Δευτέρα, 26 Απριλίου 2021

Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα



 Η Με­γά­λη Ε­βδο­μά­δα εί­ναι η ε­βδο­μά­δα πριν από το Πά­σχα (α­πό την Κυ­ρια­κή των Βαΐων το βρά­δυ μέ­χρι και το Μ. Σάβ­βα­το) και ο­νο­μά­ζε­ται “Με­γά­λη”, ό­χι για­τί έ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρες μέ­ρες ή ώ­ρες α­πό τις άλ­λες ε­βδο­μά­δες, αλ­λά για­τί τα γε­γο­νό­τα που τε­λού­νται και βιώ­νο­νται στους Ιε­ρούς Να­ούς εί­ναι κο­σμο­σω­τή­ρια.

Αυ­τήν την ε­βδο­μά­δα κα­ταρ­γεί­ται ο πνευ­μα­τι­κός θά­να­τος, ε­ξα­φα­νί­ζε­ται η κα­τά­ρα, συμ­φι­λιώ­νε­ται ο Θε­ός με τους αν­θρώ­πους, είναι ανοιχτός και πάλι ο Παράδεισος! Ο­νο­μά­ζε­ται λοι­πόν “Με­γά­λη” η ε­βδο­μά­δα αυ­τή για τις τό­σες με­γά­λες δω­ρε­ές, που μας χά­ρι­σε ο Θε­ός.

Πριν μι­λή­σου­με για το πε­ριε­χό­με­νο κά­θε μιας η­μέ­ρας, εί­ναι α­να­γκαί­ο να πού­με ό­τι οι ε­σπε­ρι­νές α­κο­λου­θί­ες, που τε­λού­με στους Ιε­ρούς Να­ούς και συρ­ρέ­ουν τα πλή­θη των πι­στών, εί­ναι κα­νο­νι­κά πρω­ι­νές και ό­χι ε­σπε­ρι­νές.

Τις τε­λού­με ό­μως το ε­σπέ­ρας της προηγούμενης ημέρας προς διευ­κό­λυν­ση των πι­στών, δη­λα­δή το α­πό­γευ­μα της Κυ­ρια­κής των Βαΐων τε­λού­με τον όρ­θρο της Μ. Δευ­τέ­ρας, το α­πό­γευ­μα της Μ. Δευ­τέ­ρας τε­λού­με τον όρ­θρο της Μ. Τρί­της κ.ο.κ.

Τι τε­λεί­ται τις η­μέ­ρες της Με­γά­λης Ε­βδο­μά­δας;

Οι τρεις πρώ­τες η­μέ­ρες μάς προ­ε­τοι­μά­ζουν πνευ­μα­τι­κά για το θεί­ο Δρά­μα και οι α­κο­λου­θί­ες ο­νο­μά­ζο­νται “Α­κο­λου­θί­ες του Νυμ­φί­ου”, δηλ οι Ακολουθίες της Κυριακής των Βαΐων (το βράδυ), της Μ. Δευτέρας, της Μ. Τρίτης και της Μ. Τετάρτης (το πρωΐ).

ΜΕ­ΓΑ­ΛΗ ΔΕΥ­ΤΕ­ΡΑ
(Κυ­ρια­κή Βαΐων ε­σπέ­ρας)

Τη Με­γά­λη Δευ­τέ­ρα κυ­ριαρ­χούν δύ­ο γε­γο­νό­τα:

α) Η ζω­ή του Ιω­σήφ, που ε­πο­νο­μά­ζε­ται Πά­γκα­λος, δη­λα­δή ο ω­ραί­ος στο σώ­μα και στην ψυ­χή. Λό­γω της ο­μοιό­τη­τας που εμ­φα­νί­ζει η ζω­ή του με τη ζω­ή του Χρι­στού η πα­τε­ρι­κή δι­δα­σκα­λί­α προ­συ­πο­γρά­φει τον Ιω­σήφ ως τον τύ­πο του Χρι­στού.

Η μνεί­α του Πα­γκά­λου και ευ­λο­γημέ­νου Ιω­σήφ μας θυ­ μί­ζει ό­τι σ ε πρόσωπα και γεγονότα της Π.Δ. η Εκ­κλη­σί­α βλέπει εικόνες και τύπους αντιστοίχων μεγάλων προσώπων και γεγονότων της Και­ νής Δια­θή­κης.

