Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2020

Στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος

Αγ. Λουκάς Κριμαίας: Λόγος στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος - Αντίφωνο

Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου


μπρός, φίλοι μου, ς πλώσουμε σήμερα χωρς δισταγμ τ χέρι στος θησαυρος το Εαγγελίου, γι ν ντλήσουμε π κε κατ τν συνήθειά μας πλοτο, πού φθονα σ λους διαμοιράζεται κα οτε στ λάχιστο ποτ δν ξοδεύεται. λτετν πάνσοφο κα πάλι ς κολουθήσουμετν ραο δηγό μαςτν Λουκν δομε τν Χριστ ν νεβαίνει σ ρος ψηλ κα τν Πέτρο κα τν άκωβο κα τν ωάννη ν παίρνει μάρτυρες τς θεϊκς ΜεταμορφώσεωςΔιότι «πρε μαζί Του», λέει, «ατος πού ποτελοσαν τν συντροφι το Πέτρου κα σ ρος ψηλ νέβηκε»  Δεσπότηςρος ψηλόστ ποο  δυάδα Μωυσς κα λίας συζητοσε μ τν Χριστό.
ρος ψηλόπάνω στ ποο  Νόμος κα ο Προφτες συνομιλοσαν μ τν Χάρηρος ψηλόσ’ ατ  Μωυσςπού γινε σφαγέας το μνο γι τ πάσχα τν σραηλιτν κα τσι μ τ αμα τ νώφλια τν βραίων ράντισε.
ρος ψηλόσ’ ατ  λίαςπού κοντ σ’ κείνους τ βόδι εχε τεμαχίσειτν θυσία τν περιχυμένη μ νερ εχε φανίσει μ φωτιάρος ψηλόπου  Μωυσς νθρωπος πού νοιξε κα κλεισε τς ρυθρς Θάλασσας τ πολλ κα πάντοτε ξεχώριστα νεράρος ψηλόγι ν μάθουν σοι νκαν στν κύκλο το Πέτρου κα το ακώβου τι Ατς εναι τ πρόσωπομπρς στ ποο κάθε γόνατο θ λυγίσει τν πουρανίων κα πιγείων κα καταχθονίων.
Βέβαιανέβηκε μόνο μ τρεςδν τος πρε λους μαζί Τουδν τος φησε κάτω λουςδν πέκλεισε τος λλους π τν φανέρωση τς δόξας Τουδν τος κρινε ποδεέστερουςφοκαθς εναι δίκαιοςμ δικαιοσύνη τ πάντα τακτοποιεχοντας λους στν νο Του, δν χωρίζει π τν μεταξύ τους γάπη ατος πού νωσε. λλά, πειδ δν ταν ξιος ν δε τ θεϊκ πρόσωπο κα τν φοβερ κείνη πτασία  ούδας,  μελλοντικς προδότης, γι τοτο  Κύριος κα τος λλους φήνει, γι ν φήσει στερα κι κενον, πού δν φέθηκε μόνος, τελείως ναπολόγητο, κα τος τρες, σύμφωνα μ τν μωσαϊκ Νόμο, ν πάρει παρκες μάρτυρες τς Μεταμορφώσεως. Ατο σωτερικά, ψυχικά, κα τος πόλοιπους φεραν μαζί τους. Διότι λέει  διος: «Φύλαξέ τους, Πάτερ δίκαιε, γι ν εναι κα ατο να, πως κα μες να εμαστε». Διότι, ν βλεπε  ούδας σιμ στ ρος τν νδρέα, τν Θωμ, τν Φίλιππο κα τος πόλοιπους ν βρίσκονται μαζί Του κα οτε ν γογγύζουν, ν μν γανακτον, ν μν κακολογον, λλά ν χαίρονται κα κοιν ν λογαριάζουν γι τος αυτούς τους κα τος πόντες τν χάρη π ψηλά, ταν π κάθε πολογία στερημένος, φο ποτ γι κανένα θαμα δν τν παρέβλεψε  Χριστός. πεναντίας, κα τ κουτ τν συνεισφορν εχε, μόλο πού τν διάθεση το μύρου (π τν εγνώμονα Μαρία στν Βηθανία) χωρς λόγο ζήλευε, κα τν Διδάσκαλο στος χθρος τόλμησε ν προδώσει.
