Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2020


ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
Την Παναγία την Κουνίστρα

Εις όλην την χριστιανοσύνη
μία είναι μόνη Παναγία αγνή,
Κόρη παιδίσκη, Άσμα Ασμάτων
χωρίς Χριστόν, Θείο παιδί στα χέρια,
και τρεφομένη με Αγγέλων άρτον.

Εσύ ’σαι η μόνη Παναγία Κουνίστρα,
που εφανερώθεις στης Σκιάθου το νησί
εις δένδρον πεύκου επάνω καθημένη
κι αιωρουμένη εις τερπνήν αιώραν,
όπως αι κορασίδες συνηθίζουν.

Εφανερώθεις κι όλος ο λαός
μετά θυμιαμάτων και λαμπάδων
εν θεία λιτανεία σε παρέπεμψε
κι εσήκωσεν ωραίον λευκόν ναόν,
που με πιατάκια ελληνικά σού στόλισε.

Κι όλος ο ήλιος έλαμπε εις τον ναόν σου
και φως το πλημμυρούσε μαργαρώδες
όλα τ’ αστέρια εφεγγοβολούσαν
και η σελήνη εχάιδευε γλυκά
τα απλά της εκκλησίας σου καντηλάκια.

Κι είδες η Κόρη του λαού την πίστιν
είδες την πτώχειαν κι ευσπλαγχνίσθης,
όπως το πάλαι είχε σπλαγχνισθή ο Υιός σου
τους προγόνους του ίδιου του λαού,
ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα.

Κι άρχισες να γιατρεύεις τους αρρώστους
και να γιατρεύεις τους δαιμονισμένους,
(που ήρχετο ώρα κι εις τους τοίχους εκτυπώντο
με φοβερόν συγκλονισμόν)
κι άρχισες, θεία, να θαυματουργείς.

Κι η χάρη σου ξαπλώθηκε ως τα πέρατα
του ειρηνικού νησιού της Σκιάθου,
ω, Παναγιά μου, κόρη πάναγνη, καλή.
Κι ίσως να φτάσει κι ως εμένα και ν’ απλώσει
γαλήνη στην ψυχή μου την αμαρτωλή.

«Ημερολόγιο της Μεγαλόχαρης», 1971, σ.σ. 62-65