Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2021

 


Κάποτε στὴν Κωνσταντινούπολη ζοῦσε ἕνας φτωχὸς λαουτιέρης. Ὀ ὀργανοπαίκτης αὐτὸς εἶχε τὴν συνήθεια νὰ πηγαίνει, δύο φορὲς τὴν ἡμέρα, ἔξω ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ Μονὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου στὴν Πέτρα, ἡ ὁποία ἦταν ἀπέναντι ἀπὸ τὸν Ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου καὶ νὰ παίζει τὸ λαοῦτο του πρὸς τιμὴν τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Μετὰ ἔμπαινε στὸν Ναό, προσκυνοῦσε τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου καὶ ἔφευγε. Αὐτὸ τὸ ἔκανε, διότι εἶχε μεγάλη ἀγάπη στὸν Τίμιο Πρόδρομο, ἀλλά,καὶ ἐπειδὴ ἦταν πολὺ φτωχὸς καὶ δὲν μποροῦσε νὰ προσφέρει τίποτε ἄλλο οὔτε λειτουργεία, οὔτε κερί, οὔτε θυμίαμα, πρόσφερε το παίξιμό του.

Μιὰ μέρα πέθανε ἕνας αἱρετικὸς καὶ τὸν ἔφεραν νὰ τὸν ἐνταφιάσουν στὸν Ναό τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Ὁ ἅγιος ὅμως δὲν ἤθελε, καὶ τόσο ὀργίσθηκε ὥστε ἡ χάρις του ποὺ κατοικοῦσε στὸν Ναὸ ἤθελε νὰ φύγει. Τὴν ἡμέρα τῆς κηδείας ἦλθε πάλι ὁ λαουτιέρης, κατὰ τὴν συνήθειά του. Τότε ὅμως βλέπει τὸν Τίμιο Πρόδρομο νὰ βγαίνει ἀπὸ τὴν ἐκκλησία του καὶ νὰ κατευθύνεται πρὸς τὴν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Ὁ φτωχὸς μουσικὸς ἔσπευσε νὰ τὸν ἀκολουθήσει διαλογιζόμενος τὸ παράδοξο ποὺ ἔβλεπε καὶ πλησιάζοντάς τον παρατηρεῖ μὲ δέος πώς, ὁ Ἅγιος Νικόλαος ἔχει ἐξέλθει ἀπὸ τὸν Ναό του κρατῶντας τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὸ θυμιατὸ στὰ χέρια του, γιὰ νὰ ὑποδεχθεῖ τὸν Τίμιο Πρόδρομο.
Ἀφοῦ τὸν θυμίασε καὶ αύτὸς ἀσπάστηκε τὸ Εὐαγγέλιο ἀλλὰ καὶ μεταξύ τους, τοῦ εἶπε:
«Πῶς καὶ ἦλθες ὡς ἐδῶ Βαπτιστὰ τοῦ Χριστοῦ;».
Ὁ Τίμιος Πρόδρομος ἀποκρίθηκε:
«Ἕναν αἱρετικὸ ἔθαψαν στὴν ἐκκλησία μου καὶ γι᾿ αὐτὸ τὸν λόγο ἔφυγα ἀπὸ αὐτὴν ! »
Ὁ δὲ Ἅγιος Νικόλαος, κοιτάζοντας τὸν λαουτιέρη, ρώτησε τὸν Τίμιο Πρόδρομο ποιός εἶναι αὐτὸς καὶ γιατί τὸν ἀκολουθεῖ· καὶ ὁ Βαπτιστὴς τοῦ ἀπάντησε:
«Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἔρχεται κάθε μέρα σὲ μένα καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔχει κάτι ἄλλο νὰ μοῦ προσφέρει ὡς δεῖγμα τῆς ἀγάπης καὶ τῆς εὐλάβειάς του πρὸς ἐμένα, παίζει κατὰ Θεὸν τὸ λαοῦτο του μὲ ὅλη του τὴν καρδιά, ἀντὶ γιὰ προσευχὴ καὶ δέηση, γιατὶ αὐτὴ εἶναι ἡ τέχνη του, καὶ ὕστερα προσκυνᾶ καὶ πηγαίνει στὴν δουλειά του. Ἐγὼ θέλω μὲν νὰ τὸν ἀνταμείψω γιὰ τὴν καλωσύνη καὶ τὸν κόπο του, ἀλλά, ὅπως πολὺ καλὰ ξέρει ἡ ἁγιοσύνη σου,τίποτα δὲν ἀπέκτησα σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο ἀπὸ ὑλικὰ ἀγαθά. Γι᾿ αὐτὸ σὲ παρακαλῶ, ἐσὺ ποὺ κάνεις πάντοτε μεγάλες ἐλεημοσύνες, καὶ πατέρας τῶν ὀρφανῶν καὶ τῶν φτωχῶν ὑπάρχεις, καὶ ἐπειδὴ ἐσὺ ἔλαβες τὸ χάρισμα ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ παρέχεις κάθε καλὸ στοὺς πεινασμένους, τὶς χῆρες καὶ τὰ ὀρφανά, ἀντάμειψε καὶ τὸν κόπο τοῦ φτωχοῦ αὐτοῦ». Καὶ λέγοντας αὐτὸ ὁ θεῖος Ἰωάννης μπῆκε στὸν ναὸ τοῦ Ἀγίου Νικολάου.
Ὁ Ἅγιος Νικόλαος τότε, παίρνει τὸν λαουτιέρη καὶ πᾶνε στὸ παλάτι. Μπαίνοντας μέσα κατευθύνθηκαν πρὸς τὸ θησαυροφυλάκιο, στὸ ὁποῖο βρῆκαν τοὺς φύλακες κοιμισμένους.
Ὁ Ἅγιος ἔκανε τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ καὶ οἱ πόρτες τοῦ θησαυροφυλακίου ἄνοιξαν μόνες τους. Ἀφοῦ μπῆκαν μέσα, ὁ Ἅγιος, εἶπε στὸν λαουτιέρη νὰ πάρει ὅποια σακούλα μὲ φλουριὰ θέλει. Ὁ φτωχὸς μουσικὸς ἀπὸ τὸν φόβο του δὲν τολμοῦσε νὰ ἁπλώσει νὰ πάρει τίποτα.
Τότε ὁ Ἅγιος,πιάνοντας μιὰ σακούλα γεμάτη, τὴν ἔδωσε στὸν φτωχὸ καὶ τοῦ εἶπε:
«Πᾶρε αὐτήν, πήγαινε στὸ καλό, καὶ διηγήσου τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ».
Καὶ ὁ μὲν Ἅγιος γύρισε στὸν Ναό του, ὁ δὲ πτωχός, πῆγε στὸ σπίτι του δοξάζοντας τὸν Θεὸ καὶ εὐχαριστῶντας τοὺς Ἁγίους. Χαίρονταν μὲ ὅλη τὴν καρδιά του κι ἔκαμε φορέματα ποὺ ἦταν γυμνὸς ἀπὸ τὴν φτώχεια του.
Δὲν πέρασαν πολλὲς μέρες καὶ οἱ φύλακες ἀνακάλυψαν, ὅτι ἔλειπε ἡ σακούλα, ἄν καὶ οἱ πόρτες ἦταν κλειστὲς καὶ οἱ σφραγίδες ἀπείραχτες, καὶ τὸ εἶπαν στὸν Aὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος διέταξε νὰ γίνει ἔρευνα σὲ ὅλη τὴν πόλη. Βρέθηκαν λοιπὸν μερικοὶ γείτονες τοῦ λαουτιέρη, ποὺ ἤξεραν ὅτι παλαιότερα ἦταν φτωχός, ἐνῶ τὸν τελευταῖο καιρὸ ἀπέκτησε ξαφνικὰ χρήματα, καὶ τὸ εἶπαν στὸν Βασιλιά, ὁ ὁποῖος πρόσταξε, νὰ τὸν φέρουν μπροστά του ἀμέσως.
Ὁ λαουτιέρης τοῦ διηγήθηκε ἀκριβῶς τί συνέβη καὶ ὁ Αὐτοκράτορας ὁ ὁποῖος ἦταν πολὺ εὐσεβής, θαύμασε, τοῦ ἐπέτρεψε νὰ φύγει καὶ νὰ κρατήσει καὶ τὰ χρήματα, λέγοντάς του:
«Ἐπειδὴ ὁ Ἅγιος Νικόλαος, ὅπως μᾶς εἶπες, ἔπιασε αὐτὴν τὴν σακούλα μὲ τὰ ἅγιά του χέρια, δῶσ’ την μου ἀδειανή, νὰ τὴν ἔχω γιὰ εὐλογία καὶ ἁγιασμό, καὶ ὡς ἀναμνηστικὸ τοῦ θαύματος αύτοῦ».