Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2020

π. Αὐγουστίνου Καντιώτου – Aγάπη πάνω απ᾽ όλα στo Χριστό!


«Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος·
καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος» (Ματθ. 10,37)

Σήμερα, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡ ἑορτὴ τῶν ἁ­γίων Πάντων. Δὲν ἑορτάζει ἕνας ἅγιος· ἑ­ορτάζουν πολλοὶ μαζί, ἑκατομμύρια, ἀν­αρίθμη­τοι ἅγιοι. Εἶνε ἀπ᾽ ὅλο τὸν κόσμο, ἀπ᾽ ὅλες τὶς ἡλικίες, ἀπ᾽ ὅλα τὰ ἐπαγγέλ­ματα, ἀπ᾽ ὅλες τὶς τάξεις, ἀπ᾽ ὅλες τὶς φυλές. Ἅγιοι εἶνε νήπια, μεγαλύτερα παιδιά, ἄντρες, γυναῖκες· εἶ­νε βα­σιλεῖς καὶ ἄρχον­τες, στρατιῶτες καὶ φτωχοί.

* * *

Ἅγιοι ὑπάρχουν σὲ κάθε ἐ­ποχή. Δὲν ἦταν μόνο «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ», εἶνε καὶ σήμερα· ὑ­πάρ­χει καὶ σήμερα ἀρετή, ἁγιότης. Ἡ κοινωνία μας βέβαια ἔγινε ἀκάθαρ­τη, ὄ­ζει – βρωμάει, εἶνε κοπριὰ τοῦ διαβόλου. Ἀλλ᾽ ὅ­πως κάποτε ψάχνοντας βρίσκει κανεὶς καὶ μέσ᾽ στὴν κοπριὰ κάτι πολύτιμο, ἔτσι καὶ μέσα στὴ σημερινὴ κοινωνία κρύβονται δια­μάντια, βλέπεις ἐκδηλώσεις ποὺ συγκινοῦν· ὑπάρχει ἁ­γι­ωσύνη, ὄχι ἁπλῶς καλωσύνη. Παραδείγματα; Νά.
Στὴν Ἀθήνα ἕνα φτωχαδάκι ταξιτζῆς, ποὺ δὲν εἶχε οὔτε σπίτι, βρῆ­κε μέσα στ᾽ ἁμάξι του ἕ­να δέμα ποὺ ξέχασε κάποιος ἐπιβάτης. Εἶχε μέσα – πόσα λέτε; Πεντακόσες χιλιάδες! Τὰ πῆρε; Ὄχι. Δὲν τὰ ἄγγιξε. Τί ἔκανε; Πῆγε κατ᾽ εὐθεῖαν στὴν ἀστυνομία. –Δὲν εἶνε δικά μου αὐτά, εἶπε. Αὐτὴ ἡ τιμιότης δὲν εἶνε ἁγιότης;
Θέλετε ἄλλο;
Σ᾽ ἕνα νοσοκομεῖο κάποιος ἄρρωστος κινδύνευε νὰ πεθάνῃ. –Χρειάζεται αἷμα! ἀνακοίνωσε τὸ ῥαδιόφωνο. Δέκα λοιπὸν Χριστιανοὶ πῆγαν νύχτα στὸ νοσοκομεῖο καὶ ἔδωσαν αἷμα γι᾽ αὐτόν. Δὲν ἦταν συγγενεῖς του· ἕνας μάλιστα ἀπ᾽ αὐτοὺς ἦ­ταν καὶ ἐ­χθρός. Αὐτὴ ἡ θυσία δὲν εἶνε ἁγιότης;
Ἄλλο παράδειγμα. Μιὰ γυναίκα ἔμεινε ἔγκυος. Ὁ γιατρὸς τῆς εἶπε· –Νὰ ξέρῃς ὅτι κινδυνεύεις, ἡ καρδιά σου δὲν ἀντέχει, πρέπει νὰ ῥίξῃς τὸ παιδί. –Ἄ ὄχι, γιατρέ, τέτοιο πρᾶγμα δὲν κάνω! Καὶ προτίμησε νὰ πεθάνῃ ἡ ἴδια παρὰ νὰ κάνῃ ἔκτρωσι τὸ παιδί. Ἐν τούτοις ὁ Θεὸς τὴν φύλαξε καὶ γέννησε καλά. Αὐτὴ ἡ αὐτοθυσία δὲν εἶνε ἁγιότης;
Θέλετε κι ἄλλο; Στὴ Θεσσαλονίκη δύο τυ­­φλὰ παιδιὰ πέσανε στὴ θάλασσα καὶ κινδύνευαν νὰ πνιγοῦν. Ἀμέσως ἕνα ἄλλο παλληκάρι ἔπεσε στὰ κύματα καὶ τοὺς ἔσωσε. Αὐτὴ ἡ εὐσπλαχνία δὲν εἶνε ἁγιότης;
Θέλετε κάτι ἀκόμη ἀνώτερο; Πηγαίνετε στὸ Ἅγιο Ὄρος· θὰ δῆτε ἐκεῖ καλογήρους νὰ κάνουν προσευχή. Μέ­σα σὲ βουνά, σὲ σπήλαια, σὲ κουφάλες δέν­τρων, ἀγρυπνοῦν καὶ προσ­εύχονται μὲ τὸ κομποσχοίνι καὶ παρακαλοῦν τὸ Θεὸ καὶ τὴν Παναγία· ὄχι μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό τους, ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο.
Ὑπάρχει λοιπὸν καὶ σήμερα καλω­σύνη, ἀ­ρετή, ἁγιότης.

