέξουν συνειδητά αν θ’ ακολουθήσουν το Νικητή Χριστό ή θα προσκολληθούν στους ακάθαρτους δαίμο­νες. Ο Χριστός ήρθε επειδή αγαπά το ανθρώπινο γένος, ήρθε για να δείξει τη δύναμη του καλού πάνω στο κα­κό, να βεβαιώσει την πίστη των ανθρώπων στο καλό, μό­νο στο καλό.
***
Το σημερινό ευαγγέλιο μας περιγράφει ένα παρά­δειγμα από αμέτρητα άλλα. Μας λέει πώς ο Κύ­ριος, με την αγάπη Του για τον άνθρωπο, αποκάλυψε για μια ακόμα φορά τη δύναμη του καλού πά­νω στο κακό, πώς προσπάθησε να εμπεδώσει την πίστη στο καλό ως παντοδύναμη και νικηφόρα.
«Και αποκριθείς εις εκ του όχλου είπε΄ διδάσκαλε, ήνεγκα τον υιόν μου πρός σε, έχοντα πνεύμα άλαλον. Και όπου αν αυτόν καταλάβη, ρήσει αυτόν και αφρί­ζει… και πολλάκις αυτόν και εις πυρ έβαλε και εις ύδατα, ίνα απολέση αυτόν» (βλ. Μάρκ. θ’ 17-29 και Λουκ. θ’ 37-42). Το γεγονός αυτό κατέγραψαν κι οι δύο ευαγ­γελιστές. Ο καθένας τους προσθέτει κάποιες λεπτομέ­ρειες για την αρρώστια τού παιδιού. Ήταν ο μονογενής υιός τού πατέρα του και κατεχόταν από πνεύμα άλα­λον. Όταν το πονηρό πνεύμα έμπαινε μέσα του, το συ­γκλόνιζε το παιδί, το τάραζε, το έκανε να βγάζει αφρούς από το στόμα του, να τρίζει τα δόντια του και στο τέλος να μένει ξερό και αναίσθητο.
Τα βέλη τού πονηρού την ίδια στιγμή στόχευαν προς τρεις κατευθύνσεις: στον άνθρωπο, στη δημιουργία του Θεού και στον ίδιο το Θεό. Το παιδί σεληνιαζόταν. Πώς μπορεί να ευθύνεται το φεγγάρι για την αρρώστια τού ανθρώπου; Αν η σελήνη παράγει τρέλα και αλαλία σ’ έναν άνθρωπο, γιατί δεν το κάνει σε όλους; Το κακό δε βρίσκεται στη σελήνη αλλά στον πονηρό, το πανούργο πνεύμα που απατά τον άνθρωπο, ενώ το ίδιο κρύβεται. Ενοχοποιεί το φεγγάρι, κάτι που ο άνθρωπος δεν πρέ­πει να κάνει. Οδηγεί τον άνθρωπο μ’ αυτόν τον τρόπο να σκεφτεί πως όλα τα δημιουργήματα του Θεού είναι κακά, πως το κακό έρχεται στον άνθρωπο από τη φύση κι όχι από τα πονηρά πνεύματα που έπεσαν κι απομακρύνθηκαν από το Θεό. Τα θύματά τους επηρεάζονται στις αλλαγές φάσης τής σελήνης, ώστε να σκεφτούν οι άνθρωποι: «Δείτε, το κακό αυτό προέρχεται από τη σε­λήνη». Κι αφού τη σελήνη τη δημιούργησε ο Θεός, ακο­λουθεί το συμπέρασμα πως το κακό προέρχεται από το Θεό. Έτσι πλανιούνται οι άνθρωποι απ’ αυτά τα άγρια και πανούργα θηρία.
Στην πραγματικότητα, όλα όσα έφτιαξε ο Θεός είναι καλά λίαν. Ολόκληρη η δημιουργία τού Θεού βρίσκε­ται στην υπηρεσία τού ανθρώπου, πλάστηκε για να υπη­ρετεί τον άνθρωπο, όχι να τον καταστρέφει. Και αν ακόμα υπάρχει κάτι που ίσως εμποδίζει τη φυσική ικανο­ποίηση τού ανθρώπου, ακόμα κι αυτό υπηρετεί την ψυ­χή του, την χαροποιεί, την πλουτίζει. «Σοί εισιν οι ουρα­νοί και σή εστιν η γη· την οικουμένην και το πλήρωμα αυτής συ εθεμελίωσας» (Ψαλμ. πη’ 12). «Πάντα γαρ ταύτα εποίησεν η χειρ μου… λέγει Κύριος» (Ησ. ξστ’ 2). Αφού λοιπόν όλα προέρχονται από το Θεό, θα είναι και καλά. Η βρύση θα βγάλει μόνο αυτό που περιέχει, όχι κάτι που δεν έχει. Στο Θεό δεν υπάρχει κακό. Πώς μπορεί λοιπόν να προέλθει κακό απ’ Αυτόν, από την πηγή τού αγαθού; Κάποιοι αδαείς άνθρωποι ονομάζουν κά­θε κακό, πόνο. Στην πραγματικότητα όμως κάθε πόνος δεν είναι κακόςΥπάρχει πόνος που είναι έργο τού πονηρού κι υπάρχει κι άλλος πόνος που θεραπεύει από τον πονηρό. Κακό είναι μόνο το πονηρό πνεύμα που ενερ­γεί μέσα από έναν τρελό ή αλλόφρονα άνθρωπο.
Ο πόνος κι η δυστυχία που ξέσπασε πάνω σε πολ­λούς βασιλιάδες τού Ισραήλ, επειδή έπραξαν πονηρά ενώπιον του Κυρίου, ήταν έργο και συνέπεια της αμαρ­τίας τους. Ο πόνος κι η δυστυχία όμως, που ο Κύριος επιτρέπει να επισκεφτούν τον δίκαιο, δεν είναι έργο τού πονηρού αλλά φάρμακο, που αφορά τόσο τον ίδιο το δί­καιο, όσο και τούς οικιακούς του. Εκείνοι καταλαβαί­νουν πως τον πόνο τούς τον έστειλε ο Θεός για το καλό τους. Ο πόνος που προέρχεται από επίθεση του πονη­ρού στον άνθρωπο ή είναι συνέπεια της αμαρτίας, είναι κακός. Ο πόνος όμως που ο Θεός επιτρέπει να επισκεφτεί τους ανθρώπους, για να τους καθαρίσει εντελώς από την αμαρτία, τους αποσπά από την εξουσία τού πο­νηρού και τους φέρνει κοντά στο Χριστό. Αυτός ο καθαρ­τήριος πόνος δεν είναι του πονηρού, ούτε και από μόνος του είναι κακός, αλλά προέρχεται από το Θεό κι αποβλέπει στο καλό των ανθρώπων. «Αγαθόν μοι ότι εταπείνωσάς με, όπως αν μάθω τα δικαιώματά σου» (Ψαλμ. ριη’ 71), λέει ο διορατικός βασιλιάς Δαβίδ.
Ο διάβολος είναι πονηρός, δρόμος του είναι η αμαρ­τία. Έξω από τον πονηρό και την αμαρτία δεν υπάρχει άλλο κακόΓια τα βάσανα και τους πόνους του νέου του ευαγγελίου, υπόλογο είναι μόνο το πονηρό πνεύμα, όχι η σελήνη. Αν ο Θεός με την απερινόητη αγάπη Του για τον άνθρωπο δεν περιόριζε τα πονηρά πνεύματα και δεν προστάτευε τα πλάσματά Του απ’ αυτά, είτε άμε­σα είτε έμμεσα με τους αγγέλους Του, τα πονηρά πνεύ­ματα θα είχαν συντρίψει ολόκληρο το ανθρώπινο γένος «εν ριπή οφθαλμού» ψυχικά και σωματικά, όπως συ­ντρίβουν οι ακρίδες τούς καρπούς στους αγρούς.
«Και είπον τοις μαθηταίς σου ίνα αυτό εκβάλωσι, και ουκ ίσχυσαν», είπε ο πατέρας τού άρρωστου παιδιού στον Κύριο. Παρακάλεσα τους μαθητές σου να διώξουν το πονηρό αυτό πνεύμα, μα εκείνοι δεν μπόρεσαν.
Τρεις από τους μαθητές τού Κυρίου έλειπαν από το περιστατικό: ο Πέτρος, ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης, που βρίσκονταν μαζί Του στο όρος Θαβώρ, όταν μεταμορ­φώθηκε μπροστά τους. Έπειτα κατέβηκαν μαζί Του πάλι, για να βρουν κάτω ένα πλήθος συγκεντρωμένο γύρω από τους υπόλοιπους αποστόλους, καθώς και τον άρρωστο νέο. Ο δυστυχισμένος πατέρας, αφού δε βρήκε το Χριστό, έφερε το γιο του στους μαθητές Του. Εκείνοι όμως δεν μπόρεσαν, δεν είχαν τη δύναμη να τον βοηθή­σουν. Πρώτα για τη δική τους ολιγοπιστία, δεύτερο για την ολιγοπιστία τού πατέρα και τρίτο για την καθολι­κή απιστία των γραμματέων που ήταν παρόντες. Αναφέρεται πως γύρω από τους μαθητές είχαν μαζευτεί και «γραμματείς συζητούντες αυτοίς» (Μάρκ. Θ’ 16). Η αδύναμη πίστη τού πατέρα φαίνεται από τα λόγια που είπε στο Χριστό. Δε μίλησε όπως ο λεπρός, που είπε: «Κύριε, εάν θέλης, δύνασαί με καθαρίσαι» (Ματθ. η’ 2). Εκεί μίλησε ένας άνθρωπος με δυνατή πίστη. Ούτε και σαν τον Ιάειρο μίλησε, όταν κάλεσε το Χριστό ν’ αναστήσει την κόρη του: «Ελθών επίθες την χείρά σου επ’ αυτήν και ζήσεται» (Ματθ. Θ’ 18). Κι εδώ αυτός που μιλάει είναι άνθρωπος με δυνατή πίστη. Πολύ λιγότερο μίλησε σαν τον εκατόνταρχο της Καπερναούμ, που ήταν άρρωστος ο δούλος του: «Κύριε… μόνον είπε λόγω, και ιαθήσεται ο παις μου» (Ματθ. η’ 8). Εδώ μίλησε η πολύ μεγάλη πίστη. Εκείνη όμως που είχε τη μεγα­λύτερη πίστη απ’ όλους δεν είπε τίποτα. Πλησίασε απλά το Χριστό και άγγιξε το κράσπεδο του ιματίου Του. Κι αυτή ήταν η αιμορροούσα.
Ο πατέρας τού άρρωστου νέου δεν ενεργεί ούτε μι­λάει σαν αυτούς, αλλά λέει στο Χριστό: «Αλλ’ ει τι δύνασαι, βοήθησον ημίν». Αν μπορείς να κάνεις κάτι, βοήθησέ μας.
Ταλαίπωρος άνθρωπος! Πρέπει να γνώριζε λίγα, πο­λύ λίγα για τη δύναμη του Χριστού και γι’ αυτό μίλη­σε έτσι σ’ Εκείνον που μπορεί να κάνει τα πάντα. Η αδύ­ναμη πίστη του εξασθένησε ακόμα περισσότερο τη δύ­ναμη των αποστόλων. Σ’ αυτό συνέβαλαν κι οι κακόβουλες συκοφαντίες τών γραμματέων εναντίον του Χριστού και των αποστόλων Του. Αλλ’ εί τι δύνασαι, βοήθησον ημίν. Αυτό φανερώνει μια μικρή σπίθα πίστης, πολύ πολύ μικρή, έτοιμη να σβήσει.
«Ο δε αποκριθείς αυτώ λέγει· ω, γενεά άπιστος, έως πότε προς υμάς έσομαι; έως πότε ανέξομαι υμών;». Ο Κύριος έστρεψε την επίπληξη αυτή προς όλους γενικά. Προς όλους τους άπιστους ή ολιγόπιστους του Ισραήλ, καθώς και σ’ όλους τους παρισταμένους, όπως ο αδύναμος πατέρας, οι μαθητές του κι ιδιαίτερα οι γραμμα­τείς. Ω, γενεά άπιστος! Αυτό σημαίνει: Ω γενεά που υποτάχτηκε στον πονηρό, στο διάβολο, που πιστεύει σταθερά στη δύναμη του πονηρού, που υπηρετεί με δουλοπρέπεια τον πονηρό και αντιστέκεται στο αγαθό, που απαρνιέται τον ίδιο το Θεό. Γενεά που είναι ολιγόπιστη ή και εντελώς άπιστη στο καλό, που δραπετεύει επανα­στατικά από το αγαθό!
Εδώ ο Κύριος πρόσθεσε στη γενεά και τη λέξη διε­στραμμένη. Ήθελε έτσι να δείξει από που προέρχεται η απιστία, πως αιτία της δηλαδή είναι η διαφθορά ή, ακόμα πιο καθαρά, η αμαρτίαΑιτία είναι η διαφθορά. Η αμαρτία είναι συνέπεια. Η απιστία είναι ένωση με το διάβολο· η αμαρτία – η διαφθορά – είναι ο δρόμος που οδηγεί στην ένωση αυτή.
Διαφθορά είναι η κατάσταση της απομάκρυνσης από το Θεό· απιστία είναι το σκοτάδι, η αδυναμία κι η φρί­κη όπου βυθίζεται ο άνθρωπος όταν απομακρύνεται από το Θεό. Δέστε με πόση προσοχή διατυπώνει τις παρατηρήσεις Του ο Κύριος. Δεν αναφέρει κανέναν ονομα­στικά, μιλάει γενικά. Δεν ενδιαφέρεται να κρίνει τους ανθρώπους, αλλά να τους ξυπνήσειΟύτε και να προ­σβάλλει ή να ταπεινώσει προσωπικά κάποιον θέλει. Επιθυμεί μόνο να διεγείρει τις συνειδήσεις τους, να τούς βοηθήσει να ξεπεράσουν τον εαυτό τους.
Τι μεγάλο δίδαγμα είναι αυτό για την εποχή μας, για τη γενιά μας, που είναι τόσο πρόθυμη να μιλάει και να προσβάλει! Αν μπορούσαν οι άνθρωποι σήμερα να περιορίζουν και να μετρούν τη χρήση τής γλώσσας τους, αν μπορούσαν να σταματήσουν να προσβάλλουν ο ένας τον άλλον, θα εξαφανιζόταν το μισό κακό από τη γη. Τα μισά κακά πνεύματα θ’ αποβάλλονταν, δε θα κυ­κλοφορούσαν ανάμεσα στους ανθρώπους. Προσέξτε με πόση σοφία μιλάει ο μεγάλος απόστολος Ιάκωβος, που διδάχτηκε από το παράδειγμα του Διδασκάλου Του: «Πολλά γαρ πταίομεν άπαντες. Εί τις εν λόγω ου πταίει, ούτος τέλειος ανήρ, δυνατός χαλιναγωγήσαι και όλον το σώμα. ίδε των ίππων τούς χαλινούς εις τα στόματα βάλλομεν προς το πείθεσθαι αυτούς ημίν, και όλον το σώμα αυτών μετάγομεν» (Ιάκ. γ’ 2-3).
Τί σημαίνουν τα λόγια τού Χριστού, έως πότε προς υμάς έσομαι; έως πότε ανέξομαι υμών; Φανταστείτε έναν ευγενή και φωτισμένο άνθρωπο, να τον βάλουν να ζήσει μαζί με πρωτόγονους και άξεστους ανθρώπους. Ή φανταστείτε ένα βασιλιά ν’ αφήνει το θρόνο του και να κατεβαίνει σ’ ένα χώρο όπου κυκλοφορούν βρώμι­κοι αγύρτες. Και σκοπός του δεν είναι μόνο να ζήσει μα­ζί τους και να τους μάθει πώς να ζούνε, αλλά και να τους διδάξει πώς να σκέφτονται, να νιώθουν και να λειτουργούν ως βασιλιάδες, ευγενείς και μεγαλόκαρδοι. Όποι­ος και νά ’ταν ο επίγειος αυτός βασιλιάς, μετά από τρεις μέρες δε θα έκραζε, έως πότε προς υμάς έσομαι; Θα είχε σταματήσει μέσα σε τρεις μέρες η αγυρτεία, η ανοησία, η βρωμιά κι η δυσωδία; Ο Κύριος Ιησούς όμως, ο βα­σιλιάς των βασιλέων, άφησε ν’ ακουστούν τα λόγια αυτά μετά από τριάντα τρία χρόνια που ζούσε ανάμεσα στους ανθρώπους. Κι η απόσταση που χώριζε τους συγχρό­νους Του από τον ίδιο ήταν πολύ μεγαλύτερη από εκείνην που χωρίζει τους επίγειους βασιλιάδες από τους αγύρτες. Προφανώς δεν μετρούσε το χρόνο σε μέρες και έτη, αλλά σε έργα και θαύματα που έκανε μπροστά σε χιλιάδες αυτόπτες μάρτυρες, τον μετρούσε με τη διδα­σκαλία Του που σκόρπισε και έσπειρε σε χιλιάδες ψυ­χές. Και μετά από τόσα έργα και θαύματα, διδαχές και γεγονότα, που θα μπορούσαν να γεμίσουν το χρόνο χιλίων ετώνδιαπιστώνει ξαφνικά πως οι μαθητές Του δεν μπορούσαν να θεραπεύσουν έναν επιληπτικό νεαρό και να εκβάλουν το πονηρό πνεύμα από έναν άνθρωπο. Κι όλ’ αυτά αφού τους είχε διδάξει με το λόγο και το πα­ράδειγμά Του πως εκβάλλεται ολόκληρη λεγεώνα. Κι ακούει κι έναν αμαρτωλό ολιγόπιστο να του λέει: αλλ’ εί τι δύνασαι, βοήθησαν ημίν.