Τί λέει, λοιπόν,  Εαγγελιστής; «Κα μεταμορφώθηκε νώπιόν τους κα μφανίστηκαν  Μωϋσς κα  λίας ν συζητον μαζί Του». λλά  Πέτρος, σν θερμς πάντα γύρω π λα τ θέματα, παρότι μ τ μάτια τς διάνοιας εδε κάποια στιγμ ατος πού δν γνώριζε ν συνομιλον μ’ Ατόν, λάχιστα λογαριάζοντας τ θαμα, πολογίζοντας χι τν παράδοξο χαρακτήρα τς θείας λλάμψεως, νόμαζε ραο τν ρημο τόπο. Σκηνοποις π ψαρς ν γίνει θελε, φο φώναζε στν Σωτήρα: «ς κάνουμε τρες σκηνές· μία γι σένα, μία γι τν Μωυσ κα μία γι τν λία» δίχως ν ξέρει τί λέει.
λλά, Πέτρο, κορυφαε κα πρτε στν χορεία τν Μαθητν, γιατί μ οτιδανς σκέψεις περίσκεπτα προτρέχεις κα μ συλλογισμος νθρώπινους μιλς λότελα ες βάρος τν θείων, θέλοντας ν στήσεις τρες σκηνς σ ρημιά; μοια μ τν δούλων ξία καθορίζεις γι τν Δεσπότη; Κα γι τν Χριστ μία σκην κα γι τος δύο ξίσου βιάζεσαι ν φτιάξεις; Μήπως, λοιπόν, π γιο Πνεμα, πως Ατός, συνελήφθη  Μωυσς; Μήπως παρθένος γέννησε τν λία, πως Ατν  Παναγία Παρθένος Μαρία; Μήπως ς μβρυο μέσα π τν μήτρα τν ντιλήφθηκε  Πρόδρομος; Μήπως  ορανς δωσε μήνυμα γι το λία τν γέννηση, ο μάγοι προσκύνησαν το Μωυσ τ σπάργανα; Μήπως λοιπν  Μωυσς κα  λίας καμαν τόσα θαύματα  π σπήλαιο νθρώπινο διωξαν πονηρ πνεύματα;  Μωυσς, βέβαια, ργίστηκε κάποτε καί, σν χτύπησε τ πέλαγος μ ράβδο, τ διάβηκε·  διδάσκαλός σου μως ησος πάνω στν θάλασσα περπάτησε μαζ μ τν Πέτρο κα βατν καμε τν βυθό.  λίας μετ π κεσία πλήθυνε τς χήρας τ λεύρι κα τν γι της νέστησε πό τούς νεκρούς, ν κενος μαθητ Του μέσα πό τούς ψαράδες σ πρε κα μ λίγους ρτους χιλιάδες νθρώπους χόρτασε κα τν δη φησε γυμνν π ρματα κα ρπαξε ατος πού, φότου φάνηκαν νθρωποι στν γσαν παραδομένοι σ πνο.
Γι’ ατό, Πέτρο, μ λς «ς φτιάξουμε δ τρες σκηνές», μήτε «μορφα εναι δ ν εμαστε», μήτε λόγο πού ναφέρεται σ κάτι νθρώπινο  μικροπρεπές, μήτε κάτι γήινο  ετελές. Τ νω ν σκέφτεσαι, τ νω ν’ ναζητες, καθς  Παλος μήνυσε, χι τ πίγεια. Διότι πς εναι μορφο ν βρισκόμαστε μες δπου  φις κακομεταχειρίστηκε κα βλαψε τν πρωτόπλαστο κα τσι τν παράδεισο κλεισε; που τ ψωμ μ δρτα το προσώπου του ν τρώει κούσαμε; που μάθαμε τι επώθηκε σ’ ατν ν στενάζει κα ν τρέμει γι τν παρακο το πάνω στν γπου τ πάντα εναι σκιά; που τ πάντα θ παρέλθουν κα θ χαθον, σ χρόνο τόσο, σο διαρκε μι πλή κίνηση; Πς λοιπν τ ν βρισκόμαστε δ εναι ραο; Ἐὰν δ  Χριστς θελε ν μς παρατήσει, γιατί πρε αμα κα σάρκα; Ἐὰν δ  Χριστς θελε ν μς γκαταλείψει, γιατί σκυψε στν πεσόντα νθρωπο μ συγκατάβαση; γιατί ατν πού βρισκόταν χάμω νέστησε;
Ἐὰν νομίζεις τι εναι ραο ν εμαστε πάνω στν γ, ματαίως λαβες τν προσωνυμία «κλειδοχος τν ορανν». Σ ποι περίπτωση, λοιπόν, μπορε ν χρησιμοποιηθον τν ορανν τ κλειδιά; φο τ ρος τοτο ποθες, παράτησε στ ξς τος ορανούς. ν σκηνς ν σηκώσεις θέλεις, μ συνεχίσεις ν εσαι τς κκλησίας θεμέλιος. Διότι μεταμορφώθηκε  Χριστς χι χωρς διαίτερο λόγο, λλά γι ν φανερώσει σ’ μς μέσ’ π’ τ πράγματα τν μεταμόρφωση, πού μέλλει ν ποστε  φύση μας, κα τν δεύτερο σωτήριο ρχομό Του,  ποος θ γίνει πάνω στς νεφέλες, μέσα στς φωνς τν ρχαγγέλων. Διότι  διος εναι πού τ φς σν πανωφόρι περιβάλλεται, καθς εναι κριτς ζωντανν κα νεκρν. Γι’ ατ μφάνισε τν Μωυσ κα τν λία, γι ν παρουσιάσει τ δείγματα τν ρχαίων προσώπων.
