Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2020

Άγιος Μόδεστος, ο προστάτης των ζώων

 Άγιος Μοδέστος, Αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων, Ολόσωμος - Ναζαρινής Τέχνης  Εικόνα | OramaWorld.com

Ο Άγιος Μόδεστος, Ιερομάρτυρας και Πατριάρχης Ιεροσολύμων γεννήθηκε το 300 μ.Χ. στη Σεβάστεια του Πόντου. Οι γονείς του ήταν ο Ευσέβιος και η Θεοδούλη, ορθόδοξοι χριστιανοί. Όταν έγινε πέντε μηνών ο Μοδέστος, ο Ευσέβιος κατηγορήθηκε ως αντιβασιλικός και εχθρός του Μαξιμιανού και συνελήφθη. Όταν το έμαθε η Θεοδούλη, πήρε το μικρό μωρό της στην αγκαλιά και κατευθύνθηκε στις φυλακές όπου ήταν ο σύζυγός της. Εκεί, αφού πλήρωσε πρώτα τους φρουρούς και την άφησαν να μπει μέσα στη φυλακή με το μωρό της, αποφάσισε με τον Ευσέβιο να έχουν ένα κοινό τέλος, και παρακάλεσαν την Παναγία να τους βοηθήσει. Έτσι κι έγινε. Το πρωί ο δεσμοφύλακας καθώς πήγε να τους δώσει ψωμί, τους βρήκε νεκρούς με το νήπιο ζωντανό ανάμεσά τους. Το νήπιο λίγο αργότερα ο δεσμοφύλακας το έδωσε σε έναν ειδωλολάτρη άρχοντα.

Σε ηλικία δεκατριών ετών περίπου, μαθαίνει από τον ίδιο τον άρχοντα την αλήθεια για τους γονείς του και αποφασίζει να βαπτιστεί χριστιανός.

Σε αυτό συνετέλεσε και κάποιος χριστιανός χρυσοχόος από την Αθήνα, ο οποίος ανέλαβε τη φροντίδα του νεοφώτιστου Μοδέστου, τον έφερε στην Αθήνα και τον αγκάλιασε σαν παιδί του. Ο Μόδεστος παρόλα αυτά αντιμετωπίζει τη ζήλια των δυο παιδιών του χρυσοχόου, καθώς ήταν προικισμένος με αρετές. Μετά το θάνατο των θετών του γονιών, τα αδέλφια τον πουλάνε ως δούλο στην Αίγυπτο.

Ο Θεός όμως δεν τον εγκατέλειψε. Ο Μόδεστος κατάφερε να κάνει χριστιανό τον αφέντη που τον αγόρασε και έτσι ελευθερώθηκε. Φεύγοντας από την Αίγυπτο κατευθύνθηκε για προσκύνημα στους Αγίους Τόπους. Εκεί ο λαός των Ιεροσολύμων είδε ένα θαυμαστό γεγονός: οι πύλες του Παναγίου Τάφου άνοιξαν μπροστά στο Μόδεστο! Ο κόσμος βλέποντας αυτό το θεάρεστο γεγονός τον εξέλεξαν αρχιεπίσκοπο Μητρός Εκκλησίας, διάδοχο του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου.
Πέρα από τα χαρίσματα που είχε ήδη, ο Θεός του επεφύλασσε άλλο ένα: τη θεραπεία των κατοικίδιων ζώων, και ιδιαίτερα τα βόδια και τους ημιόνους. Άλλωστε, και κατά τη διάρκεια του μαρτυρίου του πραγματοποίησε θαυμαστά γεγονότα που σχετίζονταν με τα ζώα. Κάποτε ενώπιον του βασιλιά, ομολογούσε την πίστη του στον αληθινό θεό. Ο βασιλιάς διέταξε τους στρατιώτες να δέσουν τον Μοδέστο σε δύο άγριους ημιόνους και να τους αφήσουν να τρέξουν, προκειμένου να διαμελισθεί το σώμα του επάνω στις πέτρες. Ο Άγιος Μόδεστος, όμως, σήκωσε το χέρι του προς τους ημιόνους, τους ευλόγησε και τότε αυτοί έφυγαν, αφήνοντάς τον λυμένο και αβλαβή. Αυτό εξόργισε τον βασιλιά, ο οποίος διέταξε να τον ξαναδέσουν στους ημιόνους, όχι μόνο απ’ τα χέρια αλλά και απ’ τα πόδια, και να χτυπήσουν με πολλή δύναμη τα ζώα, ώστε να τρέξουν. Ο μάρτυρας του Χριστού έλεγε, καθώς τον έσερναν οι ημίονοι: «Εάν ο Θεός είναι μαζί μας, κανείς δεν είναι εναντίον μας».