Αφού ο Κύριος επιτίμησε τους παρευρισκόμενους για έλλειψη πίστης, έδωσε εντολή να φέρουν τον άρρω­στο νεαρό μπροστά Του. «Προσάγαγε τον υιόν σου ώδε».
Στη συνέχεια επιτίμησε το διάβολο κι αυτός αμέσως βγήκε από το παιδί, που θεραπεύτηκε την ίδια στιγμή. Αυτό το αναφέρει ο Ματθαίος. Οι άλλοι δυο ευαγγελιστές δίνουν περισσότερες πληροφορίες για όσα έγιναν πριν από τη θεραπεία του νεαρού. Έτσι έχουμε τρεις επιπλέον λεπτομέρειεςΠρώτη, ότι ο Χριστός ρώτησε τον πατέρα από πότε υποφέρει ο γιος του· δεύτερη, ότι έδωσε έμφαση στην πίστη, σαν προϋπόθεση της θερα­πείας· και τρίτη, ότι καθώς ο νεαρός πλησίασε το Χρι­στό, ο τρομοκρατημένος διάβολος βγήκε από μέσα του κι εξαφανίστηκε.
«Πόσος χρόνος εστίν ως τούτο γέγονεν αυτώ;» (Μάρκ. θ’ 21), ρώτησε ο Ιησούς τον πατέρα τού νεα­ρού. Δεν έκανε την ερώτηση αυτή για τον ίδιο, αλλά για εκείνους που ήταν κοντά Του. Ο ίδιος το γνώριζε κα­λά, ήξερε πως το παιδί ήταν άρρωστο από χρόνια. Κι ο πατέρας απάντησε: «Παιδιόθεν». Έπρεπε ν’ ακούσουν όλοι και να μάθουν το είδος τού τρομερού πόνου που προκαλείται από τα πονηρά πνεύματα και πόσο δυνατή είναι η προστασία που προσφέρει ο Θεός στον άνθρω­πο. Χωρίς την προστασία αυτή τα πονηρά πνεύματα θα είχαν από πολύ παλιά καταστρέψει κυριολεκτικά τόσο την ψυχή όσο και το σώμα τού νεαρού. Και τελικά έπρεπε να μάθουν όλοι πόσο μεγάλη δύναμη και πόση επι­βολή έχει ο Υιός τού Θεού στα πονηρά πνεύματα.
Αλλ’ εί τι δύνασαι, βοήθησον ημίν, σπλαγχνισθείς εφ’ ημάς, είπε ο πατέρας στο Χριστό. Εφ’ ημάς, είπε, δεν αναφέρθηκε μόνο στο παιδί. Ο πόνος τού παιδιού, είναι και του πατέρα πόνος, είναι και ολόκληρης της οικογένειας πόνος. Αν ο νεαρός θεραπευόταν, το βάρος θά ’φευγε από πολλές ανθρώπινες ψυχές. Κι ο Ιησούς τού είπε: «Το ει δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατά τω πιστεύοντι» (Μάρκ. θ’ 23).
Σύμφωνα με τον τρόπο που συνηθίζει να ενεργεί ο Θεός, ο Κύριος Ιησούς ήθελε εδώ να κάνει το μέγιστο δυνατό καλό με μια πράξη. Το ένα καλό ήταν ν’ αποκαταστήσει την υγεία τού παιδιού. Γιατί όχι και των άλλων; Γιατί να μην επιβεβαιώσει και την πίστη τού πατέρα του; Και γιατί να μην κάνει ταυτόχρονα κι ένα τρίτο καλό, να δείξει δηλαδή τη δύναμή Του με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο, ώστε να τον πιστέψουν οι άνθρω­ποι; Και γιατί να μην κάνει κι ένα τέταρτο καλό, να κα­ταγγείλει την απιστία και τη διαφθορά, καθώς και τη χαμερπή κλίση τών ανθρώπων προς το κακό, τα πονηρά πνεύματα και την αμαρτία; Και γιατί να μην κάνει κι ένα πέμπτο καλό, κι ένα έκτο, κι ένα έβδομο, κι όλα τα κα­λά που προκαλεί μια καλή πράξη; Γιατί μια καλή πρά­ξη φέρνει πάντα πολλές άλλες στη σειρά.
Ας δούμε όμως για μια ακόμα φορά με πόση σοφία και με τί τρόπο συνδυάζει ο Κύριος την αποφασιστικότητα με την ευγένεια. Όταν καταγγέλει με οξύτητα την απιστία, μιλάει γενικά και αυξάνει την πίστη όλων, μα δεν ταπεινώνει κανέναν προσωπικάΌταν όμως απευθύνεται προσωπικά σε κάποιον που τον ικετεύει, δε μι­λάει αυστηρά, αλλά με μεγάλη προσοχή και ευγένεια. Η ευγένεια κι η διακριτικότητα από την πλευρά τού Χριστού έφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ο πατέρας αναφώνησε με δάκρυα: «Πιστεύω, Κύριε! Βοήθει μοι τή απιστία» (Μάρκ. θ’ 24).
Δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο που να λιώνει τόσο εύκολα τον πάγο τής απιστίας, όσο τα δάκρυα. Τη στιγμή που ο άνθρωπος αυτός έκλαψε μπροστά στον Κύριο, είχε ήδη μετανιώσει για την προηγούμενη απιστία του. Μέ­σα του, ενώπιον του Θεού, η πίστη του αναδύθηκε ξαφ­νικά όπως προβάλει ένα ρυάκι από φουσκωμένο ποτά­μι. Κι υστέρα η πίστη του αυτή μεταμορφώθηκε σε φω­νή, σε λόγια, που έμειναν σαν δυναμικό μήνυμα σε όλες τις γενιές των ανθρώπων. «Πιστεύω, Κύριε! Βοήθει μοι τη απιστία!»
Τα λόγια αυτά σημαίνουν πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να φτάσει στην πίστη χωρίς τη βοήθεια του Θεού. Το μόνο που μπορεί να κάνει ο άνθρωπος, είναι ν’ αποχτήσει κάποια μικρή, ρηχή πίστη. Να πιστέψει δηλαδή στην ύπαρξη του καλού και του κακού ή, με λίγα λόγια, ν’ αμφισβητήσει το καλό και το κακό. Η απόσταση όμως από τη μερική αυτή πίστη στην αληθινή, είναι μεγάλη. Δεν μπορεί να την διανύσει κανείς αν δεν τον καθοδη­γεί το χέρι τού Θεού. Τα λόγια που είπε ο πατέρας, βοήθει μοι τη απιστία! είναι σα να λένε: «Κύριε, βοήθη­σέ με να Σε πιστέψω!.. Βοήθησέ με να μη πιστεύω στον πονηρό!.. Βοήθησέ με ν’ αποδεσμευτώ εντελώς από τον πονηρό και να ενωθώ μαζί Σου!»
«Έτι δε προσερχομένου αυτού έρρηξεν αυτόν το δαι­μόνιον και συνεσπάραξεν» (Λουκ. θ’ 42). Την ώρα που του έφεραν κοντά το νεαρό ο δαίμονας τον έριξε κάτω με ορμή και τον συγκλόνισε με σπασμούς. Αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που επέτρεψε ο Θεός να κάνει ο δαί­μονας, ώστε να δουν οι άνθρωποι και να φοβηθούν, να τρομοκρατηθούν γι’ αυτά που μπορεί να κάνει ο σατα­νάς στον άνθρωπο. Να πειστούν και ν’ αντιληφθούν πό­σο ανεπαρκής είναι η δύναμη του ανθρώπου, ακόμη κι η δύναμη των ικανότερων γιατρών του κόσμου, για να γλιτώσουν τη ζωή έστω κι ενός ανθρώπου από τέτοιο φό­βο και τρόμο. Κι αφού δουν τη δύναμη του διαβόλου και συνειδητοποιήσουν τη δική τους αδυναμία, οι άνθρω­ποι θ’ αναγνωρίσουν τη μεγαλοσύνη και τη θεία δύνα­μη του Κυρίου Ιησού. Ο ευαγγελιστής Μάρκος αναφέρει εδώ τα λόγια που είπε ο Χριστός στο πονηρό πνεύμα: «Το πνεύμα το άλαλον και κωφόν, εγώ σοι επι­τάσσω, έξελθε εξαυτού και μηκέτι εισέλθεις εις αυτόν» (θ’ 25). Σε διατάζω, λέει ο Κύριος. Αυτός είναι η πηγή τής δύναμης και της εξουσίας. Δεν έχει ανάγκη να τα δανειστεί αυτά από κάποιον άλλο. «Πάντα όσα έχει ο πατήρ εμά εστι» (Ιωάν. ιστ’ 15), είχε πει ο Χριστός σε άλλη περίπτωση. Κι όπως βλέπουμε, το εφαρμόζει αυτό στην πράξη. «Εγώ σου μιλάω. Σε διατάζω με τη δική Μου εξουσία, σε βγάζω με τη δική Μου δύναμη».
Πρέπει να καταλάβει καλά ο κόσμος πως ο Χριστός δεν είναι ένας από τους προφήτες που έκαναν κάποια θαυμαστά πράγματα με τη βοήθεια του Θεού. Ο Χρι­στός είναι ο Υιός τού Ζώντος Θεού, για τον Οποίο προφήτεψαν οι προφήτες και τον Οποίο ανέμενε ο κόσμος.
Θα πρέπει να λάβουμε υπόψη και το δεύτερο μέρος τής εντολής που έδωσε ο Χριστός στο διάβολο: και μηκέτι εισέλθεις εις αυτόν. Ο Κύριος τον διατάζει όχι μό­νο να φύγει από μέσα του, αλλά και να μην ξαναγυρίσει στο νεαρό που είχε υποφέρει τόσο πολύ. Αυτό ση­μαίνει πως ο άνθρωπος, ακόμα κι αφού καθαριστεί, μπορεί πάλι να δεχτεί μέσα του τον ακάθαρτο δαίμονα. Ο διάβολος που εκδιώχτηκε μέσα από τον άνθρωπο, μπορεί να ξαναγυρίσει. Αυτό γίνεται όταν ο αμαρτωλός που μετάνιωσε και συχωρέθηκε από το Θεό, επιστρέφει στην παλιά του αμαρτία. Τότε ο διάβολος ξαναμπαίνει μέ­σα του. Γι’ αυτό ο Κύριος τον διατάζει όχι μόνο να φύ­γει από το παιδί, αλλά και να μην ξαναγυρίσει κοντά του. Πρώτο, ώστε η θεϊκή δωρεά προς το παιδί να είναι πλήρης και τέλεια. Δεύτερο, για να βγάλουμε από τη δι­δασκαλία Του αυτή το συμπέρασμα και τη βεβαιότη­τα, πως από τη στιγμή που θα λάβουμε τη συχώρεση του Θεού, δεν πρέπει να ξαναγυρίσουμε στην παλιά μας αμαρτία, «ως κύων επιστρέψας επί το ίδιον εξέραμα», όπως ο σκύλος στο ξέρασμά του (Β’ Πέτρ. β’ 22). Για­τί έτσι θα εκτεθούμε πάλι στο θανατηφόρο κίνδυνο ν’ ανοίξουμε την πόρτα στο πονηρό πνεύμα, για να ξαναμπεί μέσα μας και να μας κυριεύσει.
Μετά απ’ αυτό το μέγιστο θαύμα τού Χριστού, «εξεπλήσσοντο πάντες επί τη μεγαλειότητι του Θεού» (Λουκ. θ’ 43). Η μεγαλειότητα του Θεού και η παντοδυναμία Του μακάρι νά ’μεναν διαρκείς κι ανεξάλειπτες στις ψυ­χές των ανθρώπων. Να μη διαλύονταν όπως οι φούσκες στο νερό. Ο Θεός όμως δε σπέρνει μάταια. Αν ο σπό­ρος που θα πέσει στο δρόμο, στην πέτρα ή ανάμεσα στ’ αγκάθια χαθεί, εκείνος που θα πέσει στην καλή γη δε χάνεται, αλλά θα φέρει καρπό εκατονταπλασίονα.
Όταν ο Χριστός έμεινε μόνος με τους μαθητές Του, εκείνοι τον ρώτησαν: «διατί ημείς ουκ ηδυνήθημεν εκβαλείν αυτό;» Κι ο Ιησούς τους απάντησε: «δια την απι­στίαν υμών. αμήν γαρ λέγω υμίν, εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω μετάβηθι εντεύθεν εκεί, και μεταβήσεται, και ουδέν αδυνατήσει υμίν» (Ματθ. ιζ’ 20). Η απιστία σας φταίει, τους είπε ο Κύ­ριος. Εάν είχατε πίστη, έστω ίσαμε τον μικρό κόκκο του συναπιού, θα μπορούσατε να πείτε στο βουνό αυτό, πήγαινε από εδώ εκεί κι αυτό θα πήγαινε. Τίποτα δε θα σας ήταν αδύνατο.
Η αιτία τής αδυναμίας τους επομένως ήταν η απι­στία. Όσο μεγαλύτερη είναι η πίστη, τόσο μεγαλύτε­ρη είναι κι η δύναμη. Λιγότερη η πίστη, λιγότερη κι η δύναμη. Νωρίτερα ο Κύριος είχε δώσει στους αποστόλους «εξουσίαν πνευμάτων ακαθάρτων ώστε εκβάλλειν αυτά και θεραπεύειν πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν» (Ματθ. ι’ 1). Κι εκείνοι είχαν κάνει καλή χρήση τής δύ­ναμης αυτής για κάποιο διάστημα. Στο μέτρο όμως που η πίστη τους αδυνάτισε, είτε από το φόβο των ανθρώπων είτε από υπερηφάνεια, εξασθένησε κι η δύναμη που τους είχε δοθεί.
Στον Αδάμ είχε δοθεί εξουσία πάνω σ’ όλα τα πλά­σματα. Με την παρακοή του όμως, με την απληστία και την υπερηφάνεια του, έκανε κακή χρήση κι έχασε την εξουσία του. Οι απόστολοι τώρα, από κάποιο σφάλμα τους, έχασαν τη δύναμη και την εξουσία που τους είχε δοθεί. Η απώλεια τής δύναμης αυτής μπορεί ν’ ανακτηθεί μόνο με πίστη, πίστη, περισσότερη πίστη. Γι’ αυτό ο Κύριος στην περίπτωση αυτή δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη δύναμη της πίστης. Η πίστη μπορεί να με­τακινήσει όρη. Τίποτα δεν αδυνατεί μπροστά στην πί­στη. Ο κόκκος τού σιναπιού είναι πολύ μικρός, η μυρω­διά του όμως μπορεί να καλύψει ολόκληρο πιάτο φαγη­τό. Γράφει ο Κύριλλος Ιεροσολύμων σε μια από τις κατηχήσεις του: «Όπως ο κόκκος τού συναπιού, που είναι μικρός στο μέγεθος αλλά δυνατός στην επίδρασή του, όταν τον σπέρνεις σ’ ένα μικρό χώρο βγάζει πολλά βλα­στάρια κι όταν μεγαλώνει μπορεί να στεγάσει ακόμα και πουλιά, έτσι κι όταν υπάρχει πίστη στην ψυχή, σύ­ντομα κάνει πράγματα μεγάλα. Γι’ αυτό πίστεψε στον Κύριο, για να λάβεις απ’ Αυτόν πίστη μεγάλη που ξε­περνάει την ανθρώπινη δύναμη». Αν έχεις πίστη, έστω όσο ο κόκκος του σιναπιού, τα βουνά θα υποχωρήσουν μπροστά σου και θα μετακινηθούν από το ένα μέρος σε άλλο.