Κα τί λέει  μεγάλος συγγραφέας; «ν κόμη ατς μιλοσε, νά, νεφέλη φωτειν π πάνω τους κάλυψε. Κα δού, φων π τν οραν ν λέει: «Ατς εναι  Υός μου  γαπητός,  ποος χει πλήρη τν εαρέσκειά μου. Ατν ν κοτε». σο κόμη, λέει  Εαγγελιστής,  Πέτρος μιλοσε, επε ς πάντηση στ λόγια του  Πατήρ: «Γιατί, Πέτρο, λς τι εναι μορφα, φο δν ξέρεις ατ πού λές; λησμόνησες τν αυτό σου  μήπως φθονες τ γένος; κόμη δν χεις παιδαγωγηθε; Μέχρι τώρα δν πέκτησες τν σφαλ γνώση σχετικ μ τν υότητα, σύ πού λές: «Σ εσαι  Χριστός,  Υἱὸς το ζωντανο Θεο». Τόσα θαύματα εδες καθαρά, γι το ων, κα κόμα εσαι Σίμων; Τν ορανν κλειδοχο σ τοποθέτησε κα τς θαλασσινς δουλεις κόμα τ ροχο δν πέταξες π πάνω σου; ρστε, γι τρίτη φορ ντιστέκεσαι στο Σωτήρα τ θέλημα, δίχως ν ξέρεις ατ πού λές. Σο επε δηλαδή: «Πρέπει ν ποστ τ πάθος» κα λές: «Ν μ σο συμβε ατό». Επε πάλι: «λοι θ σκανδαλισθετε», κα λές: «ν λοι σκανδαλισθον, γώ δν θ σκανδαλισθ». ρίστε, κα τώρα ν σηκώσεις θέλεις σκην γι τν Χριστό,  ποος μαζ μ μένα θεμελίωσε τν γ ποος μαζ μ μένα νωσε δάτινους γκους σ σύνολο ργανικό, τν θάλασσα, κα τ στερέωμα κάρφωσε, στν αθέρα δωσε φωτιά· κα μαζ μ μένα δημιούργησε λα τ πρν π τν ασθητ κτίση· σκην γι’ Ατόν, πού γεννήθηκε π μένα, σκην γι’ Ατν πού πάρχει μέσα σ μένα κα μαζί σας, σκην γι τν χωρς πατέρα δάμ, σκην γι τν χωρς μητέρα Θεό, σκην γι’ Ατν πού καμε δική του σκην διαλεγμένη, κοιλία παρθενική. Λοιπόν, πειδ σύ τρες σκηνς θέλεις ν φτιάξεις, χοντας γνοια γι’ ατ πού λές, γώ νεφέλη φωτειν χρησιμοποίησα γι σκηνή. τσι, κρυψα τος παρόντες κα λέω δυνατά: «Ατς εναι  Υός μου  γαπητός, στν ποο εδόκησα». χι  Μωϋσς κα  λίας, λλά Ατός· χι κενος, χι  λλος, λλ’ Ατός, νας και ν εναι  διος,  κλεκτός μου, Ατν ν κοτε.