Δη­λα­δή πρό­σω­πα και γε­γο­νό­ τα της Κ.Δ. προ­ει­κο­νί­ζο­νται, προτυπώνονται -ό­χι εμ­φα­νώς βέ­ βαια αλ­λά με τρό­πο μυ­στη­ρια­κό- σε τύ­πους της Π.Δ.

β) Το πε­ρι­στα­τι­κό της κα­τά­ρας της ά­καρ­πης συ­κιάς α­πό το Χρι­στό (Ματ­θ. 21, 18-22). Η ά­καρ­πη συ­κιά συμ­βο­λί­ζει ει­δι­κά τη συ­να­γω­γή των Ε­βραί­ων και γε­νι­κά τον Ισ­ρα­η­λι­τι­κό λα­ό που ή­ταν ά­καρ­πος α­πό κα­λά έρ­γα, γι’ αυ­τό και α­πο­τυγ­χά­νει να α­να­γνω­ρί­σει τη δι­δα­σκα­λί­α του Χρι­στού.

Το μή­νυ­μα της πα­ρα­βο­λής δεν πρέ­πει να το χά­σει κα­μί­α γε­νε­ά. Η κρί­ση του Χρι­στού για τους ά­πι­στους, τους ά­καρ­πους, τους α­με­τα­νό­η­τους και τους α­νέ­ρα­στους θα εί­ναι βέ­βαι­η και α­πο­φα­σι­στι­κή την η­μέ­ρα της Δευτέρας Παρουσίας Του.

Η γνή­σια χρι­στια­νι­κή πί­στη εί­ναι δυ­να­μι­κή και καρ­πο­φό­ρα.

ΜΕ­ΓΑ­ΛΗ ΤΡΙ­ΤΗ
(Με­γά­λη Δευ­τέ­ρα βρά­δυ)

Τη Με­γά­λη Τρί­τη θυ­μό­μα­στε και ζού­με δύ­ο πα­ρα­βο­λές, οι ο­ποί­ες σχε­τί­ζο­νται με τη Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σί­α . Την πα­ρα­βο­λή των δέ­κα παρ­θέ­νων (Ματ­θ. 25,1￾13) και την πα­ραβο­λή των ταλά­ντων (Ματ­ θ. 25,14-30).

Και οι δύ­ο πα­ρα­βο­λές μάς υ­πο­γραμ­μί­ζουν το α­να­πό­φευ­κτο της Δευ­τέ­ρας Πα­ρου­σί­ας και θί­γουν ζη­τή­μα­τα ζω­τι­κά, ό­πως εί­ναι η πνευ­μα­τι­κή ε­γρή­γορ­ση, η φρό­νη­ση και η ε­πι­μέ­λεια στην α­ξιο­ποί­η­ση των χα­ρι­σμά­των που χο­ρη­γεί ο Θε­ός.

Α­πό τιςπα­ρα­βο­λές δι­δα­σκό­μα­στε ότι πρέ­πει να εί­μα­στε σε διαρ­κή πνευ­μα­τι­κή ε­τοι­μό­τη­τα. Για­τί η τρα­γω­δί­α της θύ­ρας που κλεί­νει εί­ναι το ό­τι την κλεί­νει ο άν­θρω­πος και ό­χι ο Θε­ός.

Και η α­πο­πο­μπή α­πό το γα­μή­λιο συ­μπό­σιο, δη­λα­δή τη βα­σι­λεί­α των ου­ρα­νών, εί­ναι το τρα­γι­κό α­πο­τέ­λε­σμα των δι­κών μας ε­πι­λο­γών. Ο Κύ­ριος με τις πα­ρα­βο­λές Του μας δεί­χνει ό­τι ε­γρή­γορ­ση δεν ση­μαί­νει μί­α τυ­πι­κή και κου­ρα­στι­κή ε­κτέ­λε­ση υ­πο­χρε­ώ­σε­ων αλ­λά ση­μαί­νει αδιάλειπτη πνευματική ετοιμότητα, αποξένωση από το κοσμικό φρόνημα, νη­φα­λιό­ τη­τα και χα­ρά. Ε­γρή­γορ­ση εί­ναι η έ­ντο­νη α­γά­πη προς το Θε­ό και προς τον πλησίον.