Γιατί ο ίδιος ο Κύριος δεν μετακίνησε βουνά; Γιατί δεν του ήταν απαραίτητο. Έκανε μόνο τα θαύματα εκείνα που ήταν αναγκαία για την ωφέλεια των ανθρώπων και για τη σωτηρία τους. Είναι όμως μεγαλύτερο θαύμα η μετακίνηση των βουνών από τη μετατροπή τού νερού σε κρασί, από τον πολλαπλασιασμό των άρτων, από τη θεραπεία δαιμονισμένων κι όλων των λογιών ασθενειών, από το περπάτημα πάνω στο νερό ή το γα­λήνεμα της ανταριασμένης θάλασσας μ’ ένα Του λόγο ή μιά Του σκέψη; Δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση ν’ αποκλειστεί η περίπτωση πιστών του Χριστού, όταν ανταποκρίνονται σε ειδικές ανάγκες κι έχουν δυνατή πί­στη, να κάνουν και το θαύμα μετακίνησης κάποιου βουνού. Αλλ’ υπάρχουν μεγαλύτερα βουνά, πιο δύσβατα υψίπεδα και πιο δυσβάσταχτα βάρη και πιο εξαντλητική κούραση για την ψυχή τού ανθρώπου από τις γήινες μέριμνες, τις αλυσίδες και τα εγκόσμια δεσμά; Όποιος μπορεί ν’ αφαιρέσει το βάρος αυτό από την ψυχή τού ανθρώπου και να το ρίξει στη θάλασσα, αυτός έχει με­τακινήσει ουσιαστικά το μεγαλύτερο και βαρύτερο βου­νό τού κόσμου.
«Τούτο δε το γένος ουκ εκπορεύεται ει μη εν προ­σευχή και νηστεία» (Ματθ. ιζ’ 21). Το είδος αυτό των δαιμόνων δε διώχνεται με άλλον τρόπο, παρά μόνο με προσευχή και νηστεία.
Η νηστεία κι η προσευχή είναι οι δυο στύλοι τής πί­στης. Είναι οι δυο φωτιές που καίνε τα πονηρά πνεύμα­τα. Με τη νηστεία ηρεμούν και αδρανούν όλα τα σωμα­τικά πάθη και κυρίως η φιληδονίαΜε την προσευχή ηρεμούν και αδρανούν όλα τα πάθη τής ψυχής, της καρδιάς και του νου, όπως εκδίκηση, φθόνος, μίσος, κακία, υπερηφάνεια, φιλοδοξία, επιθυμία και τέλεση πονηρών πράξεων κ.ά. Με τη νηστεία καθαρίζονται τα δοχεία τού σώματος και της ψυχής από το δυσώδες περιεχό­μενό τους, από τα εγκόσμια πάθη και την κακία. Με την προσευχή προσελκύουμε στο άδειο και καθαρμένο δοχείο τής καρδιάς τη χάρη τού Αγίου Πνεύματος. Κι η πληρότητα της πίστης κατορθώνεται με την ενοίκηση του Αγίου Πνεύματος στον άνθρωπο.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει από αμνημόνευτα χρό­νια εφαρμόσει τη νηστεία σαν ένα δοκιμασμένο και αποτελεσματικό φάρμακο για όλα τα ψυχικά πάθη, σαν ένα δυνατό όπλο ενάντια στα πονηρά πνεύματαΌλοι εκείνοι που υποτιμούν ή απορρίπτουν τη νηστεία, στην ουσία υποτιμούν ή απορρίπτουν μια σαφή και καθοριστική οδηγία τού Κυρίου Ιησού στο σχέδιο της σωτηρίας τού ανθρώπουΗ προσευχή δυναμώνει και ενισχύεται με τη νηστεία. Η πίστη βεβαιώνεται και από τη μια και από την άλλη. Κι η πίστη μετακινεί βουνά, εκβάλλει δαίμο­νες και κάνει τα αδύνατα δυνατά.
Τα τελευταία λόγια τού Χριστού στο σημερινό ευαγ­γέλιο δε φαίνονται να σχετίζονται με το γεγονός που μας απασχολεί. Μετά το μεγάλο θαύμα τής θεραπείας τού δαιμονισμένου νέου παιδιού κι ενώ οι συγκεντρω­μένοι άνθρωποι θαύμαζαν τα γενόμενα, ξαφνικά ο Κύ­ριος άρχισε να μιλάει στους μαθητές Του για το πάθος Του.
«Μέλλει ο υιός τού ανθρώπου παραδίδοσθαι εις χείρας ανθρώπων και αποκτενούσιν αυτόν, και τη τρίτη ημέρα εγερθήσεται» (Ματθ. ιζ’ 22-23). Γιατί μετά το θαύμα αυτό, όπως κι υστέρα από κάποια άλλα θαύματα, ο Χριστός μιλάει στους μαθητές Του για το πάθος Του; Ώστε όταν έρθει ο προδιαγεγραμμένος καιρός να μη δειλιάσουν, να μη φοβηθεί η καρδιά τους. Τους το λέει αυτό μετά από τα μεγάλα θαύματά Του, μετά τις τιμές, τη δόξα και την ευχαρίστηση που τον περιμένουν και τον υποδέχονται οι άνθρωποι, για να χαραχτούν καλύτερα στο νου τους. Το λέει αυτό όμως και για να διδάξει, όχι μόνο τους αποστόλους αλλά κι εμάς, ώστε μετά από τέ­τοια μεγάλα και θαυμαστά έργα να μην περιμένουμε ανταμοιβή από τους ανθρώπους, αλλά να προετοιμα­στούμε να δεχτούμε τα χειρότερα και σκληρότερα χτυ­πήματα και τις ταπεινώσεις, ακόμα κι από εκείνους που ευεργετήσαμε πολύ.
Ο Κύριος δεν προείπε μόνο τα πάθη και το θάνατό Του, αλλά και την ανάστασή Του. Στο τέλος όλων αυτών ακολουθεί η Ανάσταση, η νίκη κι η αιώνια δόξα. Ο Κύριος προλέγει στους μαθητές Του κάτι που μοιάζει απίθανο, για να τονώσει την πίστη τους σε όσα πρόκει­ται να γίνουν. Να τους διδάξει, για να πιστέψουν όσα τους είπε. Πρέπει κάθε άνθρωπος νά ’χει πίστη ίσαμε τον κόκκο τού σιναπιού ή και λιγότερη, για να προετοιμαστεί, να περιμένει κάθε είδος πειρασμού και βασά­νων σ’ αυτόν τον κόσμο. Πρέπει να ξέρουν με σιγουριά όμως πως στο τέλος όλων αυτών περιμένει η Ανάστα­ση.
Όλη τη δόξα τού κόσμου κι όλους τους επαίνους των ανθρώπων πρέπει να τους λογαριάζουμε σαν ένα απόλυτο μηδέν. Μετά απ’ όλους τους θριάμβους που μπορεί να μας προσφέρει ο κόσμος, πρέπει να προετοιμαστούμε για πειρασμούς. Πρέπει να δεχτούμε όλα όσα μας στέλνει ο ουράνιος Πατέρας μας με ταπείνωση και υπομονή. Δεν πρέπει ν’ αφηγούμαστε και να κοκορευ­όμαστε με όσα έχουμε κάνει για τους ανθρώπους, για την πόλη ή για το χωριό μας, για το έθνος ή για την πατρί­δα μας. Δεν πρέπει να επαναστατούμε όταν οι πειρα­σμοί μας πιέζουν. Αν κάναμε κάτι για κάποιους από τους γνωστούς μας, αυτό έγινε με τη βοήθεια του Θεού. Έτσι είναι. Κάθε καλό έργο γίνεται από το Θεό με όργανο εμάς. Ο Θεός επομένως είναι απόλυτα δίκαι­ος όταν μας στέλνει πειρασμούς μετά από εγκόσμια δό­ξα, ταπείνωση μετά από επαίνους, φτώχεια μετά από πλούτη, περιφρόνηση μετά από τιμές, αρρώστια μετά από υγεία, απομόνωση και μοναξιά μετά την απόλαυση πλήθους φίλων. Ο Θεός γνωρίζει γιατί μας τα στέλ­νει αυτά. Γνωρίζει πως όλα αποβλέπουν στο καλό μας. Πρώτο, για να μάθουμε να επιζητούμε τα αιώνια και άφθαρτα αγαθά, να μην οδεύουμε προς τον τάφο με συ­νοδεία την ψεύτικη και παροδική λαμπρότητα αυτού του κόσμου. Και δεύτερο ότι δεν πρέπει ν’ αποβλέπουμε σε ανταπόδοση για τα καλά μας έργα από τους ανθρώ­πους και τον κόσμο σ’ αυτήν τη ζωή, γιατί τότε δε θά ’χουμε τίποτα να ζητήσουμε ή να λάβουμε στη μέλλουσα. Εύχομαι να μην ακούσουμε στη θύρα τής ουράνιας βασιλείας: «Πορεύεσθε απ’ εμού· το μισθό σας τον λά­βατε».
Εύχομαι αυτό να μη μας συμβεί. Για να μη χαθούμε ποτέ μαζί με την αναπόφευκτη καταστροφή αυτού του κόσμου, από τον οποίο λάβαμε δόξα, εγκώμια και τι­μές, ο Κύριος Ιησούς Χριστός μας διδάσκει πως, μετά από τη μεγαλύτερη δόξα, τα εγκώμια και τις τιμές που μπορεί να μας δώσει ο κόσμος, πρέπει να προετοιμα­στούμε ν’ αναλάβουμε το σταυρό Του. Σ’ Εκείνον πρέ­πει η αιώνια δόξα κι η τιμή, μαζί με τον Πατέρα και το Αγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώ­ρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Πηγή: «Καιρός Μετανοίας» Ομιλίες Β’, Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Επιμέλεια – Μετάφραση – Κεντρική διάθεση: Πέτρος Μπότσης)

Τα παιδιά μας έγιναν ανίκανα για την πίστη εξ αιτίας των γονέων

 

-Πώς ή γιατί συμβαίνουν όλα αυτά;
[…]Επειδή οι γυναίκες της εποχής μας έχασαν την υψηλή αυτή συνείδηση, άρχισαν να γεννούν προπαντός κατά σάρκα. Τα παιδιά μας έγιναν ανίκανα για την πίστη. Συχνά αδυνατούν να πιστέψουν ότι είναι εικόνα του Αιωνίου Θεού. Η μεγαλύτερη αμαρτία στις ημέρες μας έγκειται στο ότι οι άνθρωποι βυθίστηκαν στην απόγνωση και δεν πιστεύουν πια στην Ανάσταση. Ο θάνατος του ανθρώπου εκλαμβάνεται από αυτούς ως τελειωτικός θάνατος, ως εκμηδένιση, ενώ πρέπει να θεωρείται ως στιγμή αλλαγής της μορφής της υπάρξεώς μας ως ημέρα γεννήσεώς μας στην ανώτερη ζωή, σε ολόκληρο πλέον το πλήρωμα της ζωής που ανήκει στο Θεό. Αλήθεια, το Ευαγγέλιο λέει: «Ο πιστεύων εις τον Υιόν έχει ζωήν αιώνιον ο δε απειθών τω Υιώ ουκ όψεται ζωήν» (Ιωάν. 3, 36). «Αμήν, αμήν λέγω υμίν ότι… ο πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ιωάν. 5, 24). «Αμήν, αμήν λέγω υμίν, εάν τις τον λόγον τον εμόν τηρήση, θάνατον ου μη θεωρήση εις τον αιώνα» (Ιωάν. 8, 51). Παρόμοιες λοιπόν εκφράσεις μπορούμε να αναφέρουμε πολλές. Συχνά ακούω από τους ανθρώπους: Πώς ή γιατί συμβαίνουν όλα αυτά;
Γιατί η πλειονότητα των ανθρώπων έχασε την ικανότητα να πιστεύει; Δεν είναι άραγε η νέα απιστία συνέπεια της ευρύτερης μορφώσεως, όταν αυτό που λέει η Γραφή γίνεται μύθος, απραγματοποίητο όνειρο;
Η πίστη, η ικανότητα για την πίστη, δεν εξαρτάται πρωτίστως από τον βαθμό μορφώσεως του ανθρώπου. Πράγματι παρατηρούμε ότι στην εποχή μας, κατά την οποία διαδίδεται η μόρφωση, η πίστη ελαττώνεται, ενώ θα έπρεπε ουσιαστικά να συμβαίνει το αντίθετο όσο δηλαδή πλατύτερες γίνονται οι γνώσεις του ανθρώπου, τόσο περισσότερες αφορμές έχει για να αναγνωρίζει τη μεγάλη σοφία της δημιουργίας του κόσμου. Σε τί λοιπόν συνίσταται η ρίζα της απιστίας;
Πριν απ’ όλα οφείλουμε να πούμε ότι το θέμα αυτό είναι πρωτίστως έργο των γονέων, των πατέρων και των μητέρων. Αν οι γονείς φέρονται προς την πράξη της γεννήσεως του νέου άνθρωπου με σοβαρότητα, με τη συνείδηση ότι το γεννώμενο βρέφος μπορεί να είναι αληθινά «υιός άνθρωπου» κατ’ εικόνα του Υιού του Ανθρώπου, δηλαδή του Χριστού, τότε προετοιμάζονται για την πράξη αυτή όχι όπως συνήθως γίνεται αυτό. Να ένα υπέροχο παράδειγμα ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ προσεύχονταν για πολύ καιρό να τους χαρισθεί τέκνο… Και τί συνέβη λοιπόν; «Ώφθη δε αιτώ (τω Ζαχαρία) άγγελος Κυρίου εστώς εκ δεξιών του θυσιαστηρίου του θυμιάματος. Και εταράχθη Ζαχαρίας ιδών, και φόβος επέπεσεν επ’ αυτόν. Είπε δε προς αυτόν ο άγγελος μη φοβού, Ζαχαρία διότι εισηκούσθη η δέησίς σου, και η γυνή σου Ελισάβετ γεννήσει υιόν σοι, και καλέσεις το όνομα αυτού Ιωάννην και έσται χαρά σοι και αγγαλίασις, και πολλοί επί τη γεννήσει αυτού χαρήσονται. Έσται γαρ μέγας ενώπιον του Κυρίου… και Πνεύματος Αγίου πλησθήσεται έτι εκ κοιλίας μητρός αυτού, και πολλούς των υιών Ισραήλ επιστρέψει έπι Κύριον τον Θεόν αυτών» (Λουκ. 1, 11-16).
Βλέπουμε μάλιστα στη συνέχεια ότι ο Ιωάννης, ευρισκόμενος ακόμη στην κοιλιά της μητέρας του, αναγνώρισε την επίσκεψη της μητέρας του Χριστού, σκίρτησε από χαρά και η χαρά του μεταδόθηκε στη μητέρα του. Τότε εκείνη γέμισε με προφητικό πνεύμα. Άλλο παράδειγμα είναι η προφήτιδα Άννα.
Έτσι και τώρα αν οι πατέρες και οι μητέρες θα γεννούν παιδιά συναισθανόμενοι την άκρα σπουδαιότητα του έργου αυτού, τότε τα παιδιά τους θα γεμίζουν από Πνεύμα Άγιο, ήδη από την κοιλιά της μητέρας και η πίστη στον Θεό, τον Δημιουργό των απάντων, ως προς τον Πατέρα τους, θα γίνει γι’ αυτά φυσική, και καμία επιστήμη δεν θα μπορέσει να κλονίσει την πίστη αυτή, γιατί «το γεννώμενον εκ Πνεύματος πνεύμα εστίν». Η ύπαρξη λοιπόν του Θεού και η εγγύτητά του σε μας είναι για μια τέτοια ψυχή οφθαλμοφανές γεγονός. Και η απιστία των πολυμαθών ή των αμαθών στα μάτια των τέκνων αυτών του Θεού θα είναι απλώς απόδειξη ότι οι άνθρωποι εκείνοι δεν γεννήθηκαν ακόμη Άνωθεν, και ακριβώς εξαιτίας του γεγονότος αυτού δεν πιστεύουν στον Θεό, διότι είναι εξολοκλήρου σάρκα, γεννημένοι από σάρκα.
Εκείνο όμως που αποτελεί πραγματικό πρόβλημα για την Εκκλησία, τον προορισμό της, είναι το πώς να πείσει τους ανθρώπους ότι είναι αληθινά τέκνα και θυγατέρες του αιωνίου Πατρός πώς να δείξει στον κόσμο τη δυνατότητα μιας άλλης ζωής, όμοιας προς τη ζωή του ιδίου του Χριστού, ή τη ζωή των προφητών και των αγίων. Η Εκκλησία οφείλει να φέρει στον κόσμο όχι μόνο την πίστη στην ανάσταση, αλλά και τη βεβαιότητα γι’ αυτήν. Τότε περιττεύει η απαίτηση για οποιεσδήποτε άλλες ηθικιστικές διδασκαλίες.
(αποσπάσματα από το βιβλίο του (†) Αρχιμ. Σωφρονίου, «Το Μυστήριο της χριστιανικής ζωής», Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ 2010)

«Κλίμαξ» αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου

Σ’ αυτή την αγιασμένη περίοδο της Μεγάλης Σαρα­κοστής, αδελφοί μου, η Ορθόδοξη Εκκλησία συνεχίζει κάθε Κυριακή να προβάλλει ένα δείγμα από τους πνευματικούς θησαυρούς, τους οποίους περικλείει μέσα στα σπλάχνα της. Το προβάλλει το δείγμα αυτό για να μας διδάξει και για να μας βοηθήσει να προχωρήσουμε στον πνευματικό μας αγώνα, στον αγώνα της αρετής και της αγιότητος.