* * *

Τίθεται ὅμως, ἀγαπητοί μου, τὸ ἐρώτημα· ἀρκοῦν ἆραγε αὐτὰ τὰ καλὰ γιὰ νὰ πᾶμε στὸν παρά­δεισο; Ὄχι, ἀ­παντᾷ τὸ σημερινὸ εὐαγγέ­λιο· ἀ­παιτεῖται καὶ κάτι ἄλλο. Χίλια καλὰ νὰ κά­­νῃς, ἂν δὲν ἔχῃς καὶ αὐτὸ πᾷς στὴν κόλα­σι. Ποιό εἶν᾽ αὐτὸ τὸ ἕνα; Εἶνε ἐκεῖνο ποὺ εἶ­χαν ὅλοι οἱ ἅγιοι, ὅτι ὡμολογοῦσαν τὸ Χριστό. Τί θὰ πῇ «ὡμολογοῦσαν τὸ Χριστό»; Πιστεύεις ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε Θεὸς ἀληθινός; ὅτι κατέβηκε ἀ­πὸ τὰ οὐράνια ἐδῶ στὴ γῆ γιὰ νὰ σώ­σῃ τὸν κό­σμο; ὅτι σταυρώθηκε; ὅτι ἀναστήθη­κε; ὅτι ἀνα­λήφθηκε στοὺς οὐρανούς; ὅτι θὰ ἔρθῃ πάλι νὰ κρίνῃ τὸν κόσμο; Ἂν τὰ πιστεύ­ῃς αὐτά, τότε δεῖξε τὴν πίστι σου. Πῶς νὰ τὴ δεί­ξῃς; Ἐπάνω στὰ πράγματα· τότε ἀξίζει ἡ πίστι, ὅταν στοι­χίζῃ. Νὰ εἶ­σαι ὄχι ἕνας ψυχρὸς ἀλλὰ ἕνας θερ­μὸς Χριστιανός· ὅ­που βρεθῇς, νὰ ὁμολογῇς αὐ­τὸ ποὺ πιστεύεις. Πῶς; Ὅπως οἱ ἅγιοι Πάν­τες ποὺ ἑ­ορ­τάζουμε. Τί ἔκαναν ἐκεῖνοι; Τοὺς ἔ­πιαναν καὶ τοὺς ἀνέκριναν· –Πιστεύεις στὸ Χρι­­στό; Ἂν ἔ­λεγαν «Ὄχι», γλύτωναν· ἂν ἔλεγαν «Πιστεύω», καταδικάζονταν. Ὑπάρχουν πολλὰ τέτοια παραδεί­γματα. Ἀναφέρω ἕνα μόνο ποὺ συνέβη στὸν Πόντο πρὶν πεντακόσα χρόνια.
Ἕνας πασᾶς εἶδε ἕνα παλληκάρι 18 ἐτῶν, καλὸ ἐργατικὸ φρόνιμο παιδί. Τὸ ἐκτίμησε καὶ τοῦ λέει· –Θὰ σοῦ δώσω τὴν κόρη μου, νὰ σὲ κά­νω κ᾽ ἐσένα πα­σᾶ, ἀλλὰ θ᾽ ἀλ­λάξῃς θρησκεία· ἂν ἀλλάξῃς, ὅλα δικά σου. Ὁ νέος δὲν ἤθελε· τέλος, ἀφοῦ ὁ πασᾶς ἐπέμενε πολύ, προσποιήθηκε· –Ἀ­φοῦ τὸ θέλεις, θὰ γί­­νω Τοῦρ­κος. –Μπράβο! πότε; αὔριο, μεθαύ­ριο; –Ἄ, λέει, σὲ μεγάλη μέρα· τὴ Λαμπρή, ποὺ γιορτάζουν οἱ Χριστιανοί, τότε θ᾽ ἀνεβῶ στὸ τζαμὶ νὰ τὸ φωνάξω. Ἐνθουσιάστηκε ὁ πασᾶς. Καὶ ὄν­τως τὴν ἡμέρα τοῦ Πάσχα στὴ Σαμψοῦντα μαζεύτηκαν οἱ Τοῦρκοι χαρούμενοι κάτω ἀπ᾽ τὸ τζαμί, ἐνῷ οἱ Χριστιανοὶ πενθοῦσαν. Τὸ παι­­δὶ ἀνέβηκε στὸ μιναρέ· ἀλλ᾽ ἀντὶ νὰ πῇ «Ἕ­νας εἶνε ὁ Ἀλλάχ…», ἄρχισε νὰ ψάλλῃ –«Χριστὸς ἀνέστη ἐν νεκρῶν…». –Μᾶς γέλασε ὁ ἄ­πιστος, εἶπαν. Ἀλλὰ μέχρι ν᾽ ἀνεβοῦν καὶ νὰ τὸν ῥίξουν κάτω, πρόλαβε καὶ τό ᾽πε ἀρκετά. Βλέ­πετε; δὲν ἀρνήθηκε, ὡμολόγησε τὸ Χριστό.
Ἐμεῖς ὁμολογοῦμε τὴν πίστι μας; Δὲν τὴν ὁμολογοῦμε. Θέλετε παραδείγματα; Ὁρίστε.
Παρατηρῶ ὅτι δὲν κάνετε τὸ σταυρό σας κανονικά. Σᾶς εἶπα χίλιες φορὲς καὶ σᾶς ἔδειξα πῶς γίνεται ὁ σταυρός· μὲ τὰ τρία δάχτυλα στὸ μέτωπο, στὴν κοιλιά, δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ στοὺς ὤμους. Ἔτσι ἔκαναν οἱ ἅγιοι Πάντες.