Κάποιος βοσκός βλέποντας τον Άγιο κι αναγνωρίζοντάς τον, τον πλησίασε και τού είπε: «Λυπήσου με, πάτερ, και βοήθησέ με, ώστε με τις ευχές σου ν’ αποκτήσω ένα μοσχάρι». Εκείνη τη στιγμή ο Άγιος Μόδεστος πρόσταξε τους άγριους ημιόνους να σταματήσουν να τον τραβούν. Κάλεσε τότε το βοσκό να πλησιάσει μαζί με το κοπάδι του κι ευχήθηκε: «Ο Θεός, που ευλόγησε τα βόδια και τα πρόβατα του Αβραάμ, να σου χαρίζει κάθε χρόνο δύο μοσχάρια, ένα αρσενικό κι ένα θηλυκό». Αμέσως μετά ο βοσκός αποχώρησε ευχαριστημένος και ο Άγιος διέταξε τους ημιόνους να επιστρέψουν στο μέρος απ’ όπου είχαν ξεκινήσει να τον σέρνουν. Βλέποντας αυτό το γεγονός ο βασιλιάς εξαγριώθηκε ακόμα περισσότερο.

Ανείπωτα ήταν τα βασανιστήρια πού επακολούθησαν: έμπηξαν καρφιά στα πόδια του, τον λιθοβόλησαν, τον έριξαν σ’ ένα λέβητα με καυτό μολύβι, τον έδεσαν σε μία κολώνα και άναψαν γύρω του μεγάλη φωτιά, αφού πρώτα άλειψαν το κεφάλι του με πίσσα και λάδι. Τίποτε, όμως, απ’ αυτά δεν κατέβαλε τον Άγιο μάρτυρα. Και τότε ό βασιλιάς διέταξε τον αποκεφαλισμό του.
Λίγο πριν από το τέλος του, ό Άγιος Μόδεστος προσευχήθηκε και τα τελευταία του λόγια ήταν: «Κύριε Ιησού Χριστέ, δημιουργέ τού φωτός, καταξίωσόν με της Βασιλείας Σου. Σέ, Δέσποτα, και μόνον επόθησεν η ψυχή μου και για Σένα κατεφρόνησα το θάνατο και τα βασανιστήρια. Μη με κρίνεις λοιπόν, ανάξιο των αγαθών Σου, φιλάνθρωπε, και δέομαί Σου, όποιος με επικαλεστεί και με εορτάζει και όποιος αναγνώσει το Μαρτύριό μου, βοήθησέ τον πάντοτε, χάριζέ του πλούσια τα ελέη σου και αποδίωξε από τον οίκον αυτού και από όλα τα ζώα του κάθε βλάβη και ασθένεια και πλήθυνέ τα, όπως ευλόγησες και επλήθυνες τα ποίμνια του Αβραάμ, του Ισαάκ, του Ιακώβ και όλων των δούλων Σου, διότι είσαι ευλογητός στους αιώνες. Αμήν». Ύστερα ο Άγιος Μοδέστος προτρέπει το δήμιο να τον αποκεφαλίσει.