Ετσι, λοιπόν, την πρώτη Κυριακή μας πρόβαλε τις Αγιες Εικόνες. Τη δεύτερη Κυριακή μας πρόβαλε τη μεγάλη μορφή του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, του Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης. Την τρίτη Κυριακή μάς πρόβαλε το Σταυρό του Χριστού μας. Και σήμερα μας προβάλλει έναν διακεκριμένον Αγιό της. Τον μνημονεύ­σαμε, τον ακούσατε όσοι ήρθατε πιο πρωί· είναι ο Αγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, ο οποίος έχει γράψει ένα βιβλίο πολύ σημαντικό που λέγεται «Κλίμαξ». Γι’ αυτό λέγεται Ιωάννης της Κλίμακος.
Αυτός ο Αγιος, τον οποίον προβάλλει σήμερα η Εκκλησία, κοιμήθηκε στις 30 Μαρτίου (τότε είναι η μνήμη του), αλλά σήμερα, την τετάρτη Κυριακή των Νηστειών, τον προβάλλει επίτηδες η Εκκλησία μας για να μας διδάξει εξ αυτού. Γιατί; Τί έχει να μας διδάξει; Πολύ σημαντικά πράγματα.
(Σκίτσο βιβλίου: Νεκτάριος Σταματέλος)
Δεν ξέρουμε που ακριβώς γεννήθηκε, ξέρουμε όμως το πότε. Είναι μεταξύ του 6ου και του 7ου αιώνα· έζησε από το 560 μέχρι το 640 μ.Χ. περίπου. Ξέρουμε από το Συνα­ξάρι του και από πληροφορίες ότι από μικρός ήτο φιλομα­θής πάρα πολύ. Αγαπούσε τη μελέτη, τη μάθηση, τις γνώ­σεις και έβγαλε σχολεία εκείνης της εποχής και γι’ αυτό τον λένε και σχολαστικό, δηλαδή βγήκε από σχολές. Αλλά εκείνο που ξέρουμε ακόμη είναι ότι από νέο παιδί αγάπησε τη ζωή της μοναξιάς, τη ζωή της ερημίας, τη ζωή της αδιαλείπτου επικοινωνίας με το Θεό δια της προ­σευχής και δια της μελέτης του Θείου Λόγου. Γι’ αυτό περίπου 16 ετών έφυγε και πήγε στο όρος Σινά και εντάχθηκε στη Μονή της Αγίας Αικατερίνης, που υπάρχει μέχρι σήμερα.
Εκείνη την εποχή, αδελφοί μου, το Σινά είχε εκατο­ντάδες μοναχούς· και όπως σε μια κυψέλη οι μέλισσες πηγαινοέρχονται και κάνουν μέλι, έτσι και αυτοί μέσα στο μοναστήρι αυτό έκαναν με την εργασία τους, το μέλι της πίστεως, το μέλι της υπακοής στους μεγαλύτερους, το μέλι της υποταγής στο Θεό, το μέλι της προσευχής, της μελέτης, της ταπεινοφροσύνης, της ζωγραφικής – αγιο­γραφούσαν – και ακόμα το μέλι της αντιγραφής βιβλίων παλαιών.
Ετσι σήμερα το Σινά, η Μονή της Αγίας Αικατερί­νης, είναι ένα από τα σπουδαιότερα μουσεία αγιογραφίας μέσα στον κόσμο. Και το ακόμη σπουδαιότερο είναι ότι το μοναστήρι αυτό έχει μία από τις μεγαλύτερες και σημα­ντικότερες βιβλιοθήκες που υπάρχουν σε όλον τον κόσμο. Την έχει αυτό το μοναστήρι χάρις σ’ εκείνους τους μονα­χούς που ζούσαν τότε.
Εκεί πήγε ο Ιωάννης, λοιπόν, και ασκήτευε και εντά­χθηκε στην υπακοή και έγινε υπόδειγμα αρετής και πίστε­ως. Κατόπιν έφυγε από το μοναστήρι και πήγε παραέξω σε ένα καλύβι και καθότανε μαζί με έναν Γέροντα. Εκανε τελεία υπακοή σ’ αυτόν το Γέροντα, ό,τι τον δίδασκε εκείνος χρόνια αρκετά. Οταν κοιμήθηκε ο Γέροντας, έμεινε σ’ αυτό το σπιτάκι, το οποίο απέχει περίπου δύο ώρες από το μοναστήρι του Σινά, σαράντα χρόνια. Εκεί μέσα έμενε μοναχός του με συντροφιά το Θεό, τη μελέτη, την προσευχή, την ανάταση της ψυχής. Η φήμη του για την αρετή του διαδόθηκε παντού. Πάει, λοιπόν, μια επι­τροπή από καλόγερους του Σινά και του λένε:
– Ελα, ευλογημένε, να γίνεις ηγούμενος στο μοναστή­ρι, να μας διδάξεις και εμάς που είμαστε εκεί πέρα όλα αυτά που ξέρεις.Πήγε, λοιπόν, και έμεινε δύο χρόνια και έκανε τον ηγούμενο, αλλά μετά είδε ότι δεν τον βοήθαγε η ηγουμενία να επικοινωνεί συνέχεια με το Θεό. Γι’ αυτό σηκώθη­κε και έφυγε και ξαναπήγε εκεί στο ασκηταριό που είχε. Εκεί έζησε μέχρι τέλους.
Πολλοί, μας κάνει εντύπωση, και σήμερα λένε: Μα γιατί να φεύγουν από τον κόσμο άνθρωποι σαν κι αυτόν που είχε τόση σοφία και τόσες γνώσεις; Γιατί φεύγουν; Βλέπετε σήμερα υπάρχουν πολλά παιδιά, αγόρια – κορί­τσια, που αφήνουν και την επιστήμη τους και τα πτυχία τους, τις γνώσεις τους, τα πλούτη τους, τις δουλειές τους και φεύγουν και πάνε στα μοναστήρια. Πολλοί διαμαρτύ­ρονται: Μα γιατί το κάνουν αυτό; Δεν είναι ώρα να σας πω γι’ αυτό το θέμα. Αλλά θα σας αναφέρω μια μικρή γνώμη αυτού του Αγίου που σήμερα γιορτάζουμε.
Λέει, λοιπόν, αυτός ο Αγιος Ιωάννης: «Ιησού μνήμη ενωθήτω τη πνοή σου και τότε γνώσει ησυχίας ωφέλειαν». Αμα κατορθώσεις να ενώσεις με την αναπνοή σου και με την ύπαρξή σου το πρόσωπο και το όνομα του Χρι­στού και ενωθείς μαζί Του βαθιά και σφιχτά, τότε θα καταλάβεις τι πάει να πει ησυχία και ερημιά και αποχώ­ρηση από τον κόσμο. Αλλιώς δεν μπορείς να το καταλά­βεις. Γι’ αυτό και πολλοί, όπως σας είπα, δεν το καταλα­βαίνουν αυτό το πράγμα. Ας είναι. Αυτός ο Αγιος, λοι­πόν, έμεινε εκεί.
Τα τροπάρια που ψάλαμε μας διηγούνται τη ζωή του. Το απολυτίκιο λέει: «Ταις των δακρύων σου ροαίς της ερήμου το άγονον εγεώργησας». Από τα μάτια του έτρε­χαν δάκρυα συνέχεια που πότισαν την έρημο, το χώμα, αλλά και την έρημο της καρδιάς του· και καρποφόρησε η καρδιά του κι έβγαλε τις αρετές, «και τοις εκ βάθους στε­ναγμοίς εις εκατόν τους πόνους εκαρποφόρησας». Με τα δάκρυα που πότισες την καρδιά σου και με τους στεναγ­μούς που βγαίναν από τα βάθη της καρδιάς σου, τους στε­ναγμούς της προσευχής, έφερες καρπούς πνευματικούς μέσα στην ψυχή σου εκατό φορές περισσότερους απ’ ό,τι φέρνουν άλλοι που δεν έρχονται στην ερημιά, που ήσουνα εσύ.
Ενας καρπός είναι αυτό το βιβλίο που έχει γράψει, όπως σας είπα, και λέγεται «Κλίμαξ»· γι’ αυτό λέγεται Ιωάννης της Κλίμακος και Σιναΐτης, γιατί έζησε στο όρος Σινά. Αυτό το βιβλίο έχει τριάντα κεφάλαια και τα παρουσιάζει σαν σκαλοπάτια. Κάθε κεφάλαιο είναι μία αρετή. Περιγράφει πως πρέπει να είναι η αρετή αυτή. Καλεί τους αναγνώστες, μόλις διαβάσουν το ένα κεφά­λαιο, που είναι σαν να ανεβαίνουν στο ένα σκαλοπάτι, να το εφαρμόσουν. Μετά από το πρώτο σκαλοπάτι θα ανέ­βουν στο δεύτερο. Θα διαβάσουν το δεύτερο κεφάλαιο· θα μιμηθούν και θα εφαρμόσουν την αρετή για την οποία γίνεται λόγος. Κατόπιν το τρίτο, το τέταρτο μέχρι τριά­ντα σκαλοπάτια.
Λέει ο ίδιος: «Κλίμακα αναβάσεως πεπελέκηκα», πελέκησα και έφτιαξα μία Κλίμακα. Τί κλίμακα; Σκάλα αναβάσεως για να ανεβείτε. «Εκαστος δε βλεπέτω εν ποία βαθμίδι έστηκε», τώρα ο καθένας να κοιτάξει σε ποιο σκαλί της σκάλας αυτής έχει σταματήσει. «Εν πάσι τοις πάθεσι και πάσαις ταις αρεταίς εαυτούς εκζητούντες μη παυσώμεθα, που τυγχάνομεν», να εξετάζουμε τα πάθη που έχουμε μέσα μας, να εξετάζουμε και τις αρετές που έχουμε κι από κει να καταλάβουμε σε ποιο σκαλοπά­τι έχουμε σταθεί και βρισκόμαστε. Τις αρετές, λέει, αυτές τις παρουσιάζω σαν Κλίμακα, όπως είδε ο Ιακώβ στον ύπνο του μια σκάλα που ξεκίναγε από τη Γη και ανέβαι­νε στο Θεό. Ετσι, λοιπόν, τα σκαλοπάτια της σκάλας αυτής «εις ουρανόν τον προαιρούμενον αναφέρουσιν», εκείνον που θέλει τα σκαλοπάτια αυτά της σκάλας θα τον φέρουνε και θα τον βάλουνε μέσα στον ουρανό.
Αυτό το βιβλίο είναι βέβαια γραμμένο προπάντων για τους καλογήρους, αλλά είναι και για όλους τους ανθρώ­πους, διότι οι αρετές ίδιες είναι και για τους καλογήρους και για τους ανθρώπους που ζουν στον κόσμο. Γι’ αυτό είναι πάρα πολύ χρήσιμο να διαβάζεται. Τώρα έχει μετα­φραστεί και στη γλώσσα μας. Δεν είναι εύκολο βιβλίο. Δεν είναι να το διαβάσω για να ευχαριστηθώ. Θα βάλεις κάτω το μυαλό σου και την προσοχή σου και την υπομονή σου, για να διαβάσεις προσεκτικά και να δεις που πατάς. Βρίσκεσαι εσύ σ’ αυτό το σκαλοπάτι που έχει την αρετή αυτή; Αρχίζει από τις πιο απλές αρετές. Από την υπακοή, απ’ τη μετάνοια, απ’ την ανάμνηση (τη μνεία) του θανάτου, από την πραότητα, τη συγχωρητικότητα και φτάνει στις τελευταίες αρετές, στα τελευταία σκαλοπάτια που είναι η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη προς το Θεό. Εκεί τελειώνει το τριακοστό σκαλοπάτι.
Θα σας αναφέρω μερικά από κάθε σκαλοπάτι, για να πάρετε μία γενική ιδέα του βιβλίου. Γενικώς υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος δεν σώζεται με τις πολλές νηστείες που θα κάνει, αλλά με τις αρετές που θα έχει και προπάντων με την ταπείνωση. Ακούτε τι λέει για τον εαυτόν του: «Ουκ ενήστευσα, ουκ ηγρύπνησα, ουκ εχαμεύνησα», δηλαδή δεν ενήστεψα εγώ πολύ, λέει, αλλά τι έκανε είναι άλλη δουλειά. Δεν ενήστεψα εγώ πολύ, ούτε αγρύπνησα πάρα πολύ, ούτε κοιμήθηκα χάμω στο χώμα. Αυτό σημαίνει «εχαμεύνησα». Τί έκαμα όμως; «Εταπεινώθην και έσωσέ με ο Κύριος», ταπεινώθηκα μοναχά και ο Κύριος με έσωσε.
Λοιπόν μερικοί λένε: Δεν μπορώ να νηστέψω. Καλά μην νηστεύεις, άμα δεν μπορείς. Δεν μπορώ να κάμω αγρυπνία. Μην κάνεις, άμα δεν μπορείς. Δεν μπορώ να κοιμηθώ στη σανίδα πάνω. Μην κοιμάσαι. Κοιμήσου πάνω στο στρωματέξ. Ταπείνωση έχεις; Ταπεινώσου, αυτό λέει ο Αγιος, να δεις πως σώζεσαι.
Ενα άλλο πράγμα. Δεν σε σώζει μία αρετή μονάχα. Είναι πολλοί που κάνουν πολλές ελεημοσύνες, αλλά δεν κάνουν τίποτε άλλο. Λέει, λοιπόν, «ου συνίσταται διάδη­μα βασιλέως εξ ενός λίθου», το στέμμα του βασιλιά δεν έχει μονάχα ένα διαμάντι, αλλά είναι γεμάτο γύρω-γύρω με διαμάντια, μεγάλα και μικρά, μαργαριτάρια και άλλα πολλά. Ετσι μια αρετή δεν σε σώζει. Θα πρέπει να έχεις κι άλλες αρετές.
Ακόμα κάτι άλλο. Την ταπεινοφροσύνη την ξέρουν μόνον όσοι την έζησαν. Τώρα τί να λέμε; Μπορεί να λέμε πολλά για ταπεινοφροσύνη. Κάνεις υπακοή; Ακούς τη γυναίκα σου; Ακούς τον άντρα σου; Η του βγάζεις γλώσ­σα; Η μια κουβέντα σου λέει, εκατό του απαντάς; Ε, τότε δεν έχεις ταπείνωση. Ταπεινώσου, γιατί η υπακοή είναι ταπείνωση.
Ενα άλλο θέμα είναι η καλοσύνη, που πρέπει όλοι να την προσέχουμε. Στις ήμερες καρδιές, στις καλοσυνάτες  καρδιές αναπαύεται ο Θεός. Στις άγριες κάθεται ο διάβο­λος. Η ήμερη ψυχή είναι ίσια και έχει συντροφιά την ταπείνωση. Η πονηρή είναι σκλάβα της υπερηφάνειας. Η νηστεία είναι σπαθί που κόβει τους κακούς λογισμούς από την ψυχή και δίνει και υγεία στο σώμα. Είναι μητέ­ρα της υγείας και προξενεί την καθαρότητα και διώχνει τις αμαρτίες. Ανοίγει την πόρτα του παραδείσου.
Προς το τέλος συμβουλεύει (και στην αρχή το λέει αυτό): Τώρα στην αρχή που θ’ αρχίσεις να ανεβαίνεις στη σκάλα, να έχεις μεγάλη υπομονή. Χρειάζεται αγώνας και μάλιστα συνεχής και σκληρός. «Ουδείς κλίμακα υφ’ εν ποτέ ανελθείν δεδύνηται». Τη σκάλα την ανεβαίνεις με ένα πήδημα; Πώς θα ανεβείς; Θα ανεβείς σκαλοπάτι-σκαλοπάτι. Παραπάνω δεν μπορείς. Τριάντα σκαλιά έχει αυτή η σκάλα. Θα πηγαίνεις ένα-ένα σκαλοπάτι. Και υπενθυμίζει ότι στον αγώνα αυτό υπάρχουν άγγελοι, οι οποίοι βοηθούν και ενισχύουν. Και προτρέπει: «Αναβαί­νετε, αδελφοί, αναβαίνετε με προθυμίαν και χαράν την αγγελικήν αυτήν Κλίμακα, δια να φθάσωμεν εις το όρος του Κυρίου, εις τον υψηλόν θρόνον Αυτού».