Θέλετε ἄλλο παράδειγμα; Προχθὲς ἦρθε στὴ μητρόπολι ἕνα χωριὸ ὁλόκληρο, μὲ καμμιὰ εἰκοσιπενταριὰ παιδάκια. Τὰ ρωτάω λοιπόν· –Τρῶτε τὸ φαγητό σας; –Τὸ τρῶμε. –Κάθε­στε μὲ τοὺς γονεῖς στὸ τραπέζι. –Καθόμα­στε. –Δὲ μοῦ λέτε, ὑπάρχει κανένα σπίτι ποὺ κάνε­τε ὅλοι μαζὶ προσευχή;… Δὲν βρέθηκε οὔτε ἕνα! παντοῦ κάθονται καὶ τρῶνε σὰν τὰ ζῷα.
Καὶ τὸ βράδυ; Οἱ πρόγονοί μας δὲν ἔ­πεφταν γιὰ ὕπνο χωρὶς νὰ προσευχηθοῦν. Τώ­ρα δεῖξτε μου ἕνα σπίτι ποὺ προτοῦ νὰ κοιμη­θοῦν κάνουν οἰκογενειακὴ προσευχή. Οἱ παλαιοὶ δὲν εἶχαν ἀνέσεις, ῥαδιόφωνα, τηλε­ορά­σεις, ἀλλ᾽ ὅταν νύχτωνε μαζεύονταν ὅπως τὰ πουλάκια στὴ φωλιά, καὶ γονάτιζαν ὅλοι μαζὶ μπροστὰ στὶς εἰκόνες. Σήμερα ἡ ζωὴ κατήντησε κτηνώδης· διώξαμε μακριὰ τὸ Θεὸ καὶ βρωμήσαμε, σαπίσαμε, διαλυθήκαμε.
Ἂν λοιπὸν πιστεύῃς στὸ Χριστό, θὰ γονατί­σετε τὸ βράδυ οἰκογενειακῶς, θὰ προσ­ευχηθῆτε στὸ τραπέζι γονεῖς καὶ παιδιά, θὰ κάνετε τὸ σταυρό σας κανονικά. Πιστεύεις; Τότε θὰ ὁ­μολογῇς τὴν πίστι σου καὶ ἐκτὸς τοῦ σπιτιοῦ· στὸ ταξίδι (στ᾽ αὐτοκίνητα, τραῖνα, ἀ­εροπλάνα), σ᾽ ἕνα ἑστιατόριο, σὲ μιὰ ἐπίσκε­ψι, σ᾽ ἕνα τραπέζι, σὲ μιὰ γιορτή. Γύρω σου ὑ­πάρχει μον­τέρνος κόσμος, ἄπιστοι, ὑλισταί, μασόνοι, ῥοταριανοί, αἱ­ρετικοί. Ἐσὺ τί θὰ κά­νῃς; Μὴ ντραπῇς, μὴ φοβηθῇς μήπως σὲ ποῦν καθυστερημένο. Νὰ σηκωθῇς ἐπάνω ἄφοβα, νὰ κάνῃς τὸ σταυρό σου ἤρεμος. Ἕνας Ἀμερικᾶνος ποὺ μπῆκε στὸν πύραυλο νὰ πετάξῃ στὸ φεγγάρι, προτοῦ νὰ ξεκινήσῃ, ἔκανε τὸ σταυρό του. Ἐμεῖς; Ἀφήσαμε δυστυχῶς τὶς ὡ­ραῖες παραδόσεις μας, ἀρνηθήκαμε τὸ Θεό. Ὅποιος ντρέπεται, εἶνε αὐτὸς Χριστιανός;
Θέλεις ἄλλη περίπτωσι ὁμολογίας; Παλαιότερα καὶ στὴν πατρίδα μας καὶ στὴ Μικρὰ Ἀσία βλαστήμια δὲν ἀκουγόταν. Νὰ βλαστημήσῃ ἄνθρωπος στὴ Σαμψοῦντα, στὰ εὐλογη­μένα μέρη; Δὲν ὑπῆρχε βλάστημος. Τώρα, ἐ­κεῖ ποὺ κάθονται στὸ καφφενεῖο, ἐκεῖ ποὺ διαβάζουν ἐφημερίδα ἢ παίζουν τάβλι, βλαστημᾶνε. Στὸ σπίτι τρώει, τὴ μπουκιὰ ἔχει στὸ στόμα, καὶ βλαστημάει τὰ θεῖα. Καὶ αὐτὸς μὲν ἁμαρτάνει, ἐσὺ ὅμως ποὺ τὸν ἀκοῦς νὰ ὑβρί­ζῃ τὸ Χριστὸ τὴν Παναγία τί κάνεις; Μὴν τὸ ἀ­νέχεσαι. Νὰ διαμαρτυρηθῇς, ὁμολόγησε τὴν πίστι σου. Πὲς τὰ λόγια τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ· Ἂν ὑβρίσῃς τὴ μάνα καὶ τὸν πατέρα μου, σὲ συγχωρῶ· ἂν βλαστημήσῃς ὅμως τὸ Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία, δὲν ἔχω μάτια νὰ σὲ δῶ! Καὶ μεταξὺ συζύγων. Ἤξερα στὰ Γρεβενὰ μιὰ γυναῖκα ποὺ ὁ ἄντρας της βλαστημοῦσε. Μιὰ μέρα τοῦ λέει· –Ἄντρα μου, σὲ ἀγαπῶ· ἀλ­λὰ παραπάνω ἀπὸ σένα ἀγαπῶ τὸ Χριστό· ἂν δὲν σταματήσῃς τὴ βλαστήμια, δὲν σὲ θέλω, θὰ χωρίσουμε. Ποιός τὸ κάνει τώρα αὐτό;