ΜΕ­ΓΑ­ΛΗ ΤΕ­ΤΑΡ­ΤΗ
(Με­γά­λη Τρί­τη βρά­δυ)

Η Με­γά­λη Τε­τάρ­τη εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­νη στην α­μαρ­τω­λή γυ­ναί­κα (Λουκ. 7,47) και στον προ­δό­τη μα­θη­τή. Ε­κεί­ νη με­τα­νιω­μέ­νη ά­λει­ψε τα πό­δια του Κυ­ρί­ου με μύ­ρο και συγ­χω­ρή­θη­κε για τα α­μαρ­τή­μα­τά της, για­τί έ­δει­ξε με­γά­λη α­γά­πη και πί­στη.

Ο Ιού­δας, πα­ρό­λο που ή­ταν μα­θη­τής, πρό­δω­σε τον Κύ­ριο. Η γυ­ναί­κα α­να­γνω­ρί­ζει τον Ι­η­σού ως Κύ­ριο, ε­νώ ο Ιού­δας Τον αρ­νεί­ται. Η μί­α α­πε­λευ­θε­ρώ­θη­κε α­πό την α­μαρ­τί­α, ε­νώ ο άλ­λος έ­γι­νε δού­λος της α­μαρ­τί­ας.

Κατ’ αυ­τήν την η­μέ­ρα ψάλ­λε­ται και το πε­ρί­φη­μο τρο­πά­ριο (δο­ξα­στι­κό) της ευ­σε­βούς και λο­γί­ας Βυ­ζα­ντι­νής Υ­μνο­γρά­φου Μο­να­χής Κασ­σια­νής, την ο­ποί­α οι μυθιστο­ριο­γρά­φοι κά­κι­στα ταυτίζουν με την η­ρω­ί­δα του ποι­ή­ματος.

΄Ο­μως η Κασ­σια­νή με το ποί­η­μά της δεν α­να­φέ­ρε­ται στον ε­αυ­τό της αλ­λά στην πόρ­νη του Ευαγ­γε­λί­ου, που ά­λει­ψε με μύ­ρα τον Κύ­ριο.

Το τρο­πά­ριο της Κασσιανής αποδιδόμενο στα Νέα Ελληνικά:

«Κύ­ριε, η γυ­ναί­κα που ξε­στρά­τι­σε απ᾿ το δρό­μο Σου κι έ­πε­σε σε πολ­λές α­μαρ­τί­ες, μό­λις κα­τά­λα­βε τη θεότητά Σου, α­γό­ρασε πο­λύ­τι­μα μύ­ρα και σαν άλ­λη μυ­ρο­φό­ρα έρ­χε­ται με στε­ναγ­μούς και δά­κρυα και Σου προσφέρει λί­γο πριν απ᾿ τον ε­ντα­φια­σμό Σου τα μύ­ρα της α­γά­πης της.

Α­λί­μο­νό μου, στε­νά­ζει η α­μαρ­τω­λή, γιατί νύχτα ολοσκότεινη είναι μέσα μου ο μανιώδης πόθος μου για ακολασία και πηχτό σκοτάδι αδιαπέραστο ο έρωτας για την αμαρτία.

Δέ­ξου τα δά­κρυα που τρέ­χου­ν σα βρύ­σες απ᾿τα μά­τια μου Ε­σύ, που κά­νεις το θα­λασ­σι­νό νε­ρό να γί­νε­ται σύν­νε­φο κι ύ­στε­ρα πά­λι α­πα­λά στη γη να πέ­φτει. Σκύ­ψε και ά­κου­σε τους βα­ρυ­στε­ναγ­μούς της πο­νε­μέ­νης μου καρ­διάς Ε­σύ, που ­χα­μή­λω­σες τους ου­ρα­νούς με την α­νέκ­φρα­στή Σου ε­ναν­θρώ­πη­ση.