Σ’ όλα τα μοναστήρια, ιδίως στο Ορος, έχουν ζωγρα­φισμένη αυτή την Κλίμακα, εκτός που την έχουν βιβλίο και τη διαβάζουν τώρα τη Σαρακοστή. Η Εκκλησία μας εορτάζει τον άγιο  Ιωάννη της Κλίμακας αυτή την Κυριακή, εκτός της ημέρας της κοιμήσεώς του. Εχουνε ζωγραφίσει, λοιπόν, στον τοίχο τη σκάλα. Η σκάλα ακου­μπάει στη γη κι έχει τριάντα σκαλοπάτια. Στην κορυφή ακουμπάει στον Ουρανό. Στην επάνω μεριά είναι ο Χρι­στός μας με απλωμένα τα χέρια, κι από δω κι από κει η Παναγία μας και ο Αγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος. Αυτή είναι η εικόνα που φτιάχνεται συνήθως. Κάτω – κάτω στη γη είναι οι καλόγεροι. Για τους καλογήρους είναι η Κλί­μακα, αλλά το ίδιο ισχύει και για τους άλλους, τους απλούς ανθρώπους. Οι καλόγεροι την κοιτάνε τη σκάλα, μερικοί αρχίζουν κι ανεβαίνουν. Αλλος είναι στο πρώτο σκαλοπάτι, άλλος στο τέταρτο, άλλος στο εικοστό, άλλος στο δέκατο πέμπτο και λοιπά. Ανεβαίνουν. Αλλά από κάτω από τη σκάλα είναι ανοιχτό το στόμα ενός δράκο­ντα, ο οποίος περιμένει ποιον θα κατασπαράξει. Υπάρ­χουν φωτιές, βγαίνουνε φλόγες. Και τούτο που έχει σημα­σία είναι ότι αυτοί που είναι στα σκαλοπάτια – είτε στο πρώτο, είτε στο πέμπτο, είτε στο εικοστό – δέχονται τα πειράγματα του διαβόλου που είναι κοντά τους και με διά­φορα πιρούνια τους τρυπάει ή τους τραβάει. Μερικοί είναι αναποδογυρισμένοι και πέφτουνε. Κάποιος είναι μέσα στο στόμα του Δράκοντα μπασμένος. Αλλοι είναι άγγελοι πάλι, οι οποίοι τους βοηθάνε με τα χέρια τους για να ανε­βαίνουν και στην επάνω – επάνω μεριά είναι ένας που πάει να πέσει μέσα στην αγκαλιά του Χριστού. Αυτή είναι η παραστατική Κλίμακα του βιβλίου.
Λοιπόν, αδελφοί μου, να φύγουμε με αυτή την εικόνα της σκάλας. Η ζωή είναι σκάλα και πρέπει να τη γεμί­σουμε με αρετές, όσες μπορούμε περισσότερες. Να αρχί­σουμε να ανεβαίνουμε τη σκάλα.
Θέλετε να προμηθευτείτε το βιβλίο για να το διαβάσε­τε; Προμηθευτείτε το. Με υπομονή όμως να το διαβάσε­τε. Δεν είναι από τα εύκολα βιβλία, που τα διαβάζεις ευχάριστα. Θα διαβάσω κάτι, για να κοιμηθώ. Οχι! Θα κάτσεις χάμω άμα θέλεις, θα στρωθείς, θα κάνεις την προσευχή σου πρώτα και θα πεις: Θα διαβάσω αυτή την Κλίμακα, που τόσα έχει πει αυτός ο Αγιος και έχει σώσει τόσους ανθρώπους. Θέλετε να το πάρετε, θέλετε μην το πάρετε. Αγωνιστείτε όμως· και να αγωνιστούμε όλοι για την αρετή. Ο καθένας εκεί που είναι· στο σπίτι του, στο γραφείο του, στο επάγγελμά του, στη δουλειά του, στην αγορά, όπου κι αν είναι. Οι αρετές παντού εφαρμόζονται. Η πίστη, η προσευχή, η αγάπη στο Χρι­στό, η καλοσύνη με τους άλλους ανθρώπους, η ταπείνωση, η συνδιαλλαγή, η συγχωρητικότητα χρειάζονται αγώνα για να καρποφορήσουν.
Αυτά όλα τα διδάσκει η Κλίμακα και μας τα επιβάλλει η πίστη μας. Αν θέλετε, έτσι να αγωνιστούμε, για να πούμε ότι κάνουμε καλή Σαρακοστή κι ότι έτσι θα φτά­σουμε στο Πάσχα, όπως μας θέλει ο Κύριός μας. Αμήν.
(Από το βιβλίο του † Αρχ. Χριστοδούλου Φάσσου, «Η Συγκατάβαση του Θεού και η Ευθύνη του Ανθρώπου», Εκδόσεις «ΤΑΩΣ» 2008)

Το θέλημα του Θεού στη ζωή μας


Μη φοβόμαστε την καθυστέρηση του θαύματος για μας. Μπορεί να είναι καλύτερα έτσι. Σίγουρα ο Θεός γνωρίζει την κατάστασή μας πολύ καλύτερα από εμάς. Ο Θεός είναι και για μας και τα θαύματα είναι για μας, αλλά η παρουσία του και η επέμβασή του δεν είναι προσχεδιασμένα από εμάς. Η παρουσία του Θεού στη ζωή μας γίνεται πολλές φορές με πολλούς και διάφορους τρόπους και όχι με μία εκκωφαντική και φαντασμαγορική φανέρωση. Μία ανείπωτη εσωτερική ειρήνη, μία έκτακτη και συγκινητική κατάνυξη, μία βαθιά αίσθηση αμαρτωλότητος και συγχωρητικότητος τι άλλο είναι παρά σημείο της γαληνιαίας παρουσίας του Θεού στη ζωή μας;
Ο Θεός δεν είναι απλώς παροχέας της υγείας, της μακροζωίας, της ευζωίας, ακόμη και της επίγειας αθανασίας, αλλά ο δοτήρας των ουρανίων δωρεών και χαρίτων και της σωτηρίας της αθάνατης ψυχής μας. Είναι ένα μεγάλο μυστικό, που κρύβεται στο βάθος της ορθόδοξης πνευματικής ζωής, να ζει ο πιστός τη γλυκύτητα, την ωραιότητα και την ειρήνη της αιωνίας ζωής στα βάθη της ψυχής του παρά τις πολλές εξωτερικές αντιξοότητες.
Είναι ανάγκη μεγάλη ν’ αφυπνισθούμε αμέσως όλοι και να θέσουμε άλλες προτεραιότητες στη ζωή μας. Να ζητούμε, κατά τον λόγο του Κυρίου, τη Βασιλεία των Ουρανών και μετά θα προστεθούν και όλα τ’ άλλα. Όσοι δεν έχουμε σωματικές σοβαρές παθήσεις μπορεί να έχουμε σοβαρότερες πνευματικές: πνευματική αναπηρία, ψυχική τύφλωση, καρδιακή αναισθησία και λοιπά.
Θέλουμε να έχουμε ένα Θεό εύκολο, υπάκουο, πρόθυμο σε δώρα, του χεριού μας, για να περνάμε καλά, ευτυχισμένα και τότε μόνο να τον ευχαριστούμε και να τον δοξάζουμε. Δεν του επιτρέπουμε να μας δοκιμάζει παιδαγωγικά, να μας νουθετεί αυστηρά, να μας προλαμβάνει από σφάλματα. Θέλουμε τη ζωή μας στα χέρια μας, να την κάνουμε εμείς ό,τι θέλουμε. Όταν τα πράγματα μας έρχονται βολικά, τότε λέμε πόσο καλός είναι ο Θεός, όταν κάποτε ανατρέπονται, όχι μόνο τα βάζουμε μαζί Του, αλλά ούτε θέλουμε σχέση διόλου με Αυτόν. Τον θεωρούμε σκληρό, φοβερό, αυστηρό και αδυσώπητο.
Ο Θεός μας σε καμία βυζαντινή εικόνα δεν χαμογελά· σε κοιτά κατάματα, όλο ειλικρίνεια, όλο συμπάθεια. Δίχως ίχνος οίκτου, εκδικήσεως, απειλής, τρόμου, φόβου και κατατρεγμού. Έχουμε έναν εκπληκτικό, μοναδικό, υπέροχο Θεό, που μας ξαφνιάζει, που μας εκπλήσσει, που μας συγκινεί, που μας ταρακουνά και συγκλονίζει μεταμορφωτικά. Ας τον αφήσουμε να μας μιλήσει και να μας πει ό,τι θέλει Αυτός και όχι ό,τι θέλουμε ν’ ακούσουμε εμείς.
* * *
Μόνο αν καταφέρει ο άνθρωπος ν’ αποδεχθεί το θέλημα του Θεού μέσα του, μόνο τότε θ’ απελευθερωθεί από μύριους λογισμούς, που τον καταπονούν και τον κουράζουν. Δεν είναι εύκολη, θα πρέπει να πούμε, η αποδοχή του θείου θελήματος, ενίοτε φαντάζει ακατανόητη, κυρίως για τους αταπείνωτους ανθρώπους.
Αν με τη βοήθεια του Θεού ο πιστός δεν επιτρέψει στον εαυτό του να λυγίσει, ν’ απογοητευθεί, ν’ απομονωθεί και να μελαγχολήσει, τότε μπορεί να ζήσει μία χαρισματική κατάσταση πλούσιας αγιοπνευματικής χάριτος. Ταπεινωμένος από τον πόνο να βιώσει τη μεγάλη χαρά της παρουσίας του Θεού στη ζωή του και ότι ο μοναδικός σκοπός της ζωής δεν είναι η καλοπέραση, η υγεία και η μακροζωία, αλλά ο ουσιαστικός σύνδεσμος μαζί Του, η εν Χριστώ ζωή.

(Από το βιβλίο: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Η παρουσία του Θεού στη ζωή μας. Ιερά Μονή Εισοδίων τής Θεοτόκου Μυρτιάς Θέρμου, Αγρίνιο 2011, σελ. 24)

Δ’ Κυριακή των Νηστειών: Ομιλία περί εξομολογήσεως (Ηλίας Μηνιάτης, Επίσκοπος Κερνίκης και Καλαβρύτων)


«Διδάσκαλε, ήνεγκα τον υιόν μου προς σε, έχοντα πνεύμα άλαλον» (Μάρκου Θ’ , 17).
Είπε κάποιος σοφός, ότι το να φοβάται κανείς τους νόμους, επιφέρει μεγάλην αφοβίαν [1]. Όποιος σέβεται τους νόμους δεν πρέπει να φοβάται καμμιά τιμωρία από τους νόμους. Ο Κριτής είναι φοβερός, φοβερή είναι και η Κρίσις Του. Όποιος θέλει να ζήση άφοβα και από την οργή του Κριτού και από την τιμωρία της Κρίσεως, ας έχη τον φόβο και του Κριτού και της Κρίσεως. Έχω την γνώμην πως κάποια άλλη περασμένη φορά σας έκαμα να καταλάβετε κατά κάποιον τρόπο, τι μέλλει να συμβή κατά την Δευτέραν του Χριστού Παρουσία, όταν κριτής είναι ο Θεός˙ γεμάτος οργή, χωρίς έλεος˙ γιατί η δικαιοσύνη Του κρίνει και εκδικείται. Και ο αμαρτωλός τότε ευρίσκεται πταίστης χωρίς απολογία, γι’ αυτήν την κατηγορία και την απόφασι.
Έρχομαι λοιπόν σήμερα να σας πω ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος να μη φοβάσθε ούτε τον φοβερόν Κριτή, ούτε εκείνη την φοβερή Κρίσι, εκτός από το να έχετε τον φόβο και του Κριτού και της Κρίσεως. «Αφοβία μεγάλη, το φοβείσθαι τους νόμους».
Τι είναι εκείνο που μας κάνει να φοβούμεθα τόσο την Δευτέραν Παρουσίαν του Χριστού; Οι αμαρτίες μας. Οπότε ας αφήσουμε τώρα τις αμαρτίες μας, για να μη φοβηθούμε τότε ούτε την κατηγορία και την απόφασι της ίδιας της συνειδήσεώς μας, ούτε την Κρίσι και την εκδίκησι της θείας δικαιοσύνης. Και δεν δυνάμεθα να αφήσουμε τις αμαρτίες μας αλλιώς, παρά μόνο με την ιεράν εξομολόγησι. Με την χάρι του μυστηρίου αυτού εκδιώκεται αυτό το άλαλο πνεύμα, το οποίον δεν μας αφήνει να ομολογήσουμε τα πάθη μας, ώστε να μη λάβουμε την ιατρεία μας. Ο Θεός για όλα τα πταίσματα που κάνουμε εμείς οι άνθρωποι έστησε δύο κριτήρια. Ένα εδώ στην γη το κριτήριο της εξομολογήσεως, και άλλο στον ουρανό, το της Δευτέρας Παρουσίας Του. Εδώ κάθεται ως κριτής ένας άνθρωπος γεμάτος ευσπλαγχνία˙ εκεί κάθεται ως κριτής ένας Θεός, όλος οργή. Εδώ όποιος κρίνεται, συγχωρείται˙ εκεί όποιος κρίνεται, κολάζεται. Απαραιτήτως δε εμείς θα κριθούμε ή σε τούτο ή σε εκείνο το κριτήριο.
Ακούσατε ήδη τι είναι η Δευτέρα Παρουσία. Θα ακούσετε τώρα και τι είναι η εξομολόγησις. Εγώ θα σας αποδείξω σήμερα τρία πράγματα. Πρώτον˙ όποιος θέλει να κάμη μιαν αληθινή και τέλεια εξομολόγησι τι πρέπει να κάμη πριν πάη στον πνευματικό. Δεύτερον˙ τι πρέπει να κάμη εκεί όπου θα συναντήση τον πνευματικό. Και τρίτον˙ τι πρέπει να κάμη αφού φύγη από τον πνευματικό. Και αφού εξετάσω όλα αυτά θα σας αφήσω να διαλέξετε όποιο θέλετε από τα δύο κριτήρια. Ακολουθώντας το παράδειγμα του μεγάλου διδασκάλου των εθνών, του μακαρίου αποστόλου Παύλου, ο οποίος λέγει: «σοφοίς τε και αγραμμάτοις οφειλέτης ειμί» [2], σας διδάσκω απλά όσον δύναμαι για να με κατανοούν όλοι. Όμως σήμερα θα σας ομιλήσω απλούστερα και από άλλες φορές διότι θέλω να καταλάβουν τα λόγια μου όλοι˙ άνδρες, γυναίκες, άρχοντες και ταπεινοί ξωμάχοι, μεγάλοι και μικροί˙ επειδή η υπόθεσις της εξομολογήσεως μας εγγίζει όλους εξ ίσου.
ΜΕΡΟΣ Α.
Σαν να βλέπω σε τι στενοχώρια είχε πέσει αφ’ ενός μεν ο βασιλεύς Δαυΐδ όταν ήλθε απεσταλμένος εκ Θεού ο προφήτης Γαδ για να του φέρη την φοβερήν εκείνην απόφασι [3], αφ’ ετέρου δε η σωφρονεστάτη Σωσάννα όταν έπεσε στα χέρια των ασελγεστάτων εκείνων συκοφαντών [4].
Ο Δαυΐδ αμάρτησεν γιατί θέλησε να απαριθμήση τους πολεμιστές του Ισραήλ [5] και θέλοντας ο Θεός να τον τιμωρήση έστειλε αυτόν τον προφήτη για να του ειπή: «Εσύ έσφαλες και ήλθα απεσταλμένος από τον Θεό για να σου πω ότι ήλθεν η ώρα να πληρώσης για την αμαρτία σου. Η τιμωρία που καθώρισεν ο Θεός είναι τούτη˙ ή θα πέση για τρία χρόνια πείνα σ’ όλο σου το βασίλειο, ή για τρεις μήνες θα σε κυνηγούν οι εχθροί σου, ή για τρεις ημέρες θα πέση θανατικό. Διάλεξε εσύ ποιάν τιμωρία θέλεις από τις τρεις».
Έως ότου όμως να σκεφτή ο Δαυΐδ, ας πορευθούμε μέχρι την Βαβυλώνα και ας εισέλθουμε στον κήπο του Ιωακείμ. Εκεί λούζεται η ωραιοτάτη σύζυγός του, η Σωσάννα. Μπαίνουν μέσα κρυφά δύο γέροντες, σκεύη του διαβόλου, στων οποίων την καρδιά εδώ και πολύ χρόνο είχεν ανάψει έρωτας σατανικός. Βρήκαν λοιπόν την κατάλληλη ευκαιρία, ξεπηδούν ξαφνικά μπροστά στην Σωσάννα, που ήτο μόνη, και της λένε: «Ήλθεν η ώρα που επιθυμούσαμε τόσον καιρό. Χωρίς άλλο, εκπλήρωσε την επιθυμία μας, γιατί αλλιώς θα πούμε στον άνδρα σου πως σε βρήκαμε εδώ μαζί με ένα νεαρό, οπότε σύμφωνα με τον νόμο θα σε λιθοβολήσουν [6]. Διάλεξε εσύ από τα δύο, όποιο διαλέγεις».
