Σάββατο, 8 Φεβρουαρίου 2020

Κυριακή Τελώνου και Φαρισαίου (ευαγγελική περικοπή)




ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΡΙΩΔΙΟΥ

Κυριακή Τελώνου και Φαρισαίου (ευαγγελική περικοπή)
Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον: ιη’ 10 – 14


Είπεν ο Κύριος την παραβολήν ταύτην: άνθρωποι δύο ανέβησαν εις το ιερόν προσεύξασθαι, ο είς Φαρισαίος και ο έτερος τελώνης. Ο Φαρισαίος σταθείς προς εαυτόν ταύτα προσηύχετο: ο Θεός, ευχαριστώ σοι ότι ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή και ως ούτος ο τελώνης. Νηστεύω δίς του σαββάτου, αποδεκατώ πάντα όσα κτώμαι. Και ο τελώνης μακρόθεν εστώς, ουκ ήθελεν ουδέ τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν επάραι, αλλ’ έτυπτεν εις το στήθος αυτού λέγων: ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ. Λέγω υμίν: κατέβη ούτος δεδικαιωμένος εις τον οίκον αυτού ή γάρ εκείνος, ότι πάς ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δέ ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται.

Απόδοση
Είπεν ο Ιησούς αυτή την παραβολή: «Δύο άνθρωποι ανέβηκαν στο ναό για να προσευχηθούν. Ο ένας ήταν Φαρισαίος κι ο άλλος τελώνης. Ο Φαρισαίος στάθηκε επιδεικτικά κι έκανε την εξής προσευχή σχετικά με τον εαυτό του: ‘‘Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ που εγώ δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους άρπαγας, άδικος, μοιχός, ή και σαν αυτόν εδώ τον τελώνη. Εγώ νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα και δίνω το ένα δέκατο απ’ όλα τα εισοδήματά μου’’. Ο τελώνης, αντίθετα, στεκόταν πολύ πίσω και δεν τολμούσε ούτε τα μάτια του να σηκώσει στον ουρανό. Χτυπούσε το στήθος του και έλεγε: ‘‘Θεέ μου, σπλαχνίσου με τον αμαρτωλό’’. Σας βεβαιώνω πως αυτός έφυγε για το σπίτι του αθώος και συμφιλιωμένος με το Θεό, ενώ ο άλλος όχι• γιατί όποιος υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί, κι όποιος τον ταπεινώνεί θα υψωθεί».