΄Α­φη­σέ με να κα­τα­φι­λή­σω και να λού­σω με τα δά­κρυά μου τα ά­χρα­ντα πό­δια Σου, και ύ­στε­ρα να τα σφουγ­γί­σω με τα μαλ­λιά της κε­φα­λής μου· αυτών των ποδιών Σου τα βήματα ό­ταν έ­να δει­λι­νό η Εύ­α τα ά­κου­σε τα στον Πα­ρά­δει­σο, έ­τρε­ξε να κρυ­φτεί α­πό το φό­βο της.

Τα πλή­θη των α­μαρ­τιών μου, που ως τα τώ­ρα διέ­πρα­ξα, και τα απύθμενα βάθη της δικαιοκρισίας Σου και της αγάπης Σου ποιος θα εξιχνιάσει, Σωτήρα των ψυχών μας και Θεέ μου;

Μην περιφρονήσεις τη δούλη Σου. Σπλαχνίσου την Εσύ, που το έλεός Σου είναι αμέτρητο έλεος».

ΜΕ­ΓΑ­ΛΗ ΠΕ­ΜΠΤΗ
(Με­γά­λη Τε­τάρ­τη βρά­δυ)

Την Μ. Πέ­μπτη οι θεί­οι Πα­τέ­ρες κα­θό­ρι­σαν να ε­ορ­τά­ζου­με τα ε­ξής τέσ­σε­ρα με­γά­λα γε­γο­νό­τα.

α) Το Μυ­στι­κό Δεί­πνο, δη­λα­δή την πα­ρά­δο­ση του Μυ­στη­ρί­ου της Θεί­ας Ευ­χα­ρι­στί­ας. Κα­τά το Μυ­στι­κό Δεί­πνο ο Χρι­στός ταυ­τί­ζει τον Ε­αυ­τό Του με τον άρ­το και τον οί­νο. “Λά­βε­τε, φά­γε­τε τοῦ­τό ἐ­στι τό Σῶ­μά μου… Πί­ε­τε ἐξ αὐ­τοῦ πά­ντες· τοῦτό ἐ­στι τό αἷμά μου τό τῆς Καινῆς Δια­θή­κης” (Μτθ. 26,26￾28).

Η Ευ­χα­ρι­στί­α (Θεί­α Λει­τουρ­γί­α) εί­ναι το κατ’ ε­ξο­χήν Μυ­στή­ριο, που με­τα­δί­δει ζω­ή και η ζω­ή που δί­νει εί­ναι η ζω­ή του Θε­ού. Δεν προ­σφέ­ρεται ως βρα­βεί­ο αλ­λά ως θε­ρα­πεί­α.

Κά­θε Χρι­στια­νός βα­πτι­σμέ­νος και χρι­σμέ­νος πρέ­πει να εί­ναι κοι­νω­νός και πα­ρα­λή­πτης των θεί­ων Μυ­στη­ρί­ων. Η τή­ρη­ση των ε­ντο­λών συ­νι­στά μια βα­σι­κή προ­ε­τοι­μα­σί­α και κα­τάλ­λη­λη διά­θε­ση για τη με­το­χή στο Μυ­στή­ριο.

Στην Ευ­χα­ρι­στί­α δε­ χό­μα­στε μέ­σα μας τον α­να­στά­ντα Χρι­στό. Μοι­ρα­ζό­μα­στε το Σώ­μα Του, που θυ­σιά­στη­κε, α­να­στή­θη­κε και θε­ώ­θη­κε “για την ά­φε­ση των δι­κών μας α­μαρ­τιών και τη ζω­ή την αιώ­νια” (θεί­α Λει­τουρ­γί­α).

β) Το Νι­πτή­ρα, το πλύ­σι­μο δη­λα­δή των πο­διών των μα­θη­τών α­πό τον Κύ­ριο. Πλέ­νο­ντας τα πό­δια των μα­θη­τών Του ο Χρι­στός συ­νο­ψί­ζει το νό­η­μα της δια­κο­νί­ας Του, εκ­δη­λώ­νει την τέ­λεια α­γά­πη Του και α­πο­κα­λύ­πτει την ά­κρα τα­πεί­νω­σή Του. Ταυ­
τό­χρο­να μας α­φή­νει υ­πό­δειγ­μα τέ­λειας δια­κο­νί­ας.