– Δαυΐδ, τί απεφάσισες; Υπάρχουν τρία μεγάλα κακά: πείνα, διωγμός, θανατικό. Ποιο από τα τρία διαλέγεις;
– Σωσάννα, πώς σου φαίνεται; Υπάρχουν δύο μεγάλοι κίνδυνοι. Ή να χάσης την ζωή σου ή να χάσης την τιμή σου. Τί διαλέγεις;
«Στενά μοι πανταχόθεν!» αποκρίνεται και ο Δαυΐδ και η Σωσάννα. Μεγάλη στενότης είναι και εδώ και εκεί. Συλλογίζεται ο Δαυΐδ: «Τρεις μήνες να με κυνηγούν οι εχθροί μου! Κι αν πέσω στα χέρια τους; Τρεις χρόνους πείνα και τρεις ημέρες θανατικό! Και πάλι να πέσω στα χέρια του Θεού; Δεν ξέρω τι να αποφασίσω˙ Στενά μοι πανταχόθεν!».
Συλλογίζεται η Σωσάννα: «Αν αμαρτήσω, πέφτω στα χέρια του Θεού. Αν δεν αμαρτήσω, πέφτω στα χέρια των ανθρώπων! Δεν ξέρω τι να ειπώ˙ Στενά μοι πανταχόθεν!».
«Εγώ αποφάσισα», λέγει ο Δαυΐδ. «Απ’ το να με κυνηγούνε οι εχθροί μου, ας μου στείλη ο Θεός θανατικό˙ προτιμώ να έχω να κάμω με τον κριτή μου, παρά με τους εχθρούς μου. «Εμπεσούμαι δη εν χειρί Κυρίου, ότι πολλοί οι οικτιρμοί αυτού σφόδρα, εις δε χείρας ανθρώπου ου μη εμπέσω» [7]. Θέλω καλύτερα να πέσω στα χέρια του Θεού, γιατί η αγάπη του είναι πολύ μεγάλη, παρά στα χέρια των ανθρώπων».
«Απεφάσισα και εγώ», λέγει η Σωσάννα. «Ας με συκοφαντήσουν στον άνδρα μου, ας με λιθοβολήση ο λαός, όμως δεν θα αμαρτήσω. «Αιρετόν μοι εστίν μη πράξασαν εμπεσείν εις τας χείρας υμών ή αμαρτείν ενώπιον Κυρίου» [8]. Καλύτερα να πέσω στα χέρια σας παρά να αμαρτήσω μπροστά στον Κύριο».
Δεν νομίζετε ότι αυτοί οι δύο εύχονται τα ενάντια; Ναι, πράγματι! Όμως και οι δύο σκέπτονται καλά.
Η Σωσάννα λέγει πως καλύτερα είναι να πέση στα χέρια των ανθρώπων, παρά στα χέρια του Θεού. Πότε το λέγει; Πριν να αμαρτήση. Επομένως πριν να κάμη κανείς την αμαρτία και είναι ακόμη άπταιστος και καθαρός, είναι χίλιες φορές καλύτερα να πέση στα χέρια των ανθρώπων, δηλαδή να τον συκοφαντήσουν και να τον λιθοβολήσουν, παρά κάνοντας την αμαρτία να πέση στα χέρια του Θεού, ήγουν να τον υβρίση, να τον παροργίση και να τον κάμη εχθρό. Δεν είναι κάτι το φοβερό να πέση κανείς που δεν έχη αμαρτήση στα χέρια των ανθρώπων, που τελικά δεν έχουν άλλη δύναμη παρά να θανατώσουν το κορμί και όχι την ψυχή. Γι’ αυτό λέγει ο Χριστός: «Μη φοβηθήτε από των αποκτενόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι» [9]. Φοβερό πράγμα είναι, λέγει ο απόστολος Παύλος, να πέση κανείς αμαρτάνων στα χέρια του Θεού. «Φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος» [10], που δύναται να θανατώση και το σώμα με πρόσκαιρο θάνατο και την ψυχή με αιώνιο θάνατο. Η έχθρα των ανθρώπων δεν είναι μεγάλο κακό, διότι ή είναι αδύναμη ή είναι προσωρινή. Η έχθρα του Θεού είναι κακό ανυπόφορο και βαρύτερο και από την ίδια την κόλασι του άδη! Διδάσκει ο ιερός Χρυσόστομος: «Γεέννης απάσης σφοδρότερον το προσκρούσαι Θεώ!» [11].
Φρονιμώτατα λοιπόν λέγει η Σωσάννα που δεν θέλει να πέση σε αμαρτία και ως εκ τούτου ευχαριστείται να πέση στα χέρια των ανθρώπων παρά στα χέρια του Θεού: «Αιρετώτερόν μοι εστί μη πράξασαν εμπεσείν εις χείρας υμών, ή αμαρτείν ενώπιον Κυρίου». Ο Δαυΐδ πάλιν λέγει πως θέλει καλύτερα να πέση στα χέρια του Θεού παρά στα χέρια των ανθρώπων. Πότε όμως το λέγει; Αφού αμάρτησε. Που σημαίνει πως αν κάποιος κάμη μιαν αμαρτία, καλλίτερα είναι να πέση στα χέρια του Θεού που πάντοτε είναι φιλάνθρωπος˙ που με ένα «ήμαρτον» εξιλεώνεται˙ όπου με ένα δάκρυ σβύνει τον θυμό Του. «Οικτίρμων και ελεήμων ο Κύριος, μακρόθυμος και πολυέλεος, ουκ εις τέλος οργισθήσεται, ουδέ εις τον αιώνα μηνιεί» [12]. Αυτό προτιμούσε, παρά να πέση στα χέρια των ανθρώπων που είναι άσπλαγχνοι και ασυμπαθείς˙ που είναι αιωνίως μνησίκακοι. Επομένως εφ’ όσον έσφαλε ο Δαυΐδ, πολύ καλά έλεγεν πως προτιμούσε μετ’ ευχαριστήσεως να πέση στα χέρια του Θεού˙ «εις δε χείρας ανθρώπων ου μη εμπέσω».
Άρα, αδελφέ Χριστιανέ, πριν να αμαρτήσης, φυλάξου να μη αμαρτήσης. Να φοβάσαι σαν την Σωσάννα την δικαιοσύνη του Θεού μη τυχόν και σε τιμωρήση˙ και ευχαρίστως καλλίτερα να κινδυνεύση η ζωή σου, παρά να πέσης σε αμαρτία. Όμως, αν αμαρτάνης να ελπίζης, σαν τον Δαυΐδ, στην πολλήν ευσπλαγχνία του Θεού και θα συγχωρεθής. Εσυγχωρήθη από την μοιχεία και τον φόνο αυτός ο Δαυΐδ [13]. Εσυγχωρήθη από την ειδωλολατρεία ο Μανασσής [14]. Εσυγχωρήθη από τας αδικίας του ο Τελώνης [15]. Εσυγχωρήθη από τις ακαθαρσίες της η Πόρνη [16]. Εσυγχωρήθη από τα τόσα κακά που έκαμε ο Ληστής [17]. Θα εσυγχωρούντο και αυτοί οι ίδιοι που εσταύρωσαν τον Χριστόν, αν ήθελαν να μετανοήσουν ειλικρινώς. Λέγει ο σοφός Σειράχ: «Εμπεσώμεθα εις χείρας Κυρίου, και ουκ εις χείρας ανθρώπων˙ ως γαρ η μεγαλωσύνη αυτού, ούτω και το έλεος αυτού» [18]. Κάμε μόνον ένα πράγμα, που είναι και πολύ εύκολο. Πέσε στα χέρια του Θεού με μιαν αληθινή και τέλεια εξομολόγησι. Και θέλοντας να πορευθής προς τον πνευματικό, άκουσε προσεκτικά τι πρέπει να κάμης!
Από τους Αποστόλους του Χριστού δύο έσφαλαν πολύ. Ο Ιούδας που Τον επρόδωσε χάριν τριάκοντα αργυρίων και ο Πέτρος που Τον αρνήθηκε τρεις φορές. Αλλ’ από τους δύο ο ένας, ο Πέτρος, εσυγχωρήθη. Έλαβε πάλιν το αποστολικόν αξίωμα, έγινε και πάλιν φίλος και μαθητής του Χριστού. Ο άλλος, ο Ιούδας, έμεινεν ασυγχώρητος. Εκρεμάσθη˙ άφησε το άθλιο σώμα του σ’ ένα δένδρο και παρέδωσε την ψυχή του στην αιώνιο κόλασι.
Αλήθεια, γιατί ο Πέτρος έλαβε τόσην χάρι και ο Ιούδας εφάνη ανάξιος; Τί έπρεπε να κάμη τούτος ο δυστυχής και δεν το έκαμε; Έπρεπε να εξομολογηθή το σφάλμα του; Το εξωμολογήθηκε φανερά, είπε πως έσφαλε˙ «ήμαρτον παραδούς αίμα αθώον» [19]. Μαζί με την εξομολόγησι, επλήρωσε, επέστρεψε όλα τα τριάκοντα αργύρια που είχε λάβει ως αμοιβή για την προδοσία˙ «ρίψας τα αργύρια εν τω ναώ ανεχώρησε» [20]. Το να εξομολογηθή κάποιος και να πληρώση για την εξομολόγησι, πώς σας φαίνεται; Αυτή είναι μια σωστή εξομολόγησις; Έτσι κάνετε όλοι, έτσι είναι η συνήθεια, και αν τολμήση κάποιος να πη το εναντίον γίνεται αποσυνάγωγος και νεωτεριστής [21].
Ναι, αλλά για σκεφθήτε, σας παρακαλώ, δύο πράγματα:
Το ένα˙ με τα αργύρια αυτά του Ιούδα, εκείνοι οι αρχιερείς που τα πήραν, αγόρασαν λέγει, τον αγρόν του Κεραμέως και τον έκαμαν κοιμητήριο για να θάπτωνται οι ξένοι, «εις ταφήν τοις ξένοις». Μήπως έπρεπε να αγοράσουν καλλίτερα ένα αμπέλι ή ένα χωράφι να προσφέρη καρπό; Ή ένα σπίτι να τους δίδη τόκο; Δεν θα ήσαν αυτά καλλίτερα από ένα αγρό για να θάπτωνται οι ξένοι, που ούτε καρπό κάνει, ούτε τόκους δίδει, επειδή ούτε καλλιεργείται ούτε ενοικιάζεται;
Μυστήριο! Για να καταλάβουμε, όμως, πως όπου πέσουν αυτά τα αργύρια, με τα οποία πωλείται σιμωνιακώς [22] ο Χριστός, ο τόκος εκείνος δεν καρποφορεί, δεν δίδει τόκους, δεν τελεσφορεί, δεν προκόπτει. Γίνεται τόπος δυστυχισμένος, δεν προξενεί κανένα καλό σ’ αυτόν που τον κατέχει. Ίσως μόνον σαν καταφυγή και βοήθεια για κάποιον ξένο˙ «εις ταφήν τοις ξένοις». Και τελικώς τόπος έρημος και ακατοίκητος, σύμφωνα με την ψαλμική προφητεία: «γενηθήτω η έπαυλις αυτών ηρημωμένη και εν τοις σκηνώμασιν αυτών μη έστω ο κατοικών» [23].
Το άλλο˙ ο Ιούδας ετιμωρήθη και σωματικώς και ψυχικώς. Τι λογής θάνατο υπέστη ο ταλαίπωρος; Κρεμασμένος να σπαράζη τόσες ώρες˙ έπειτα να κόβεται στην μέση, να πέφτουν τα εντόσθιά του στην γη και απ’ εκεί η μιαρή του ψυχή να διαβή εις το πυρ το αιώνιον. «Απελθών απήγξατο˙ και πρηνής γενόμενος ελάκησε μέσος και εξεχύθη τα σπλάγχνα αυτού» [24]. Επομένως η εξομολόγησίς του δεν τον ωφέλησε σε τίποτε.
Μα ο Πέτρος, που συγχωρήθηκε τί έκαμε; Αυτός έστεκε και εθερμαίνετο μέσα στην αυλή του Καϊάφα. Είχε αρνηθή τον Κύριο τρεις φορές. «Ουκ οίδα τον άνθρωπον» [25]. Όμως όταν άκουσε για τρίτη φορά να λαλή ο αλέκτωρ, θυμήθηκε εκείνο που του είπεν ο Χριστός. Ανεγνώρισε το σφάλμα του. Συνετρίβη από τον πόνον η καρδιά του! Αμέσως, βγήκε έξω από εκείνη την αυλή, αμέσως εχωρίσθη από εκείνη την κακή συντροφιά των υπηρετών, αμέσως παραμέρισε και σκεπτόμενος με τον νου του τι έκαμε, έκλαυσε πικρά˙ «εξελθών έξω έκλαυσε πικρώς» [26].
Υπάρχει παράδοσις, πως σε όλη του τη ζωή, κάθε φορά που άκουε λάλημα πετεινού εθυμόταν την αμαρτία του και γίνονταν τα μάτια του δυο βρύσες πικροτάτων δακρύων! «Έκλαιε πικρώς»! Τέτοιου είδους εξομολόγησις τον ωφέλησε πολύ. Μετά την Ανάστασι, όταν ο Χριστός τον ερώτησε τρεις φορές «Πέτρε, φιλείς με» [27]. Πέτρε με αγαπάς; Μ’ αυτές τις τρεις ερωτήσεις εδιώρθωσε τις τρεις αρνήσεις, λέγει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος [28]. Και όταν του είπε «βόσκε τα αρνία μου, ποίμαινε τα πρόβατά μου» του εχάρισε, λέγει ο ιερός Χρυσόστομος [29] την προτέραν αποστολικήν εξουσία και τιμή.
Σημείωσαι τώρα, Χριστιανέ, πως η αληθινή και τελεία εξομολόγησις, αυτή που προξενεί συγχώρησι των αμαρτιών, αυτή που οδηγεί στην χάρι και στην αγάπη του Θεού, δεν αρκείται μόνον στο να ομολογήσης τις αμαρτίες σου, διότι ενδέχεται μια τέτοια εξομολόγησις να είναι μόνον του στόματος και όχι της καρδιάς ή να γίνεται από συνήθεια. Ούτε όταν πληρώσης δίδοντας χρήματα, σαν να είναι η μετάνοια εμπόριον και οι πνευματικοί (καθώς το λέγει ο απόστολος Παύλος) ιερόσυλοι έμποροι που έχουν για «πορισμόν την ευσέβειαν» [30].
Αδελφέ, πλανάσαι! Τέτοιου είδους εξομολόγησις ενδέχεται να είναι εξωτερική, όπως εκείνη του Ιούδα, εντελώς μάταιη και ανωφελής. Σου λέγω ότι πρέπει η εξομολόγησις να γίνεται όπως την έκαμεν ο Πέτρος. Όταν ησθάνθη το σφάλμα του αμέσως εξήλθε από το αφωρισμένο σπίτι εκείνου του αρχιερέως, μέσα στο οποίον ηρνήθη τον Χριστόν, τον θείο διδάσκαλο˙ «εξελθών έξω». Και συ, όταν αποφασίσης να εξομολογηθής βγες αμέσως από εκείνο το καταραμένο σπίτι, εκεί που για την αγάπη μιας πόρνης αρνήθηκες όχι τρεις φορές, αλλά κάθε ημέρα τον Θεό! Και βγες όχι με το σώμα μόνον, αλλά και με τον νουν και την καρδιά. «Εξελθών έξω». Ο Πέτρος ξεχώρισε από την συντροφιά εκείνων των ασεβών στρατιωτών και υπηρετών, που συνέλαβαν τον Χριστόν. «Εξελθών έξω» και συ αναχώρησε από εκείνες τις κακές συναναστροφές, από εκείνες τις διεστραμμένες παρέες, από εκείνους τους δρόμους της απωλείας μέσα στους οποίους έζησες σαν άλλος Άσωτος. «Εξελθών έξω». Ο Πέτρος παραμέρισε και μένοντας μοναχός, σκέφθηκε καλά το πολύ κακό που έπραξε, επόνεσε, κατενύγη, «έκλαυσε πικρώς». Αυτό θέλει να πη ότι δεν έχυσε μόνον δυο δάκρυα, μα ανέλυσε την καρδιά του σε δάκρυα˙ «εξελθών έξω έκλαυσε πικρώς».
Και συ που συνηθίζεις να πηγαίνης στον πνευματικό χωρίς καμμία προετοιμασία, παραμέρισε για λίγη ώρα, άφησε κάθε άλλη φροντίδα, περιμάζεψε τους σκορπισμένους σου λογισμούς, προσευχήσου για λίγο, παρακάλεσε τον Θεό ώστε να σε φωτίση να θυμηθής τις αμαρτίες σου. Εάν γνωρίζης ότι δεν θυμάσαι και καλά, γράψε τες σ’ ένα μικρό χαρτί. Λέγει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος πως οι μοναχοί της εποχής του «πτυχίον μικρόν εν τη ζώνη κρεμάμενον είχον, εν ώ εσημείουν τους καθ’ εκάστην λογισμούς και τω προεστώτι εξήγγελλον» [31].