* * *

Οἱ ἅγιοι Πάντες, ἀγαπητοί μου, ἔκαναν τὸ καλὸ πάντα, ἀλ­λὰ καὶ ὡμολογοῦσαν τὴν πί­στι. Γιατὶ ἀγαποῦσαν πάνω ἀπ᾽ ὅλα τὸ Χριστό.
Ἂν θέλῃς σὲ μιὰ λέξι ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο, εἶ­νε ἡ λέξι «ἀγάπη», ν᾽ ἀγαπᾷς. Τί; Ὅλα· τὰ λουλούδια, τὰ δέντρα, τὰ ζῷα, τὰ που­λιά, τὰ δάση, τὰ ποτάμια, τὶς λίμνες, τὴ ­θάλασ­σα, τὰ ἄστρα, ὅλο τὸν κόσμο· τὴ μάνα σου, τὸν ἄντρα σου, τὰ παιδιά σου. Ἀρκοῦν αὐτά; Ἂν μείνῃς σ᾽ αὐ­τά, πᾷς στὴν κόλασι. Αὐτὰ τά ᾽χουν καὶ οἱ Γιαπωνέζοι. Προχώρησε! Μὴν κάνῃς εἴ­δωλο τὸ παιδὶ ἢ τὸν ἄντρα σου· αὐτὸ λέει τὸ εὐαγγέλιο σήμερα (βλ. Ματθ. 10,37). Νὰ λατρεύῃς ἐκεῖνον ποὺ σοῦ τά ᾽δωσε ὅλα αὐτά, τὸ Χριστό μας. Καὶ ὁ ἀ­πόστολος Παῦλος συμπληρώνει· Ὅποιος δὲν ἀγαπάει τὸ Χριστό, «ἤτω ἀνάθεμα» (Α΄ Κορ. 16,22).
Προσέξτε λοιπὸν τὴν ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν· διδάξτε τα, παραπάνω ἀπ᾽ ὅλα ν᾽ ἀγαποῦν τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν.
ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Πάντων Δροσεροῦ – Ἑορδαίας τὴν 9-6-1974.