γ) Την Προ­σευ­χή του Κυ­ρί­ου στο ΄Ο­ρος των Ε­λαιών. Πα­ρό­λο που ο Ι­η­σούς ή­ταν Υ­ιός του Θε­ού, ως άν­θρω­πος προ­ο­ρι­ζό­ταν να δε­χθεί πλή­ρως την αν­θρώ­πι­νη συν­θή­κη, να βιώ­σει δη­λα­δή τον πό­νο και να μά­θει την υ­πα­κο­ή.

Ο Ι­η­σούς προ­σέ­φε­ρε α­πε­ριό­ρι­ στη α­γά­πη και ε­μπι­στο­σύ­νη προς τον Πα­τέ­ρα. Παρόλο που ήταν Θεός προσευχόταν. Η προσευ­χή εί­ναι η δύ­να­μη που τρο­φο­δο­τεί την πνευ­μα­τι­κή ζω­ή. ΄Ο­πως η πνο­ή, η τρο­φή, το πο­τό εί­ναι βα­σι­κά στοι­χεί­α για την αν­θρώ­πι­νη ζω­ή, έ­τσι και η προ­σευ­χή εί­ναι θε­με­λιώ­δες στοι­χεί­ο για τη χρι­στια­νι­κή ζω­ή.

Εί­ναι αυ­τή που μας φέ­ρει στο κα­τώ­φλι ε­νός άλ­λου κό­σμου.

δ) Την Προ­δο­σί­α του Ιού­δα, δη­λα­δή την αρ­χή του Πά­θους του Κυ­ρί­ου. Ο Ιού­δας πρό­δω­σε τον Χρι­στό με έ­να φί­λη­μα, με έ­να ση­μά­δι δη­λα­δή α­γά­πης και φι­λί­ας. Και αυ­τό μας συ γκλο­νί­ζει.­

ΜΕ­ΓΑ­ΛΗ ΠΑ­ΡΑ­ΣΚΕΥ­Η
(Με­γά­λη Πέ­μπτη βρά­δυ)

Την Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ή έ­χου­με την κο­ρύ­φω­ση του Θεί­ου Δρά­μα­τος. Τε­λεί­ται η “Α­κο­λου­θί­α των Πα­θών”.

Θυ­μό­μα­στε και βιώ­νου­με τα Σω­τή­ρια και Φρι­κτά Πά­θη του Κυ­ρί­ου και Θε­ού μας: τα φτυ­σί­μα­τα, τα μα­στι­γώ­μα­τα, τις κο­ρο­ϊ­δί­ες, τους ε­ξευ­τε­λι­σμούς, τα ραπίσ­μα­τα, το α­γκά­θι­νο στε­φά­νι και κυ­ρί­ως τη σταύ­ρω­ση και το θά­να­το του Χρι­στού μας.

Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό α­πο­κλει­στι­κά και μό­νο αυ­τής της Α­κο­λου­θί­ας εί­ναι το ό­τι πε­ρι­λαμ­βά­νει δώ­δε­κα α­να­γνώ­σμα­τα, τα Δώ­δε­κα Ευαγ­γέ­λια, ό­πως εί­ναι γνω­στά στη λα­ϊ­κή ευ­λά­βεια.

Κο­ρυ­φαί­α και συ­γκλο­νι­στι­κή στιγ­μή της Α­κο­λου­θί­ας εί­ναι η λι­τά­νευ­ση του “ Ε­σταυ­ρω­μένου”.

Ο βιο­λο­γι­κός θά­να­τος, ο α­πο­τρό­παιος αυ­τός ­ ε­χθρός της αν­θρω­πό­τη­τας, υ­πήρ­ξε ο φυ­σικός καρ­πός της α­νυ­πα­κο­ής του πα­λαιού Α­δάμ. Η α­μαρ­τί­α ό­μως και το φυ­σι­κό ε­πα­κό­λου­θό της ο θά­να­τος κα­τα­τρο­πώ­θη­καν ε­πά­νω στο Γολ­γο­θά.