Βάλε εμπρός στα μάτια σου τις δέκα εντολές του Θεού και δες ποιαν παρέβεις. Βάλε τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα [32] και σκέψου καλά σε ποια έπεσες. Εξέτασε καλά την συνείδησί σου, σε τι έφταιξες με τον νου, με τα λόγια, με τα έργα. Σε τι έσφαλες στον Θεό, στον πλησίον, στον εαυτό σου. Αν έχης έχθρα με κάποιον, συγχώρεσέ τον με όλη σου την ψυχή. Αν έχης ξένο πράγμα επίστρεψαί το. Αν έθιξες κάποιου την τιμή, διόρθωσαι το κακό που του έκαμες. Πόνεσαι, κατανύξου, αναστέναξε, κλάψε πικρά! Και πάνω απ’ όλα κατηγόρησε τον εαυτό σου. Κατάργησε τις προηγούμενες αμαρτίες. Αποφάσισε με σταθερή απόφασι να μη τις επαναλάβης άλλη φορά.
Με τέτοια διάθεσι και τέτοια προετοιμασία πήγαινε στον πνευματικό να εξομολογηθής και να είσαι βέβαιος ότι θα λάβης την συγχώρησι διότι «καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει» [33].
Κοντολογής: Θέλεις να πας στον πνευματικό; Μη του προσφέρης λόγια και χρήματα, σαν τον Ιούδα. Προσκόμισέ του έργα και δάκρυα, όπως ο Πέτρος!
Όταν δε φθάσης επί τέλους στον πνευματικό, πρέπει οπωσδήποτε να φυλάξης επιμελώς δύο τινά: Να εξομολογηθής χωρίς ντροπή ή ενδοιασμούς και χωρίς προφάσεις.
Χωρίς ντροπή˙ διότι ξέρω καλά πως σ’ αυτόν τον κόσμο ζούμε όλοι με υποκρισία φαρισαϊκή. Άλλοι είμαστε και άλλοι θέλουμε να φαινώμαστε. Απ’ αυτό δημιουργείται η συστολή που έχουμε στην εξομολόγησι. Δηλαδή ντρεπόμαστε να φανερωθούμε ότι είμεθα αμαρτωλοί καθ’ ην στιγμή στον κόσμο θέλουμε να περνούμε ως άγιοι.
Χωρίς προφάσεις˙ διότι γνωρίζω καλά πως στην εξομολόγησι φανερώνουμε μεν τα σφάλματά μας, αλλά τα μετασχηματίζουμε. Ομολογούμε ότι φταίξαμε άλλ’ αμέσως απολογούμεθα. Το δε χειρότερο είναι πως για τα κακά που διεπράξαμε ρίχνουμε την αφορμή στους άλλους. Οπότε αντί να κατηγορήσουμε τον εαυτό μας κατηγορούμε τους άλλους! Και αυτό είναι το προπατορικό αμάρτημα. Έσφαλαν οι προπάτορες, ο Αδάμ και η Εύα. Παρέβησαν την θείαν εντολή και έφαγαν από το ξύλο της γνώσεως. Τους φωνάζει ο Θεός να δώσουν εξηγήσεις «Αδάμ πού ει; Εύα τι εποίησας;». Αχ! και αν ομολογούσαν με θάρρος το σφάλμα τους! Αχ! και να είχε πη ο Αδάμ: «ήμαρτον, Θεέ μου»! Αχ! και να είχε πη η Εύα: «ήμαρτον ποιητά μου»! Όμως δεν απάντησαν έτσι, επειδή τους εμπόδισεν η ντροπή και η πρόφασις. Τότε εκρύφθησαν και ο Αδάμ και η γυνή αυτού «από προσώπου Κυρίου του Θεού» [34].
Επροφασίσθησαν και έρριξεν ο ένας στον άλλο το φταίξιμο. Απελογήθη ο Αδάμ˙ δεν ήμουν εγώ η αφορμή, η γυναίκα που μου έδωσες ήτο: «η γυνή, ην δέδωκας μετ’ εμού, αυτή μοι έδωκε από του ξύλου και έφαγον». Εγώ, αποκρίθηκε από την άλλη πλευρά η Εύα, δεν έφταιξα. Με παρεπλάνησε το φίδι: «ο όφις ηπάτησέ με και έφαγον». Και ο Αδάμ και η Εύα εξωρίσθησαν – αλλοίμονο! – από τον Παράδεισο, παίρνοντας μαζί τους την θεία κατάρα!
Πηγαίνει, λοιπόν, να εξομολογηθή ένας Χριστιανός ή μία Χριστιανή και τους εξετάζει ο πνευματικός. Αδάμ πού ει; Εύα, τί εποίησας; Ντρέπονται, κρύβονται. Άλλα τα λένε μισά, άλλα τα αποσιωπούν εντελώς. Όμως, όποιος κρύβει τις αμαρτίες του, λέγει το Πνεύμα το Άγιον διά στόματος Σολομώντος, δεν πρόκειται να ωφεληθή σε τίποτε˙ «ο κρύπτων την εαυτού αμαρτίαν, ου χρησιμεύσει» [35]. Μα η αμαρτία, λέγει ο Μέγας Βασίλειος, είναι σαν την πληγή η οποία αν δεν φανερωθή στα μάτια του γιατρού σαπίζει και καταντά να γίνη ανίατος˙ «κακία σιωπηθείσα, νόσος ύπουλός εστίν εν τη ψυχή» [36]. Αδάμ πού ει; Εύα τί εποίησας; Αυτοί προφασίζονται προφάσεις εν αμαρτίαις [37]. Είναι σκανδαλώδες και ντροπή να καταγράψουμε τι ακούμε στην εξομολόγησι στα χρόνια που ζούμε, μάλιστα των γυναικών. Η μια κατηγορεί τον άνδρα της, η άλλη την πεθερά της, εκείνη την νύφη της τούτη τον γιό της, άλλη την υπηρέτριά της. Έφταιξε, λέγει, ο όφις, ο διάβολος την επείραξε˙ «ο όφις ηπάτησέ με».
Τι μεγάλη υπομονή χρειάζεται ένας πνευματικός να ακούη τα μωρολογήματα μιας γυναίκας όταν εξομολογείται, η οποία λέγει όλα τα άσχετα εκτός από τις αμαρτίες της! Μα όταν στην εξομολόγησι, ω Εύα, ω γυναίκα, όποια κι αν είσαι, εσύ κατηγορείς τους άλλους και δεν κατηγορείς τον εαυτό σου, αυτή πια δεν είναι εξομολόγησις, αυτή είναι κατάκρισις. Οπότε πας στον πνευματικό με μια αμαρτία και γυρίζεις με δύο. Πηγαίνεις αμαρτωλή και γυρίζεις αμαρτωλότερη.
Αλλά γιατί ντρέπεσαι; Γιατί προφασίζεσαι, Χριστιανέ; Μήπως επειδή είσαι ένας άρχοντας ευγενής και δεν θέλεις να γνωρίζη άλλος κάποια πράξι σου ανάξια της υπολήψεώς σου; Όμως μάθε πως ο Δαυΐδ που ήτο βασιλεύς, έκαμε και μοιχεία και φόνο. Παρ’ όλα αυτά δεν ντράπηκε, δεν δικαιολογήθηκε. Ομολόγησε την αμαρτία του˙ «την ανομίαν μου», λέγει «εγνώρισα και την αμαρτίαν μου ουκ εκάλυψα» [38]. «Ήμαρτον, ήμαρτον τω Κυρίω» [39] είπε προς Νάθαν τον προφήτη, ο οποίος απεστάλη υπό του Θεού για να τον ελέγξη. Ένεκα τούτου ο προφήτης και πάλιν εκ μέρους του Θεού του έδωσε την συγχώρησι˙ «αφείλε Κύριος την αμαρτίαν σου». Γιατί λοιπόν ντρέπεσαι και είσαι όλο προφάσεις, Χριστιανέ; Μήπως επειδή είσαι ιερωμένος και δεν θέλεις να φανερώσης ένα σφάλμα που έκαμες και που είναι ίσως ανάξιον της ιερωσύνης σου; Άκουσε τώρα και φρίξε!
Στα παληά τα χρόνια, όταν στους ιερωμένους ο ζήλος για την πίστι ήτο θερμότερος, εφύτρωναν συχνά – πυκνά αιρέσεις. Γι’ αυτό τον λόγο γίνονταν τακτικά Σύνοδοι, για να τις ξερριζώνουν από την Εκκλησία του Χριστού.
Σε μια τέτοια Σύνοδο, στην Δύσι, μετέσχε και ένας επίσκοπος, ονόματι Ποτάμιος, σεβάσμιος στην ηλικία, περιβόητος για την αρετή του, εξαιρετικός ζηλωτής της σωφροσύνης. Αυτός επρότεινε και εξεδόθη ένας κανών εναντίον εκείνων που θα έπεφταν σε σαρκικά αμαρτήματα.
Ύστερα όμως απ’ αυτόν τον κανόνα, κατά Θεού παραχώρησιν, έπεσε και αυτός. Έπεσε μα εσηκώθη, ανεγνώρισε το σφάλμα του και απεφάσισε να εξομολογηθή. Ανέμενε το επόμενο έτος που συνεκλίθη πάλι Σύνοδος και συνήχθησαν τότε πενήντα επίσκοποι, ιερείς, μοναχοί, διδάσκαλοι πολλοί, αλλά και αυτός ο Ποτάμιος ως πρόεδρος της Συνόδου. Μέσα στην καρδιά του αισθανόταν ότι τον πολεμούσαν δύο ενάντιες σκέψεις, ντροπή και συντριβή. Ποτάμιε, του έλεγε από το ένα μέρος η ντροπή, τι πας να κάμης; Ποτάμιε, αποκρινόταν από το άλλος μέρος η συντριβή, τι περιμένεις και δεν πραγματοποιείς ακόμη εκείνο που αποφάσισες; Δεν ντρέπεσαι τους ανθρώπους, έλεγε η ντροπή. Μα εσύ δεν ντράπηκες ούτε τον Θεό, έλεγεν η συντριβή. Το σφάλμα σου είναι κρυφό, μπορεί να διορθωθή με μια κρυφή εξομολόγησι. Ναι, αλλά αφού είναι φανερό στα μάτια του Θεού, τι σε μέλει αν γίνη φανερό και στα μάτια των ανθρώπων; Ενθυμήσου πως είσαι αρχιερεύς και θα σκανδαλίσης όλους τους ανθρώπους. Ενθυμήσου ότι είσαι αρχιερεύς και πρέπει να δώσης στους ανθρώπους ένα μεγάλο παράδειγμα. Ποτάμιε συλλογίσου, Ποτάμιε μη χάνης καιρό. Ενίκησεν η συντριβή, παραμέρισεν η ντροπή. Ο Ποτάμιος εγείρεται από τον θρόνο του και λέγοντας το του Δαυΐδ «την ανομίαν μου εγνώρισα και την αμαρτίαν μου ουκ εκάλυψα», ίσταται εις το μέσον της Συνόδου και εξομολογείται φανεράν την αμαρτίαν του εις επήκοον πάντων. Με μια τέτοια εξομολόγησι εθαύμασαν και εξέστησαν και οι άγγελοι του ουρανού! Εποχή που είδες τέτοιο παράδειγμα που είσαι; Έως εδώ φθάνει.
Ύστερα λοιπόν από τέτοιο παράδειγμα ενός αρχιερέως, ο οποίος δεν ντράπηκε να εξομολογηθή την αμαρτία του μπροστά σε μια Σύνοδο, ντρέπεσαι εσύ να εξομολογηθής κρυφά την αμαρτία σου σε ένα συνάδελφό σου ιερέα; Όχι, αδελφέ, χωρίς ντροπή πες με θάρρος την αμαρτία σου, χωρίς προφάσεις. Πες ότι για την αμαρτίας σου κανείς άλλος δεν στάθηκε αφορμή, παρά μόνον η δική σου κακή προαίρεσις. Αμαρτία που εξομολογείται δεν είναι πλέον αμαρτία˙ «αφείλε Κύριος την αμαρτίαν σου». Αμαρτία η οποία ή εντελώς δεν εξομολογείται λόγω ντροπής, ή δεν εξομολογείται καθώς πρέπει αλλά με προφάσεις, είναι κόλασις˙ «αμαρτία σιωπηθείσα, νόσος ύπολός εστίν εν τη ψυχή». Τώρα λοιπόν, εσύ, με την χάρι του Θεού εξωμολογήθης χωρίς ντροπή και χωρίς προφάσεις. Εσυγχωρήθης από τον πνευματικό. Παίρνεις την ευχή του και αναχωρείς. Τί άλλο σου μένει να κάμνης; Σου μένει το αναγκαιότερο.
Πρώτον˙ να πραγματοποιήσης τον κανόνα που σου επέβαλεν ο πνευματικός. Ο πνευματικός, σαν έμπειρος γιατρός πρέπει να έχη εξαιρέτως δύο προσόντα˙ χέρι ελαφρό και μάτι καλό. Χέρι ελαφρό, να είναι δηλαδή συμπαθής. Και τούτο διότι το ευσυμπάθητον του πνευματικού ωφελεί κατά πολύ, όπως λέγει ο Θεολόγος Γρηγόριος˙ «το σύγγνωμον πολλάκις μέγα προς σωτηρίαν» [40]. Δηλαδή, η συγγνώμη πολλές φορές βοηθεί πάρα πολύ στην σωτηρία. Ο ασθενής πρέπει να θεραπεύεται, όχι να θανατώνεται˙ «το αρρωστούν θεραπεύεται, άλλ’ ου συντρίβεται» [41], λέγει ο αυτός Πατήρ. Χρειάζεται δε και μάτι καλό, να είναι δηλαδή διακριτικός, διακρίνοντας τα πρόσωπα. Στον πλούσιο κανόνας για ελεημοσύνη, στον φτωχό μετάνοιες, στον εύρωστο νηστεία, στον αδύνατο προσευχή. Πρώτον λοιπόν, σου λέω πάλι, να κάμης τον κανόνα που σου έδωσεν ο πνευματικός.
Δεύτερον˙ να διορθώσης την ζωή σου. Αλλιώς αυτό που έκαμες δεν είναι εξομολόγησις, είναι αργολογία. Το λέγει ο Μέγας Βασίλειος˙ «όταν τις εξομολογείται και ου διορθούται, αργός λόγος» [42].
Ανάμεσα σε εκείνα που πρέπει να διορθώσης, τρία είναι τα κυριώτερα. Εάν έχης έχθρα με κάποιον για οιανδήποτε αφορμή, που ίσως αυτός σου έδωσε, οφείλεις να τον συγχωρήσης μέσα από την καρδιά σου. Διότι αν δεν τον συγχωρήσης δεν πρόκειται να συγχωρηθής και εσύ. Είναι απόφασις του Χριστού˙ «εάν αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών αφήσει και υμίν ο Πατήρ ημών ο Ουράνιος˙ εάν δε μη αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ο Πατήρ υμών αφήσει τα παραπτώματα υμών» [43].
Ξέρετε όμως τι συμβαίνει στην εποχή μας; Ακούσατε ένα παράδειγμα παλαιό. Οι Αθηναίοι Θεμιστοκλής και Αριστείδης είχαν ανάμεσά τους έχθρα μεγάλη και πολλήν ασυμφωνία. Όμως η πατρίδα τους έστειλε πρέσβεις για κάποια σοβαρή υπόθεσι, οπότε έπρεπε να ομονοήσουν. Οπότε λέει ο Αριστείδης στον Θεμιστοκλή: Θέλεις να αφήσουμε την έχθρα μας εδώ στα σύνορα και όταν επανέλθουμε να την ξαναπιάσουμε; «Βούλει, ώ Θεμιστόκλεις, επί των όρων την έχθραν απολίπωμεν; Εάν γαρ δοκή, πάλιν επανιόντες ληψόμεθα». Έτσι και έκαμαν. Άφησαν την έχθρα τους στα σύνορα, έφεραν εις πέρας την ομοφωνία την υπόθεσι της πατρίδας και σαν ξαναγύρισαν την ξαναπήραν και παρέμειναν εχθροί όπως πρώτα!
Έτσι ακριβώς πράττουν και δύο Χριστιανοί, εχθροί θανάσιμοι και ασύμφωνοι σε όλα. Όταν έλθη ο καιρός να εξομολογηθούν αφήνουν την έχθρα. Πού; Στην πόρτα της Εκκλησίας. Μεταλαμβάνουν μαζί, ζητούν αναμεταξύ τους συγχώρησι και όταν θα βγουν από την Εκκλησία έξω ακριβώς από την πόρτα της, την ξαναπαίρνουν και γίνονται σαν πρώτα εχθροί! Και είναι αυτή εξομολόγησις; Αργολογία είναι.