Τν Μωϋσ νέδειξα δίκαιο, λλά σ’ Ατν βρκα καθετ ρεστό. Τν λία τν πρα π τν γλλ’ Ατν τν στειλα π Παρθένο στν διο τν ορανό». Διότι κανείς, λέει  Χριστός, δν νέβηκε στν ορανό, παρεκτς π’ κενον πού π’ τν οραν κατέβηκε. π κε λοιπν πραγματοποίησε τν κάθοδό Του στν γκε π τν αυτ Του «ξλθε», χοντας πάρει μορφ δούλου. Ἐὰν παρέμεινε ατ πού ταν κα δν γινε ,τι κριβς εμαστε, ν δν πέμεινε σταυρ γι μς μ σχμα νθρώπινο κα δν ξαγόρασε μ τ δικό Του αμα τν κόσμο, τότε δν πραγματώνεται  θεία Οκονομία κα πομένουν σα τν παλαι καιρ επαν ο Προφτες βέβαια λόγια. «μως πψε, Πέτρο, κα μν χεις στν σκέψη σου σα ταιριάζει σ νθρώπους, λλ’ ατ πού ρμόζουν στν Θεό. Διότι Ατς εναι  Υός μου  γαπητός,  ποος χει τέλεια τν εαρέσκειά μου. Ατν ν κοτε. Καθότι δύο φορς χω κφραστε μ φωνή, πού μιλοσε γι’ Ατόν, τν μία πού εσθε παρόντες στ ρος ατό, τν λλη παρόντος το ωάννη στν ορδάνη ποταμό».
Ατ τν φων θ παρουσιάσει ληθιν  παλαις Προφήτης, πού κήρυξε μεγαλόφωνα: «Τ Θαβρ κα τ ρμονιήλ στ νομά Σου θ γαλλιάσουν». Ποι νομα; «Ατς εναι  Υός μου  γαπητός». Διότι το χάρισε νομα τρανότερο π κάθε νομα. λλά τ δίχως λλο θ πες, γαπητέ μου: «Τί σημαίνει, Τ Θαβρ κα τ ρμονιήλ στ νομά Σου θ νιώσουν γαλλίαση»; Μάθε λοιπν κα ποτύπωσέ το στν σκέψη σου: Τ Θαβώρ, ατ εναι τ ρος, που θέλησε κα μεταμορφώθηκε  Χριστς κα δόθηκε γι’ Ατν μαρτυρία π τν Πατέρα πώς εναι Υός Του, καθς πρν π λίγο κούσατε. Τ ρμονιήλ πάλι εναι ρος μικρό, π τν γ το ορδάνη, π’ που γινε  νάληψη το λία κα κοντ στ ποο, μς στ τρεχούμενο νερ το ορδάνη, πεθύμησε κα βαπτίστηκε  Χριστός, κα τότε δόθηκε γι’ Ατν μαρτυρία π τν Πατέρα πώς εναι Υός Του. Σ’ ατ τ δύο ρη  χραντος Πατρ πιβεβαιώνοντας τν υότητα, κα τότε κα τώρα γι δεύτερη φορ λέει μ φων δυνατή: «Ατς εναι  Υός μου  γαπητός, στν ποο εδόκησα, Ατν ν κοτε. Διότι ατς πού Τν κούει κα μένα κούει. Κα ατς πού θ ντραπε γι’ Ατν κα γι τ λόγια Του, κα γώ θ ντραπ γι’ ατόν, ταν φανερωθ μς στν δόξα μου καθς κα ο γιοι γγελοι. Ατν ν κοτε, χωρς προσποίηση, χωρς κακία, χωρς περιέργεια, μ πίστη ναζητώντας Τον, λλά χι θέλοντας μ γλωσσικς πόπειρες ν ρίσετε τ μεγέθη Του, μ τν πίστη προχωρώντας στν χρο το πέρλογου, λλ’ χι μ τ λόγια πιχειρώντας ν βρετε τ μέτρα το Λόγου». Διότι τώρα  Παλος,  δεινς μιλητής, βάζοντας χαλινάρι στν περίεργο νθρωπο κα τ πάντα διδάσκοντας χωρς δισταγμούς, κηρύττει μεγαλοφώνως: «Βάθος πλούτου κα σοφίας κα γνώσεως Θεο! Πόσο νεξερεύνητες εναι ο κρίσεις κα ποφάσεις Του κα πόσο νεξιχνίαστοι ο δρόμοι, μέσα πό τούς ποίους νεργε
Σ Ατν νήκει  δόξα στος τελείωτους αἰῶνες. μήν.