Α­σε­βείς άν­θρω­ποι κάρ­φω­σαν τον Υιό του Θεού στο Σταυ­ρό, για να Τον αφανίσουν, μη γνω­ρί­ζο­ντας όμως ό­τι έ­τσι υ­πη­ρε­τούν το προαιώνιο σχέ­διο του Θε­ού. Ο νέ­ος Α­δάμ, ο Χρι­στός, δεν ήλ­θε, για να μας κα­τα­πλή­ξει με πο­λυά­ριθ­μες φι­λο­σο­φι­κές θε­ω­ρί­ες, βα­ρύ­γδου­πα λό­για, ή α­κα­θό­ρι­στες ελ­πί­δες.

΄Ηλ­θε, για να α­ντι­κρύ­σει το θά­να­το πρό­σω­πο με πρό­σω­πο. Γκρέ­μι­σε το α­δια­πέ­ρα­στο τείχος του θα­νά­του και ο­δή­γη­σε τους αιχ­μα­λώ­τους στην αμαρτία αν­θρώ­πους στην α­λη­θι­νή ζω­ή.

ΜΕ­ΓΑ­ΛΟ ΣΑΒ­ΒΑ­ΤΟ
(Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ή πρω­ί και βρά­δυ)

Το Με­γά­λο Σάβ­βα­το το πρω­ί γιορ­τά­ζου­με:

α) την Τα­φή Του Κυ­ρί­ου και β) την Κά­θο­δό Του στον ΄Α­δη. ΄Ε­τσι τη Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ή το πρω­ί (η­με­ρο­λο­για­κά) τε­λού­με την Α­κο­λου­θί­α των Με­γά­λων Ω­ρών και της Α­πο­κα­θη­λώ­σε­ως και τι­μού­με τον Ιω­σήφ α­πό την Α­ρι­μα­θαί­α και το Νι­κό­δη­μο τον Φα­ρι­σαί­ο, μέ­λος του Μ. Συμ­βου­λί­ου και κρυ­φό μα­θη­τή του Κυ­ρί­ου, οι ο­ποί­οι κα­τέ­βα­σαν τον Κύ­ριό μας α­πό το Σταυ­ρό και Τον ε­ντα­φί­α­σαν.

Αυ­τή τη μέ­ρα η εκ­κλη­σί­α στο­χά­ζε­ταιτο μυ­στή­ριο της εις ΄Α­δου κα­θό­δου του Κυ­ρί­ου, ό­που κή­ρυ­ξε το Ευαγγέ­λιο στους νε­κρούς. Ο θά­να­τος, ο α­δυ­σώ­πη­τος ε­χθρός του αν­θρώ­που, νι­κή­θη­κε α­πό το Χρι­στό, γι’ αυ­τό και ο Τά­φος του Χρι­στού δεν εί­ναι έ­νας τό­πος φθο­ράς και α­πο­σύν­θε­σης, αλ­λά πη­γή δύ­να­μης, νί­κης και α­πε­λευ­θέ­ρω­σης.

Η Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ή εί­ναι η η­μέ­ρα που με­σο­λα­βεί α­νά­με­σα στην Τα­φή και την Α­νά­στα­ση τουΧρι­στού.

Κα­τά την Α­κο­λου­θί­α ψάλ­λο­νται και τα “Ε­γκώ­μια του Ε­πι­τα­φί­ου”, που εί­ναι στί­χοι οι ο­ποί­οι υ­μνούν το Πά­θος, την Τα­φή και το Θά­να­το του Χρι­στού.

ΤΟ ΜΕ­ΓΑ ΚΑΙ Α­ΓΙΟ ΠΑ­ΣΧΑ
(Κυ­ρια­κή του Πά­σχα)

Το Σώ­μα του Κυ­ρί­ου ή­ταν α­δύ­να­το να μεί­νει ε­κεί στον ΄Α­δη, στον τό­πο της βα­σά­νου. Γι’ αυ­τό και α­νέ­στη. Και οι πι­στοί Χρι­στια­νοί, που συ­να­πο­τε­λούν το μυ­στι­κό Του σώ­μα, δεν μπο­ρούν πια να μέ­νουν δέ­σμιοι του ά­δη, για­τί η εις ά­δου κά­θο­δος του Κυ­ρί­ου σή­μα­νε την κα­τά­λυ­ση του κρά­τους και της ε­ξου­σί­ας του άρ­χο­ντος του σκό­τους.