Άλλο˙ έχεις κάποια φιλία και αγάπη με ωρισμένα πρόσωπα; Ξέχνα την για πάντα, αρνήσου την για πάντα. Δεν μπορείς να αγαπάς μαζί και την πόρνη και τον Θεό! Ένας φιλόσοφος κάποτε ταξίδευε, αλλά του έτυχε τέτοια φοβερή θαλασσοταραχή που εκινδύνευσε να πνιγή. Παραδόξως εγλύτωσε. Ήλθε στο σπίτι του. Όμως ένα παράθυρο έβλεπε προς την θάλασσα. Το έχτισε λοιπόν για να μη την βλέπη και επιθυμήση να ταξιδεύση και πάλιν. Αχ, Χριστιανέ! Πόσες φορές εκινδύνευσες να χάσης και την ζωή σου και την ψυχή σου εξ αιτίας μιας πικρής αγάπης και γλύτωσες; Απόφυγε τις αφορμές, μη ξαναπεράσης πάλι απ’ εκείνο τον δρόμο, μη εισέλθης πια σ’ εκείνη την πόρτα, μη δης πια εκείνο το παράθυρο, κλείσε σφιχτά τα μάτια σου για να μη μπη ξανά το φίδι μες στην καρδιά σου! Αλλιώς αυτό που έκαμες δεν ήταν εξομολόγησις, ήταν αργολογία.
Το τελευταίο˙ κρατάς στα χέρια σου ξένο πράγμα; Αδίκησες κανένα; Επίστρεψέ το γιατί είναι αδύνατον να λάβης συγχώρησιν. Όχι ένας πνευματικός απλός ιερεύς, αλλά και ο Πατριάρχης και όλη η Σύνοδος, όλοι οι άγγελοι του ουρανού δεν έχουν εξουσία να σε συγχωρήσουν, αν δεν το επιστρέψης. Τολμώ να πω ότι ούτε ο ίδιος ο Θεός δεν μπορεί να σε συγχωρήση! Διότι όπως είναι δίκαιος, μάλιστα είναι η Αυτοδικαιοσύνη, έτσι δεν δύναται να θελήση το άδικο. Όχι! Ο δεσμός της αδικίας είναι άλυτος.
Πέθανε ένας άνθρωπος νυμφευμένος. Ο Θεός θέλησε να κάμη ένα θαύμα και τον ανέστησε. Η γυναίκα του τον ζητεί πάλιν για άνδρα της μα εκείνος δεν την θέλει. Έρχονται, το λοιπόν και οι δύο στο πνευματικό δικαστήριο της Εκκλησίας. Προεστώτες των εκκλησιών, πνευματικοί πατέρες που έχετε την ευθύνη των ανθρωπίνων ψυχών, τι αποφασίζετε, τι λέτε; Εκείνος ο άνθρωπος είναι υποχρεωένος να πάρη την πρώτη του γυναίκα ή είναι ελεύθερος; Είναι ελεύθερος, λέγουν οι θεολόγοι. Ήτο υποχρεωμένος να την έχη μέχρι το θάνατό του. Πέθανε; Ο θάνατος έλυσε το δεσμό. Ανεστήθη; Ναι, μα αυτή είναι μια άλλη ζωή. Αυτό σημαίνει ότι ξαναγεννήθηκε από την κοιλιά της μάνας του. Όταν κανείς γεννιέται, γεννιέται ελεύθερος.
Πέθανε και ένας άλλος που είχε ιδιοποιηθεί την περιουσία ενός φτωχού. Ο Θεός ηθέλησε να κάμη άλλο ένα θαύμα και ανέστησε και αυτόν. Έρχεται ο φτωχός και ζητάει τα αρπαγμένα, αυτός όμως δεν θέλει να τα επιστρέψη. Έρχονται και οι δύο στο δικαστήριο. Σας ερωτώ πάλι. Αυτός ο άνθρωπος που αδίκησε είναι υποχρεωμένος να επιστρέψη το ξένο πράγμα ή όχι; Ναι, είναι υποχρεωμένος, λένε οι αυτοί θεολόγοι, γιατί αυτό είναι χρέος της ψυχής, που το οφείλει ώσπου ζη η ψυχή. Η ψυχή όμως είναι αθάνατη, επομένως και το χρέος είναι αιώνιο. Υποχρεωμένος είναι να τα επιστρέψη και ζώντας και μετά τον θάνατό του, μέχρι τον καιρό της μελλούσης κρίσεως. Απέθανε; Ήταν υπόχρεως. Ανεστήθη; Είναι ωσαύτως υπόχρεως. Χίλιες φορές να πεθάνη και να αναστηθή, απαραιτήτως πρέπει να αποτίση το χρέος. Επομένως ο θάνατος δύναται να λύση τον δεσμό του γάμου, που είναι τόσο σφιχτός, αλλ’ ο θάνατος δεν μπορεί να λύση τον δεσμό της αδικίας. Αυτός μένει άλυτος!
Εσύ βλασφημείς το όνομα του Θεού, εσύ αρνείσαι την πίστι, εσύ ξανασταυρώνεις τον Χριστόν! Υπάρχουν μεγαλύτερες αμαρτίες απ’ αυτές; Μ’ όλα ταύτα, αν μετανοήσης και εξομολογηθής, ο πνευματικός έχει τόσην εξουσία που μπορή να σε συγχωρήση. Όμως αν εσύ κατακρατείς ξένο πράγμα και το εξομολογηθής, αν δεν το επιστρέψης δεν έχει εξουσία να σε συγχωρήση. Και γιατί; Διότι μ’ αυτές σου τις αμαρτίες υβρίζεις τον Θεό. Ο Θεός για όσα πράττουν εναντίον Του οι άνθρωποι, ετοποθέτησεν ως επίτροπό Του τον πνευματικό. Του έδωσε εξουσία όσα λύση ή δέση να είναι λυμένα και δεμένα [44]. Ο πνευματικός, σαν επίτροπος του Θεού μπορεί να συγχωρήση τις αμαρτίες αυτές που είναι εναντίον του Θεού. Όμως εσύ κατακρατείς το πράγμα εκείνου του φτωχού, τον οποίον αδίκησες. Ο φτωχός δεν έχει κάμει επίτροπό του τον πνευματικό και δεν του έδωσε εξουσία να σε συγχωρήση. Επομένως εφ’ όσον ο πνευματικός δεν είναι επίτροπος του φτωχού, δεν μπορεί να σε συγχωρήση με το πράγμα του φτωχού!
Λέγεις όμως ότι να εγώ δίνω τόσα σαρανταλείτουργα, τόσα ονόματα στα μοναστήρια (για να μνημονεύωνται στην πρόθεσι). Και τάχα με αυτά υπολογίζεις ότι συγχωρείσαι; Σώπασε! Κανείς νόμος ούτε ανθρώπινος, ούτε θείος διαλαμβάνει ότι μπορείς να κάνης καλωσύνες με ξένη περιουσία. Τα όσα κρατάς από τον φτωχό, είναι ξένα, δεν είναι δικά σου. Επομένως ποιος μπορή να σου τα χαρίση;
Αν ο Δεκάλογος, ο οποίος διατάζει όχι μόνο να μη παίρνουμε ξένα πράγματα, αλλά και να μη επιθυμούμε, είναι ένα παραμύθι, τότε εσύ έχεις το δίκαιο. Ο πνευματικός σου που το συγχωρή και παίρνει και την αμοιβή του, είναι ένας φρόνιμος άνθρωπος που ξέρει καλά την δουλειά του και εγώ είμαι ένας ψεύτης. Μα αν ο Δεκάλογος είναι αψευδέστατα λόγια του Θεού, εσύ είσαι ασυγχώρητος, ο πνευματικός σου είναι ένας πλάνος και εγώ λέω την αλήθεια.
Όχι, όχι αδελφέ! Θέλεις να κάμης μιαν αληθινή και τελεία εξομολόγησι; Πρώτον, πριν πας στον πνευματικό, εξέταζε την συνείδησί σου. Δεύτερον, όταν είσαι με τον πνευματικό, εξομολογήσου χωρίς ντροπή και προφάσεις. Και τρίτον, όταν φύγης από τον πνευματικό, διορθώσου, κάμε τον κανόνα σου, συγχώρησε τον εχθρό σου, άφησε τις σατανικές σου αγάπες, πλήρωσε τις αδικίες σου και τότε είσαι αληθινά και τέλεια συγχωρημένος˙ και τότε διώκεται το πνεύμα το «άλαλον και κωφόν».
Πνεύμα Άγιον! Αυτά που εκήρυξα σήμερα, που είναι όλα λόγια της αληθείας Σου, κάμε με την θεία Σου χάρι να καταλάβω εγώ πρώτος αυτά που είπα και όλοι εκείνοι που τα άκουσαν!
ΜΕΡΟΣ Β.
Ακούσατε πως πρέπει να γίνεται η αληθινή και τελεία εξομολόγησις. Αν τώρα με ρωτάτε πότε πρέπει να γίνεται, σας αποκρίνομαι:
Ένας αβροδίαιτος άνθρωπος ερώτησε κάποτε τον Διογένη, πότε πρέπει κάποιος να τρώη, σε ποια ώρα δηλαδή της ημέρας. Εκείνος του απάντησε με την συνηθισμένη του αστειότητα: «Αν είσαι πλούσιος, όποτε θέλεις, αν είσαι φτωχός, όταν έχης». Μ’ αυτό θέλησε να του πη ότι η ώρα είναι απροσδιόριστη.
Πότε πρέπει να εξομολογήται ένας χριστιανός; Αποκρίνομαι: αν είναι γέροντας, σήμερα˙ αν είναι νέος αύριο. Όμως δεν απαντώ σωστά! Είτε γέροντας, είτε νέος πρέπει να εξομολογήται το γρηγορώτερο δυνατόν. Δεν πρέπει να περιμένει μέχρι την Μεγάλην Εβδομάδα, όπως όταν είναι άρρωστος δεν περιμένει την Μεγάλην Εβδομάδα για να φωνάξη τον γιατρό. Κι ο αμαρτωλός αναμένει έως την Μεγάλην Εβδομάδα για να φωνάξη τον πνευματικό; Ώ, μεγάλη πλάνη των ανθρώπων! Θέλεις να σου πω έως πότε μπορεί να περιμένη κανείς για να εξομολογηθή; Έως ότου θα είναι βέβαιος πως μπορεί να ζήση. Αλλά με ποιά βεβαιότητα μπορεί να ζη κανείς όταν αυτή του η ζωή υπόκειται κάθε ώρα σε κίνδυνο; Το σήμερα είναι δικό μου, το αύριο δεν γνωρίζω. Αν μετανοήσω, ο Θεός μου έταξε συγχώρησι. Αλλά για να μετανοήσω ο Θεός δεν μου έταξε το αύριο. Ο Θεός μάλιστα μου λέει πως δεν γνωρίζω ούτε την ημέρα, ούτε την ώρα του θανάτου μου. και εγώ επαναπαύομαι να ευρίσκεται σε τόσο κίνδυνο η ψυχή μου;
Πότε πρέπει να εξομολογήται κανείς; Το γρηγορώτερο. Διότι άλλο λογαριάζω και άλλο μου τυχαίνει. Επιτρέψτε μου να τελειώσω την διδασκαλία μου με ένα μύθο.
Ένα ελάφι ήταν τυφλό από το ένα του μάτι. Μιαν ημέρα έβοσκε στην ακροθαλασσιά. Σκέφθηκε το εξής: «Εδώ που βρίσκομαι έχω από την μία πλευρά την ξηρά, από την άλλη την θάλασσα. Επομένως ας κοιτάζω με το γερό μάτι προς την ξηρά, διότι από κει μπορεί να έλθουν κυνηγοί. Από την μεριά της θαλάσσης δεν φοβάμαι, οπότε ας είναι απ’ εκεί το τυφλό». Ωστόσο πέρασαν από κει με μια βάρκα κάποιοι ψαράδες. Είδαν το ελάφι, του έριξαν ένα κοντάρι και το σκότωσαν! Αποθνήσκοντας έλεγε: «Δεν μου ήλθε από κει που φοβόμουν. Μου ήλθε ο θάνατος από κει που δεν φοβόμουν»!
Ο μύθος δηλοί ότι άλλο λογαριάζω και άλλο μου συμβαίνει. Φοβούμαι απ’ εδώ και μου έρχεται απ’ εκεί η πληγή. Φυλάγομαι από το φυσικό και μου έρχεται το αιφνίδιο!
Αν είμαι άνθρωπος με νουν, αν είμαι Χριστιανός με πίστι, τι πρέπει να κάμω; Να εξασφαλισθώ για να μη φοβάμαι από πουθενά και από τίποτε. Με τι; Με την εξομολόγησι. Πότε; Το γρηγορώτερο!
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Όρα και Α’ Τιμόθεον Α’, 9 «δικαίω νόμος ου κείται» και Παροιμιών Θ’, 10 «το γαρ γνώναι νόμον διανοίας εστίν αγαθής».
2. Κατ’ ακρίβειαν το χωρίον έχει ούτως: «έλλησί τε και βαρβάροις, σοφοίς τε και ανοήτοις οφειλέτης ειμί» (Ρωμαίους Α’, 14), ένθα ταυτίζει το «ανόητος» (ο μη έχων νουν) με το «αγράμματος».
3. Β’ Βασιλειών κεφ. ΚΔ’
4. Τα περί της Σωσάννης εύρηνται προ του βιβλίου του προφήτου Δανιήλ.
5. Αυτό εδείκνυε έλλειψιν εμπιστοσύνης εις τον Θεόν τον καθοδηγούντα τον Ισραήλ.
6. Συμφώνως ταις διατάξεσι του Δευτερονομίου ΚΒ’, 23.
7. Β’ Βασιλειών ΚΔ’, 14.
8. Σωσάννα, 23.
9. Ματθαίου Ι’, 28.
10. Εβραίους Ι’, 31.
11. Ομιλία ΛΣΤ’, εις Ματθαίον.
12. Ψαλμός ΡΒ’, 8-9.
13. Πρόκειται περί της Βηρσαβεέ, εξ ής μοιχείας προήλθεν ο Σολομών, και περί Ουρίου του συζύγου αυτής, ον εμμέσως εφόνευσεν Δαυΐδ (όρα Β’ Βασιλειών κεφ. ΙΑ’).
14. Εβασίλευσεν από 697 έως του 642. Ασεβής και εξωλέστατος κατ’ αρχάς, μετανοήσας λόγω αιχμαλωσίας υπό Ασσυρίων, γέγονε αξιολογώτατος βασιλεύς.
15. Λουκά ΙΘ’, 2 και εξής.
16. Λουκά Ζ’, 37 και εξής.
17. Λουκά ΚΓ’, 39 και εξής.
18. Σοφίας Σειράχ Β’, 18.
19. Ματθαίου ΚΖ’, 4.
20. Αυτόθι.
21. Κακίστη συνήθεια που κρατεί και έως της σήμερον, ευτυχώς εις ολίγους.
22. Σιμωνιακά καλούνται τα επί πληρωμή μυστήρια, έκ τίνος Σίμωνος μάγου εξαιτήσαντος δια χρημάτων παρά των Αποστόλων ίν’ εξαγοράση την χάριν του Αγίου Πνεύματος ίν’ επιτελή και αυτός θαύματα.
23. Ψαλμός ΞΗ’, 26.
24. Ματθαίου ΚΖ’, 5 και Πράξεων Α’, 18.
25. Ματθαίου ΚΣΤ’, 72.
26. Ματθαίου ΚΣΤ’, 75.
27. Ιωάννου ΚΑ’, 15 και εξής.
28. Ομιλία ΛΘ’ «Εις τα άγια Φώτα».
29. «Περί Μετανοίας», Ομιλία Γ’.
30. Α’ Τιμόθεον ΣΤ’, 5.
31. Κλίμαξ, Λόγος Δ’, λβ’ «Περί της μακαρίας υπακοής».
32. Κυρίως θανάσιμον αμάρτημα είναι η αμετανοησία ήτις λέγεται και βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος (όρα Μάρκου Γ’, 28-29). Ο περιορισμός των θανασίμων (άτινα προκαλούν πνευματικόν θάνατον) εις επτά οφείλεται εις λατινικάς επιδράσεις. Εισί δε ταύτα α) γαστριμαργία, β) ακολασία πάσης φύσεως, γ) φιλαργυρία, δ) οργή και φθόνος, ε) κενοδοξία, στ) ακηδία, ζ) υπερηφανία. Πάντα ταύτα και έτερα πολλά απαλείφονται διά της ειλικρινούς μετανοίας και της εξομολογήσεως.
33. Ψαλμός Ν’,19.
34. Γένεσις Β’, 8 και εξής.
35. Παροιμίαι ΙΒ’, 16. Το σωστόν κείμενον έχει ούτω: «κρύπτει δε την εαυτού ατιμίαν πανούργος».
36. Όροι κατά πλάτος Β’.
37. Ψαλμός ΡΜ’, 4.
38. Ψαλμός ΛΑ’, 5.
39. Β’ Βασιλειών ΙΒ’, 13 και εξής.
40. Λόγος ΙΗ’ «Εις τον Πατέρα αυτού σιωπώντα δια την πληγήν της χαλάζης».
41. Επιστολή ΡΜΘ’, Γεωργίου.
42. Ερευνήσαντες εισταμένως ουχ εύρομεν που το χωρίον τούτο εν τοις του Μεγ. Βασιλείου κείται.
43. Ματθαίου ΣΤ’, 14-15.
44. Πρβλ. Ματθαίου ΙΣΤ’, 19 και ΙΗ’, 18