Αυ­τή η νί­κη εί­ναι το με­γα­λύ­τε­ρο γε­γο­νός στην ι­στο­ρί­α του αν­θρω­πί­νου γέ­νους. Α­πό τό­τε ά­νοι­ξε έ­να νέ­ο κε­φά­λαιο για την αν­θρω­πό­τητα, ε­γκαι­νιά­στη­κε μια νέ­α ε­πο­χή γι’ αυ­τή.

Το Με­γά­λο Σάβ­βα­το (η­με­ρο­λο­για­κά) το πρω­ί έ­χου­με τη λε­γό­με­νη “Πρώ­τη Α­νά­στα­ση”, δη­λα­δή το προ­α­νά­κρουσμα της Α­να­στά­σε­ως και την προσμο­νή της λυ­τρώ­σε­ως ό­λης της κτί­σεως α­πό τη φθο­ρά και το θά­να­το!

Το βρά­δυ του Με­γά­λου Σαβ­βά­του στις 12.00 τα με­σά­νυ­χτα (δη­λα­δή ου­σια­στι­κά την Κυ­ρια­κή) έ­χου­με τη ζω­η­φό­ρο Α­νά­στα­ση του Κυ­ρί­ου μας, την ήτ­τα του θα­νά­του και της φθο­ράς.

Η Α­νά­στα­ση του Κυ­ρί­ου συ­νι­στά την ο­λο­κλη­ρω­τι­κή α­πε­λευ­θέ­ρω­ση του αν­θρω­πί­νου γέ­νους. Α­πο­κα­λύ­πτει τη δύ­να­μη και τη σο­φί­α του Θε­ού. Ο Θε­ός πα­ρεμ­βαί­νο­ντας στην Ι­στο­ρί­α και γε­νό­με­νος ι­στο­ρι­κό πρό­σω­πο νι­κά το θά­να­το.

Ο χαρ­μό­συ­νος πα­σχά­λιος χαι­ρε­τι­σμός, ΧΡΙ­ΣΤΟΣ Α­ΝΕ­ΣΤΗ!, με τον ο­ποί­ο χαι­ρε­τού­με ο έ­νας τον άλ­λο, δεν εί­ναι έ­νας πρό­χει­ρος και κε­νός χαι­ρε­τι­σμός.

Μι­λά με­γα­λό­φω­να για την α­μέ­τρη­τη α­γά­πη του Θε­ού και Πα­τέ­ρα, τη ζω­ο­ποιό θυ­σί­α του Υ­ιού, τη θαυ­μα­στή ε­νέρ­γεια του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Εί­ναι θρί­αμ­βος της με­γα­λο­σύ­νης του Τρια­δι­κού Θε­ού.

Α­γα­πη­τοί μου α­δελ­φοί, βιώ­νου­με τα Πά­θη και την Α­νά­στα­ση του Χρι­στού
συμ­με­τέ­χο­ντας ε­νερ­γά σε αυ­τά με “συ­μπό­ρευ­ση”, “συ­σταύ­ρω­ση” και “συ­να­νά­στα­ση”! Ο Χρι­στός με τη θέ­λη­σή Του (ε­κου­σί­ως) έ­πα­θε και α­νέ­στη, για να σω­θού­με ό­λοι ε­μείς!

Αυ­τό ση­μαί­νει ό­τι δεν λυ­πού­μα­στε “μοι­ρο­λα­τρι­κά” για το Πά­θος Του αλ­λά για τις δι­κές μας α­μαρ­τί­ες και, α­φού με­τα­νιώ­σου­με ει­λι­κρι­νώς, μπο­ρούμε την α­ντι­κει­με­νι­κή σω­τη­ρί­α που χά­ρα­ξε ο Χρι­στός να την κά­νου­με και υ­πο­κει­με­νι­κή – προ­σω­πι­κή μας σω­τη­ρί­α.

ΧΡΙ­ΣΤΟΣ Α­ΝΕ­ΣΤΗ!
Α­ΛΗ­ΘΩΣ Α­ΝΕ­ΣΤΗ!

Θαβώριος Λόγος
Διμηνιαία έκδοση ενημέρωσης και πνευματικής οικοδομής
Ιερός Ναός Μεταμορφώσεως του Σωτήρος της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης
Απρίλιος – Μάιος 2009 – τεύχος 2